Η Λήμνος είναι το όγδοο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας με έκταση 476 τ.χλμ. και το τέταρτο σε μήκος ακτών (310 χλμ.). Βρίσκεται στο βόρειο Αιγαίο και μαζί με το νησί Άγιος Ευστράτιος, αποτελούν την Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου, της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι της Λήμνου είναι η Μύρινα, που πήρε το όνομα της γυναίκας του πρώτου βασιλιά του νησιού, του Θόαντα. Μέχρι το 1955 η Μύρινα ονομαζόταν Κάστρο, ονομασία που επικράτησε κατά την ύστερη Βυζαντινή περίοδο και άτυπα ακόμα και σήμερα έτσι αποκαλείται από τους παλιότερους Λημνιούς.

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, η Λήμνος είναι το νησί του Ηφαίστου. Η ανάπτυξη της μεταλλουργίας από τους παλαιότατους κατοίκους του νησιού αποδόθηκε στον θεό Ήφαιστο. Τιμώντας τον μεταλλουργό Θεό, οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν Ηφαιστία την πόλη που ίδρυσαν στο νησί. Οι ανασκαφές στην Πολιόχνη, την αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, αποκάλυψαν μεγάλο προϊστορικό οικισμό που μπορεί να αποδοθεί στους Σίντιες, τους πρώτους κατοίκους του νησιού, ο πολιτισμός των οποίων παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνων της Τροίας.
Σημείωση: Το αφιέρωμά μας για την Περιφεριεκή Ενότητα Λήμνου είναι σε εξέλιξη
Η ΛΗΜΝΟΣ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
Η Λήμνος λόγω της πλεονεκτικής γεωγραφικής της θέσης επάνω σε καίριους θαλάσσιους δρόμους, απέναντι από τα στενά του Ελλήσποντου και τα παράλια της Τρωάδας, αλλά και χάρη στα εύφορα και καλλιεργήσιμα εδάφη της, θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις που θα συντελεστούν κατά την προϊστορική εποχή στον αιγιακό κόσμο, ιδιαίτερα την εποχή του Χαλκού που θα γνωρίσει εκπληκτική ανθιση.
Οι αρχαιότερες μαρτυρίες ανθρώπινης παρουσίας στην Λήμνο εντοπίζονται στον κόλπο του Πουρνιά από την Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή (Ωρινάκεια περίοδος, 40.000-20.000 π.Χ.) και τις τεκμηριώνουν ομάδες κυνηγών -τροφοσυλεκτών.
Στο τέλος της ίδιας εποχής χρονολογούνται ευρήματα στην παραθαλάσσια περιοχή του Ούριακου, νοτιοανατολικά του νησιού, στην Αγία Μαρινα και τον Περιστεριώνα.
Προς το τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. ιδρύονται η Πολιόχνη και η Μύρινα, οι οποίες από χωριά θα εξελιχθούν σε πραγματικές πόλεις. Την εξέλιξη αυτή φανερώνουν τα δημόσιου χαρακτήρα έργα, όπως ο πολεοδομικός σχεδιασμός και τα οργανωμένα κατά συσταδες σπίτια, οι πλατείες, τα πηγάδια, τα μεγάλα κτήρια και η κατασκευή περιβόλου, στοιχεία που απαιτούν συλλογική προσπάθεια και στοιχειώδη πολειτιακή οργάνωση.
Σημαντικό ρόλο στην ραγδαία αυτή ανάπτυξη έπαιξε και η εισαγωγή της μεταλλοτεχνίας στο νησί. Εκτός από την Πολιόχνη και τη Μύρινα, σημαντικότατος ήταν και ο οικισμός του Κουκονησιού στον κόλπο του Μούδρου, του οποίου μαλιστα η ζωή, σε σχέση με Μύρινα και Πολιόχνη, συνεχίζει χωρίς διακοπή μέχρι και την 2η χιλιετια π.Χ., φτάνοντας τοτε στην μέγιστη ακμή του. (Προγόνων Γη, Πολύγνωτος Παπαοικονόμου).

ΠΟΛΙΟΧΝΗ → Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Η Πολιόχνη είναι ένας αρχαιολογικός τόπος στην ανατολική ακτή της Λήμνου, κοντά στο χωριό Καμίνια, που χτίστηκε στη αυγή της νεολιθικής περιόδου για το Αιγαίο, την 4η ή 5η χιλιετία π.Χ..
Η Πολιόχνη, η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Τροία, η Τροία όμως θα χτιστεί 1000 χρόνια αργότερα!
Στην αρχαία Πολιόχνη της Λήμνου, τον αρχαιότερο οργανωμένο οικισμό της Ευρώπης, εκτός των άλλων ευρημάτων, ανακαλύφθηκε και ένα πέτρινο βουλευτήριο, ηλικίας πέντε χιλιάδων ετών. Είναι μια μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων με τα πέτρινα έδρανα σε όλο το μήκος της και το βήμα του λόγου στο κέντρο, που αποτελεί πιθανώς την ισχυρότερη ένδειξη πως υπήρχε δημοκρατική οργάνωση της τότε κοινωνίας.
Εκτενές αφιέρωμα για την προϊστορική Πολιόχνη θα βρείτε παρακάτω, στη Δήμοτική Ενότητα Μούδρου, του Δήμου Λήμνου.

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ
Το όνομα Λήμνος αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο και κατά την επικρατέστερη εκδοχή, προέρχεται από την ομηρική λέξη Λήιον, που προσδιορίζει το σπαρμένο χωράφι, τον αγρό.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή που είναι και η επικρατέστερη, το όνομα της Λήμνου προέρχεται από τις αρχαίες Ελληνικές λέξεις «ληίς» (που σημαίνει κοπάδι) + «μήλο» (που σημαίνει πρόβατο), δηλαδή νήσος κοπαδιών αιγοπροβάτων.
Η Λήμνος συγκαταλέγεται στα λίγα νησιά του Αιγαίου, που οι κάτοικοί τους ασχολήθηκαν περισσότερο με την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της γης, παρά με τη θάλασσα.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ
Η Λήμνος γεωγραφικά ανήκει στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και μαζί με το νησί Άγιος Ευστράτιος, αποτελούν την Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου, της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, με έκταση 521 τ. χλμ. και συνολικό πληθυσμό 16.668 κατοίκους. Πρωτεύουσά της είναι η Μύρινα με πληθυσμό 6.190 κατοίκους. Διοικητικά η Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου συγκροτείται από τους Δήμους: α) Λήμνου με έδρα τη Μύρινα και β) Αγίου Ευστρατίου με έδρα τον Αγιο Ευστράτιο, με πληθυσμό 257 κατοίκους.
Η Λήμνος βρίσκεται στο βόρειο Αιγαίο, στο Θρακικό πέλαγος, ανάμεσα στο Άγιον Όρος, τη Σαμοθράκη, την Ίμβρο και τη Λέσβο. Η Λήμνος είναι ηφαιστειογενές νησί. Αν και δεν έχει δάση, έχει εκτεταμένες εύφορες πεδιάδες καλλιεργημένες με σιτηρά κι αμπέλια. Επίσης, έχει υπέροχες και καθαρές παραλίες και είναι ένα νησί ιδανικό για ήρεμες διακοπές. Οι βασικές ασχολίες των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία, η γεωργία και η αλιεία. Επίσης, ο τουρισμός, το εμπόριο και τα ναυτικά επαγγέλματα. Το νησί έχει έκταση 476 τ..χλμ. και πληθυσμό 16.411 κατοίκους.
Στη φωτογραφία ελάφια στη Μύρινα..

ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΟ ΚΑΛΑΘΑΚΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΠΟΠ)
Η Λήμνος συγκαταλέγεται στα λίγα νησιά του Αιγαίου, που οι κάτοικοί τους ασχολήθηκαν περισσότερο με την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της γης, παρά με τη θάλασσα. Βέβαια, οι πεδινές εκτάσεις κι οι χαμηλές λοφοπλαγιές της, δημιουργούν ιδανικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Οι κτηνοτρόφοι του νησιού, συντηρούν μια πλούσια τυροκομική παράδοση στην οποία πρωταγωνιστεί το Καλαθάκι Λήμνου το οποίο παίρνει το όνομά του από τα μικρά καλάθια, τα οποία παλιότερα ήταν πλεγμένα από λυγαριά.
Το Καλαθάκι Λήμνου είναι λευκό τυρί άλμης με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ), το οποίο παράγεται από πρόβειο ή αιγοπρόβειο γάλα της Λήμνου. Το γάλα προέρχεται αποκλειστικά από αιγοπρόβατα που εκτρέφονται στη νήσο Λήμνο. Το τυρί καλαθάκι της Λήμνου έχει λευκό χρώμα και φέρει μικρές τρύπες γεμάτες λίπος. Έχει γεύση παρόμοια με τη φέτα, αλλά λιγότερο ξινή.
Το τυρόπηγμα κατά την διαδικασία της παρασκευής παραμένει ακίνητο για μερικά λεπτά και στη συνέχεια τοποθετείται στα κυλινδρικά καλούπια, γνωστά ως καλαθάκια, όπου στραγγίζεται και οξύνεται. Τα καλαθάκια αυτά δίνουν στο τυρί τη χαρακτηριστική του ανάγλυφη επιφάνεια.
Αφού ολοκληρωθεί η στράγγιση το τυρί στη συνέχεια αλατίζεται και τοποθετείται σε λευκοσιδηρά δοχεία με άλμη, όπου παραμένει για περίπου τρεις εβδομάδες και μετά τοποθετείται σε ψυγεία για να ωριμάσει για δύο περίπου μήνες.
Αναγνωρίσθηκε ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) το 1994 και αν και έχει αρκετές ομοιότητες με τη Φέτα ως προς τη διαδικασία παραγωγής του, εντούτοις διατηρεί τη δική του γευστική ταυτότητα. Ταιριάζει με κρασιά, που διαθέτουν ισχυρή προσωπικότητα, όπως η Ρετσίνα, τα Ασύρτικα, αλλά και με τις ημίξηρες εκδοχές του Μοσχάτου Λήμνου.

ΤΟΠΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΛΗΜΝΟΥ
Η παράδοση στη Λήμνο δεν επισκιάστηκε από την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά οι κάτοικοί της την αξιοποιούν σαν προστιθέμενη αξία για την ανάπτυξη του τόπου. Παραδοσιακά προϊόντα υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας παράγονται στην περιοχή, όπως ελαιόλαδο, ελιές, κρασί, τσίπουρο, μέλι, βότανα, όσπρια, ψωμί, ζυμαρικά, αρτοποιήματα, αυγά, χυμοί, προϊόντα σταριού (το φημισμένο αλεύρι Μαυραγάνι), ταχίνι, χαλβάς, γλυκά κουταλιού, τοπικά γλυκίσματα, καλαθάκι Λήμνου, φέτα Λήμνου, μελίχλωρο, μαρινάτος γαύρος φιλέτο Λήμνου, βούτυρα ξηρών καρπών, μελίπαστες και καπνιστές σαρδέλες Αιγαίου, σκουμπρί Αιγαίου φιλέτο, κεραμικά διακοσμητικά, φυσικά προϊόντα προσωπικής περιποίησης κ.α..
Φωτογραφία από The Roots Shop Lemnos (τοπικά προϊόντα Λήμνου).

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
Η Πολιόχνη (η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης), οι Αμμοθίνες (μια αμμώδης έκταση 70 στρεμμάτων μακριά από την ακτή), η παραλία Φαρακλού (Γεωλογικοί σχηματισμοί που μοιάζουν με σεληνιακό τοπίο), Αλυκή (Λιμνοθάλασσα κοντά στο Κοντοπούλι), το Κάστρο της Μύρινας, η Παναγία Κακαβιώτισσα, η Ηφαιστία (αρχαίο θέατρο), τα Καβείρια (Ιερός Ναός των Καβείρων), η Σπηλιά του Φιλοκτήτη, το εκκλησάκι Αγιος Νικόλαος κοντά στη Νέα Κούταλη, οι εκκλησίες του Χριστού, του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Βασιλείου (1727) στον Αγιο Ευστράτιο, καθώς και η Μαράσλειος Σχολή, το Μουσείο Δημοκρατίας, το μνημείο του Ικάρου Σιαλμά με την επιγραφή Μολών Λαβέ κ.α..
Στη φωτογραφία οι Αμμοθίνες, μια αμμώδης έκταση περίπου 70 στρεμμάτων μακριά από την ακτή. Είναι η μοναδική έρημος της Ευρώπης!

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
Στην Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου δραστηροποιούνται πολλοί Πολιτιστικοί και Αθλητικοί Σύλλογοι οι οποίοι συνεργαζόμενοι και με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά και με την υποστήριξη χορηγών, προσφέρουν σπουδαίο πολιτιστικό έργο στις τοπικές κοινωνίες, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό και στη συνοχή τους. Μερικοί από τους Συλλόγους είναι ο Πολιτιστικός Σύλογος Αγίου Δημητρίου Ατσικής, ο Π.Σ. Μούδρου “Παύλος Κουντουριώτης”, το Λύκειο Ελληνίδων Παράρτημα Λήμνου, ο ΜΕΑΣ “Λήμνος”, ο ΜΕΑΣ «Ερμής» Βάρους, ο Αθλητικός Σύλλογος “Αργοναύτες”, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πορτιανατών, ο Σύλλογος Ιμβρίων Λήμνου, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κάσπακα, ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος “Θάνους”, ο Α.Ο. Ηφαιστία Κοντοπουλίου Λήμνου, ο Ποδοσφαιρικός Αθλητικός Πολιτιστικός Ομιλος “Διαγόρας Σαρδών”, η Σχολή Ποδοσφαίρου Λήμνος Α.Ε., ο Ποδοσφαιρικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Ποσειδών Καμινίων Λήμνου, ο Σύλλογος «Κοιμήσεως Θεοτόκου» Τσιμανδρίων Λήμνου, ο Σύλλογος των απανταχού Αγιοευστρατιτών, κ.α..
Στη φωτογραφία ο Πολιτιστικός Σύλογος Αγίου Δημητρίου Ατσικής Λήμνου.

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΗΜΝΟΥ
Η Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου ανήκει στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου και συγκροτήθηκε από τη γεωγραφική έκταση της π. Επαρχίας Λήμνου του Νομού Λέσβου. Μαζί με τον Άγιο Ευστράτιο αποτελούν την Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι της Λήμνου είναι η Μύρινα, που πήρε το όνομα της γυναίκας του πρώτου βασιλιά του νησιού, του Θόαντα. Εχει έκταση 521 τ.χλμ. και πληθυσμό 17.262 κατοίκους. Αντιπεριφερειάρχης της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, είναι ο κ. Βλάττας-Λαμπρινός Αγγελος.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΛΗΜΝΟΥ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Στην παρακάτω εικόνα εμφαίνεται η θέση της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου στο Βόρειο Αιγαίο, η οποία περιλαμβάνει τα νησιά Λήμνος και Αγιος Ευστράτιος, καθώς και τις πέριξ βραχονησίδες.
Τα νησιά δεσπόζουν στο Θρακικό Πέλαγος, ανάμεσα στο Άγιον Όρος και τα νησιά Σαμοθράκη, Ίμβρο και Λέσβο.

ΟΙ ΔΗΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΛΗΜΝΟΥ
H Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου συγκροτείται από τους Δήμους Λήμνου, με έδρα την Μύρινα και Αγίου Ευστρατίου, με έδρα τον Αγιο Ευστράτιο.

Ο ΔΗΜΟΣ ΛΗΜΝΟΥ
Ο Δήμος Λήμνου έχει έκταση 476 τ.χλμ. και πληθυσμό 16.411 κατοίκους. Εδρα του Δήμου είναι η Μύρινα. Δήμαρχος του Δήμου Λήμνου είναι η κ. Ελεονώρα Γεώργα. Ανήκει στην Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και περιλαμβάνει το νησί Λήμνος.
Ο Δήμος Λήμνου διαιρείται σε 4 Δημοτικές Ενότητες: Μύρινας, Μούδρου, Ατσικής και Νέας Κούταλης, οι οποίες περιλαμβάνουν 2 Δημοτικές και 30 Τοπικές Κοινότητες. Αναλυτικά παρακάτω οι Κοινότητες και οι συστατικοί οικισμοί:
1. Δημοτική Ενότητα Μύρινας: Περιλαμβάνει τη Δημοτική Κοινότητα Μύρινας και τις Τοπικές Κοινότητες Θάνους (Θάνος, Παραλία Θάνους), Κάσπακα (Κάσπακας, Αγ. Ιωάννης, Γάλη, Λιμενάρια), Κορνού (Κορνός, Ψύλλοι), Πλατέος (Πλατύ, Παραλία Πλατέος, Πλαγίσος Μώλος).
2. Δημοτική Ενότητα Μούδρου: Περιλαμβάνει τη Δημοτική Κοινότητα Μούδρου (Μούδρος), και τις Τοπικές Κοινότητες Καμινίων (Καμίνια, Βρόσκοπος), Ρουσσοπουλίου (Ρουσσοπούλι), Φισίνης (Φισίνη, Αγία Σοφία), Σκανδάλης (Σκανδάλη), Ρωμανού (Ρωμανό, Κώμη), Λύχνων (Λύχνα, Ανεμόεσσα), Ρεπανιδίου (Ρεπανίδι, Κότσινος, Αγιος Υπάτιος), Κοντοπουλίου (Κοντοπούλι, Αγιος Αλέξανδρος, Αγιος Θεόδωρος), Καλλιόπης (Καλλιόπη) Παναγίας (Παναγία), Πλάκας (Πλάκα).
3. Δημοτική Ενότητα Ατσικής: Περιλαμβάνει τις Τοπικές Κοινότητες Ατσικής (Ατσική, Προπούλι), Αγίου Δημητρίου (Αγιος Δημήτριος), Βάρους (Βάρος, Αερολιμήν), Δάφνης (Δάφνη), Καρπασίου (Καρπάσι), Καταλάκκου (Κατάλακκο, Σεργίτσι), Σαργών (Σαργές).
4. Δημοτική Ενότητα Νέας Κούταλης: Περιλαμβάνει τις Τοπικές Κοινότητες Νέας Κούταλης (Νέα Κούταλη), Κοντιά (Κοντιάς), Αγκαρυώνων (Αγκαρυώνες), Καλλιθέας (Καλλιθέα), Λιβαδοχωρίου (Λιβαδοχώρι, Πολιόχνη), Πεδινού (Νέο Πεδινό, Παλαιό Πεδινό), Πορτιανού (Πορτιανό), Τσιμανδρίων (Τσιμάνδρια, Διαπόρι).

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΥΡΙΝΑΣ
Η ΜΥΡΙΝΑ
Η Μύρινα είναι παραλιακή κωμόπολη, Δημοτική Ενότητα και Κοινότητα, καθώς και έδρα του Δήμου Λήμνου, πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 6.190 κατοίκους.
Γεωγραφία: Είναι χτισμένη στη δυτική ακτή του νησιού και βρίσκεται μεταξύ δύο φρουρίων, αποτελώντας τον κυριότερο οικισμό του νησιού. Διαθέτει αρχαιολογικό μουσείο και κοντά της βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Μύρινας, η οποία μαζί με την Ηφαιστία ξεχώριζαν ως οι σημαντικότερες πόλεις του νησιού κατά την αρχαιότητα.
Ονομασία: Το όνομά της το πήρε από τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα.
Ιστορία: Η ίδρυσή της ανάγεται στο 12ο ή 13ο αιώνα π.Χ., εποχή που στη Λήμνο κυριαρχούσαν οι Μινύες και πιθανότατα τότε χτίστηκε και το πρώτο κάστρο. Η πόλη της Μύρινας κατοικήθηκε πριν από την εποχή του χαλκού, όπως προκύπτει από αρχαιότητες που έχουν βρεθεί στην περιοχή. Στη διάρκεια των πέντε χιλιετιών που πέρασαν από τότε ήταν πάντοτε κατοικημένη σε διάφορα σημεία της έκτασης που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη. Σταθερό σημείο αναφοράς όλων των ιστορικών περιόδων αποτελεί η οχυρωμένη χερσόνησος, ύψους 120 μέτρων περίπου, η οποία δεσπόζει μεταξύ των δύο όρμων και παρείχε προστασία και ασφάλεια.
Κατά τον μεσαίωνα και τους βυζαντινούς χρόνους η πόλη είχε την δεύτερη θέση στο νησί μετά από την Ηφαιστία αρχικά και τον Κότζινο αργότερα. Πρωτεύουσα θέση πήρε πάλι στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της τουρκοκρατίας. Η ονομασία Κάστρο διατηρήθηκε μέχρι το 1955 που μετονομάστηκε σε Μύρινα.
Το Κάστρο: Το κάστρο της πόλης καλύπτει έκταση 144 στρεμμάτων. Σε μια πρώιμη μορφή κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και οι οχυρώσεις του ενισχύθηκαν το 1185 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ό,τι υλικό είχε απομείνει από την κλασική ακρόπολη της πόλης, η οποία έτσι εξαφανίστηκε.
Το σημερινό κάστρο χτίστηκε το 1186 από τον Ανδρόνικο Α’ Κομνηνό. Επισκευάστηκε τα έτη 1207-1214 από το Φιλόκαλο Navigajoso, το 1361 από τον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, το 1477 από τους Ενετούς και στα τέλη του 16ου αιώνα από τους Τούρκους. Στα 1780, έπειτα από τις επισκευές του Χασάν πασά Τζεζάερλι, ήταν εφοδιασμένο με 150 κανόνια. Το 1276 επικράτησε η ονομασία Παλαιόκαστρο σε αντιδιαστολή με ένα άλλο, νεόκτιστο, κάστρο του νησιού στον Κότζινο. Αργότερα η ονομασία μετατράπηκε απλά σε Κάστρο.
Αξιοθέατα: Ολόκληρη η πόλη έχει ένα αυθεντικό και παραδοσιακό στυλ με τα γραφικά δρομάκια, τα Αρχοντικά στον Ρωμέικο Γιαλό, την αγορά, το λιμανάκι. Ενδιαφέροντα αξιοθέατα αποτελούν το ενετικό Κάστρο με τα ελάφια του, το Αρχαιολογικό Μουσείο, η προϊστορική πόλη, ο Μητροπολιτικός Ναός της Αγίας Τριάδας, το Εκκλησιαστικό Μουσείο, η Ντάπια στο λόφο του Τσας. Ο Ρωμαίικος Γιαλός και τα Ρηχά Νερά είναι οι δύο πλησιέστερες παραλίες, στις οποίες η προσέγγιση γίνεται με τα πόδια. Λίγο έξω από τη Μύρινα στο δρόμο για τον Κάσπακα, απλώνεται η παραλία του Αυλώνα. Στην αριστερή πλευρά δεσπόζει το ξενοδοχείο Porto Mirina, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο αρχαίος ναός της Θεάς Άρτεμης.

ΤΟ ΘΑΝΟΣ
Το Θάνος είναι Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 416 κατοίκους.
Ονομασία: Η ονομασία του χωριού είναι άγνωστης προέλευσης. Η άποψη του Λήμνιου λαογράφου παπά-Αγγελή Μιχέλη ότι το όνομα προήλθε από κάποιον γαιοκτήμονα της περιοχής ονόματι “Θάνο”, ο οποίος μάλιστα καταγόταν από το χωριό “Θάνα” της Αρκαδίας, στερείται τεκμηρίωσης. Πάντως, το όνομα είναι βυζαντινό και αναφέρεται σε έγγραφο του έτους 1321: “πατριαρχικό κτήμα Άγιος Κωνσταντίνος εις το Θάνος”.
Γεωγραφία: Το Θάνος είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του σε υψόμετρο 60 μέτρα και απέχει μόλις 4 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Μύρινα. Το χωριό Θάνος είναι κτισμένο στους πρόποδες του λόφου Κάκκαβος και περιβάλλεται από όμορφους αμυγδαλεώνες. Αρχικά, το Θάνος βρισκόταν πιο κοντά στη θάλασσα, κατ’ άλλους στην περιοχή Στίβη κοντά στο εξωκλήσι Άγιος Γιάννης και κατ’ άλλους στη θέση Πλάκα. Στη σημερινή θέση μεταφέρθηκε λόγω του φόβου της πειρατείας.
Εκκλησίες: Ο ναός του χωριού, η Αγία Παρασκευή, τρίκλιτος, ρυθμού βασιλικής, χτίστηκε με δαπάνες της κοινότητας το 1890 στη θέση παλαιότερου, μέλη του οποίου έχουν ενσωματωθεί στην τοιχοποιία του. Τα πέντε τόξα του εξωνάρθηκα στηρίζονται σε μονολιθικούς κίονες.
Στα χρόνια του μεσοπολέμου, αγιογραφήθηκε το τέμπλο από το Γρηγόριο Παπαμαλή και το γιο του Στρατόνικο με έξοδα των αποδήμων και κυρίως του Δημητρίου Καρδαμέλλη. Μεγάλη δωρήτρια του ναού υπήρξε η Χριστίνα Στυλ. Γαροφάλλου με 1.000 λίρες.
Το Σχολείο: Το σχολείο του Θάνους ιδρύθηκε το 1861 και το 1874 μετατράπηκε σε κοινοτικό. Ήταν τριτάξιο και στα τέλη του 19ου αιώνα είχε περί τους 40 μαθητές. Το 1910 κτίστηκε νέο διδακτήριο από τον αιγυπτιώτη Στυλιανό Γαροφάλλου και προήχθη σε τετρατάξιο.Το 1919 λειτουργούσε και παρθεναγωγείο, άγνωστο από πότε, το οποίο συνενώθηκε με το αρρεναγωγείο και ιδρύθηκε διθέσιο δημοτικό εξατάξιο. Το 1927 προστέθηκε τρίτη αίθουσα και μετατράπηκε σε τριθέσιο αλλά μεταπολεμικά έγινε πάλι διθέσιο. Οι Θανιώτες της διασποράς και κυρίως ο Δούκας Στ. Γαροφάλλου είχαν προικίσει το σχολείο με κεφάλαιο 1.000 λιρών, από τους τόκους του οποίου: αγοράζονταν βιβλία για τη σχολική βιβλιοθήκη, εποπτικά όργανα, γραφική ύλη, βιβλία και ενδυμασίες των μαθητών κλπ.. Το κτίριο ανακαινίστηκε ριζικά το 1946 με δαπάνη 170.000 δρχ. του Ιωάννη Καμάμη κατοίκου Μοζαμβίκης και πάλι το 1970 έπειτα από δωρεά 20.000 δρχ. του Άγγελου Μαμαλιάδη κατοίκου Νοτίου Αφρικής.
Τουρισμός: Το Θάνος αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο τουριστικά θέρετρα της Λήμνου, καθώς συνδυάζει μοναδικά την γραφικότητά που συναντάει κανείς σε κάθε βήμα του στα ιστορικά του σοκάκια ( = στενά δρομάκια ), με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, που μπορεί να συναντήσει στην πολυσύχναστη παραλία του. Στην παραλία του Θάνους μπορεί ο επισκέπτης να απολαύσει πολλά θαλάσσια σπορ και να δοκιμάσει κάποιο δροσιστικό κοκτέιλ σε ένα από τα Beach Bars.
Αξιοθέατα: Κοντά στο χωριό βρίσκεται ένα ιδιαίτερο ξωκλήσι στη Λήμνο, η Παναγία Κακκαβιώτισσα αφού είναι χτισμένο μέσα σε βραχώδη σπηλιά στο βουνό Κάκκαβος, αφιερωμένο στη Κοίμηση της Θεοτόκου. Αποτελεί μοναδικό δείγμα λατρευτικού χώρου χωρίς σκεπή, με φυσικό σκέπαστρο τον ίδιο τον βράχο. Βλ. αφιέρωμα παρακάτω.
Η παραλία του Θάνους: Η παραλία του Θάνους, με τους παράξενους βραχώδεις σχηματισμούς που περιβάλλουν τη μεγάλη αμμουδιά, είναι μια από τις όμορφες παραλίες της Λήμνου.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΚΚΑΒΙΩΤΙΣΣΑΣ
Η Παναγία Κακαβιώτισσα είναι ένα ιδιαίτερο ξωκλήσι στη Λήμνο, χτισμένο μέσα σε βραχώδη σπηλιά στο βουνό Κάκαβος, κοντά στο χωριό Θάνος, αφιερωμένο στη Κοίμηση της Θεοτόκο. Αποτελεί μοναδικό δείγμα λατρευτικού χώρου χωρίς σκεπή, με φυσικό σκέπαστρο τον ίδιο τον βράχο.
Το ξωκλήσι σχετίζεται με μοναχούς της Μονής Σιμωνόπετρας του Αγίου Όρους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο νησί κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κατά την τοπική παράδοση, ο τελευταίος μοναχός φέρεται να εγκατέλειψε τελικά τη Λήμνο για να εγκατασταθεί στο Άγιο Όρος. Πριν την αναχώρησή του, εμπιστεύτηκε την εικόνα της Παναγίας σε έναν κάτοικο της περιοχής, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια Μουμτζή και καταγόταν από το χωριό Κοντιά. Η εικόνα της Παναγίας, που φυλάσσεται μέχρι σήμερα από απόγονους του Μουμτζή, μεταφέρεται κάθε χρόνο από τον Κοντιά στο ξωκλήσι για τη μοναδική λειτουργία της χρονιάς
Το ξωκλήσι είναι χτισμένο σε δύσβατο σημείο, εντός σπηλιάς. Δεν έχει σκεπή και οι τοίχοι του διατηρούν ένα λιτό αλλά επιβλητικό ύφος. Είναι ένας μικρός δίχωρος ναΐσκος με ορθογώνια κάτοψη και συνολική επιφάνεια περίπου 18 τ.μ. Οι τοίχοι του είναι χτισμένοι με ακατέργαστους και μερικώς κατεργασμένους ντόπιους γκριζωπούς λίθους και πωρόλιθους. Ο ναός είναι προσκολλημένος στον βράχο από την ανατολική πλευρά, ενώ οι υπόλοιπες τρεις πλευρές είναι ελεύθερες. Το ιερό χωρίζεται από τον κυρίως χώρο με έναν εγκάρσιο λιθόκτιστο τοίχο που λειτουργεί ως τέμπλο. Προσφέρει θέα στο Αιγαίο και περιβάλλεται από βραχώδες τοπίο.
Το 1305 το μονύδριο Θεοτόκος Κακκαβιώτισσα στην περιοχή του Ζευγματά, το οποίο λειτουργούσε από παλαιότερα, έγινε μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Ο σπηλαιώδης ναός της Παναγίας Κακκαβιώτισσας που υπάρχει μέχρι σήμερα δέχεται δεκάδες προσκυνητές που ανεβαίνουν στο λόφο πεζοπορώντας τα τρία χιλιόμετρα που απέχει από το δημόσιο δρόμο. Το 1355 αναφέρεται και οικισμός Κάκκαβος που κατοικούσαν οι πάροικοι της μονής Μεγίστης Λαύρας. Το λόφο Kakavo σημειώνει στο χάρτη του και ο Γάλλος Choiseul-Gouffier το 1785.
Η μοναδική θεία λειτουργία στο ξωκλήσι τελείται κάθε χρόνο την Τρίτη της Διακαινησίμου, λίγες μέρες μετά το Πάσχα. Η εικόνα της Παναγίας επιστρέφει για μία ημέρα στο ναό, προσελκύοντας πιστούς και επισκέπτες από όλο το νησί. Η πρόσβαση γίνεται μέσω χωματόδρομου και κατόπιν πεζοπορίας περίπου 20-30 λεπτών. Η διαδρομή ανηφορίζει σε βραχώδες τοπίο.
Η Παναγία Κακαβιώτισσα αποτελεί σημαντικό πολιτιστικό και θρησκευτικό σύμβολο της Λήμνου. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον προσκυνητών, ταξιδιωτών και φωτογράφων. Η συντήρησή της γίνεται με την υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας και εθελοντών, ενώ προστατεύεται ως ιστορικό μνημείο.

Ο ΚΑΣΠΑΚΑΣ
Ο Κάσπακας είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.
Γεωγραφία: Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στο δυτικό μέρος του νησιού και ο πληθυσμός του ανέρχεται σε 504 κατοίκους.
Ονομασία: Το όνομα του χωριού προήλθε από τον Βυζαντινό ναύαρχο Κάσπακα, ο οποίος έζησε επί Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118).
Ιστορία: Το 883 ο στρατηγός Κατάκαλος Κάσπακας στάλθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Ιερισσό για να διευθετήσει κτηματικές διαφορές μεταξύ κατοίκων και μοναχών. Επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) ο ναύαρχος Κάσπακας κατανίκησε το στόλο των Σελτζούκων που λυμαίνονταν το βόρειο Αιγαίο. Ο ίδιος έκτισε τη μονή Κάσπακος στον Άθω, πλησίον της μονής Φιλοθέου, η οποία διαλύθηκε πριν από το 1300. Αργότερα στην ίδια θέση αναφέρεται ναός του Αγίου Ονούφριου. Φαίνεται πως ο ναύαρχος είχε κτηματική περιουσία και στη Λήμνο, διότι το 1363 ο «τόπος του Κάσπακα» αναφέρεται ως ιδιοκτησία της μονής Κοσταμονίτου σε σχετικό χρυσόβουλο: Εις δε το νησίον της Λήμνου τόπος, λεγόμενος Κάσπακα, μετόχιον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, εχέτω γην μοδίων εκατόν ογδοήκοντα, όπερ ο πατήρ του πατρός της βασιλείας μου Κωνσταντίνος ο Πατρίκιος εκ βάθρων ανήγειρεν..
Η έκταση που κατείχε περιλάμβανε το λόφο Άγιος Αθανάσιος κι έφθανε ως τη Βίγλα (όρος Σκοπιά). Στα χωράφια εργάζονταν οι παλαιοί κάτοικοι του χωριού. Ο αρχικός οικισμός βρισκόταν στη θέση Πύργος, πεντακόσια μέτρα βορειοανατολικά του χωριού, όπου υπήρχε μεσαιωνική οχύρωση για να καταφεύγουν σε περιπτώσεις επιδρομών. Κατά τον παπά-Αγγελή Μιχέλη (εφ. Λήμνος 1014, 7-10-1934):
Προς το βόρειον μέρος του χωρίου και παρά την θέσιν «Καψάλη», φαίνεται και ο πύργος των μοναχών, κατόχων των κτημάτων του Κάσπακος.
Επειδή ο τόπος ήταν άνυδρος, μεταφέρθηκε στους πρόποδες του Αγίου Αθανασίου, στο λόφο Παλιόμυλο, όπου υπάρχουν άφθονα νερά. Αν και βρίσκεται σε δύσβατη περιοχή, δεσπόζει μιας εύφορης κοιλάδας με συκιές και αμυγδαλιές, η οποία εκτείνεται ως τη θάλασσα.
Στην περιοχή δεσπόζει το όρος Σκοπιά ή Βίγλα (470 μ.) που σημειώνεται ήδη από το 1588 ως Mont Vigla (χάρτης Belon). Η ονομασία είναι βυζαντινή και υποδηλώνει την ύπαρξη οργανωμένης φρυκτωρίας με καμινοβιγλάτορες, οι οποίοι ειδοποιούσαν με σήματα φωτιάς για τυχόν κινδύνους. Ο παπά-Αγγελής Μιχέλης εντόπισε εκεί λαξεμένες στέρνες:
Η φρουρά αύτη υδρεύετο από δεξαμενάς, εις τας οποίας εναποθηκεύετο το νερό της βροχής, επί τούτω πελεκημένας εντός του όρους και αι οποίαι λέγονται «Αγιαστέρνες» μέχρι σήμερον.
Αρχαιολογικά ευρήματα: Στο λοφίσκο “Πολιόχνη”, κοντά στον Αϊ-Γιάννη, έχει εντοπιστεί προϊστορική θέση. Ως θέση με αρχαιολογικό ενδιαφέρον είχε υποδείξει την περιοχή ο παπα-Αγγελής Μιχέλης ήδη από το 1934. Εγραφε τότε: “Ο Κάσπακας δεν υστερεί από αρχαιολογική άποψη… Βυζαντινά δε ο «Πύργος» και η «Πολίχνη», κειμένη άνωθεν της θέσεως Πηγάδα”.
Διοικητικά Στοιχεία: Στα κοινοτικά έγγραφα ο Κάσπακας αναφέρεται ως οργανωμένη ενορία το 1854 με ιερέα τον Παναγιώτη. Την περίοδο αυτή χτίστηκε ο κεντρικός ναός του Αγίου Γεωργίου, στα εγκαίνια του οποίου μεταφέρθηκαν άγια λείψανα από ένα ομώνυμο εξωκλήσι, κτίσμα του 1799, που βρίσκεται τριακόσια μέτρα έξω από το χωριό και πιθανότατα αποτελεί τη συνέχεια του αγιορείτικου μετοχιού του 1363. Σύμφωνα με τον παπα-Αγγελή Μιχέλη, στο ξωκλήσι σωζόταν ξυλόγλυπτο τέμπλο ως το 1934: “φαίνεται και παρεκκλήσιον επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου με Δεσποτικόν Θρόνον, μαρτυρούν την αρχαιότητά των εκ του σκαλιστού ξυλίνου τέμπλου”.
Το 1918 το χωριό συγκρότησε αυτόνομη κοινότητα, στην οποία από το 1981 καταγράφονται ως ξεχωριστοί οικισμοί ο Άγιος Ιωάννης και η Γάλη. Ο Άγιος Ιωάννης με την αμμώδη παραλία και τα παράξενα βράχια – τα Μετέωρα του Κάσπακα – παρουσιάζει έντονη τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια και λειτουργούν ταβέρνες κι ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Με το πρόγραμμα Καλλικράτης στην Κοινότητα Κάσπακα υπάγονται εκτός από τον Κάσπακα και οι οικισμοί Αγιος Ιωάννης, Γάλη και Λιμενάρια, με τον συνολικό της πληθυσμό της Κοινότητας να ανέρχεται σε 894 κατοίκους.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
Ο Αγιος Ιωάννης είναι χωριό της Τοπικής Κοινότητας Κάσπακα, της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.
Ο πληθυσμός του οικισμού είναι 40 κάτοικοι.
Γεωγραφία: Ο Άγιος Ιωάννης είναι παράλιος οικισμός στην δυτική Λήμνο, στο νότιο μυχό του όρμου Κάσπακα και δυτικά του φερώνυμου οικισμού του οποίου αποτελεί επίνειο, σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 40 μέτρα. Απέχει 4 χλμ. Βόρεια της Μύρινας.
Αξιοθέατα: Η εκτεταμένη παραλία του οικισμού, με τον «Τούρκο», χαρακτηριστικό βράχο στο βόρειο τμήμα της • Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στην παραλία • Οι καταρράκτες του Κατσαΐτη («Κρεμάμενα Νερά»), βόρεια του οικισμού • Το Ακρωτήρι «Μούρτζουφλος» («Μούρτζεφλος»), πολύ βόρεια του οικισμού, με χαρακτηριστική χερσόνησο, που αποτελεί και το απώτατο βορειοδυτικό άκρο της Λήμνου και έχει εξαιρετική θέα στο βουνό του Άθωνα στο Άγιο Όρος. (Photo Limnos Mobe).

Η ΓΑΛΗ ΛΗΜΝΟΥ
Η Γάλη είναι χωριό της Τοπικής Κοινότητας Κάσπακα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 64 κατοίκους. Μαζί με τους οικισμούς Κάσπακας και Λιμενάρια απότελούν την Τοπική Κοινότητα Κάσπακα με συνολικό πληθυσμό 894 κατοίκους.
Γεωγραφία: Ο οικισμός βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Λήμνου, σε υψόμετρο 60 μέτρα και σε απόσταση περίπου 6 χλμ. βορειοανατολικά από τη Μύρινα. Δυτικά του χωριού είναι ο Κάσπακας και ανατολικά ο Κόρνος.
Διοικητικά στοιχεία: Αναφέρεται επίσημα, ως ξεχωριστός οικισμός, για πρώτη φορά το 1981 όταν απογράφεται στην τότε κοινότητα Κάσπακα.

ΤΑ ΛΙΜΕΝΑΡΙΑ
Τα Λιμενάρια είναι χωριό της Τοπικής Κοινότητας Κάσπακα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 23 κατοίκους.
Γεωγραφία: Tο χωριό βρίσκεται στα δυτικά παράλια της Λήμνου, σε υψόμετρο 60 μέτρα και απόσταση περίπου 4 χλμ. βόρεια από τη Μύρινα.
Διοικητικά στοιχεία: Τα Λιμενάρια αναφέρονται επίσημα, ως ξεχωριστός οικισμός, για πρώτη φορά το 2001 να απογράφεται στην τότε κοινότητα Κάσπακα. Σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης και την τροποποίησή του Κλεισθένης Ι, μαζί με τον Άγιο Ιωάννη, τον Κάσπακα και την Γάλη, αποτελούν την Τοπική κοινότητα Κάσπακα, που υπάγεται στην Δημοτική Ενότητα Μύρινας, του Δήμου Λήμνου.

Ο ΚΟΡΝΟΣ
Ο Κορνός είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 311 κατοίκους.
Στην Κοινότητα εκτός από τον Κορνό υπάγεται και ο οικισμός Ψύλλοι, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεται στους 358 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στις νότιες πλαγιές του λόφου Σκούρκα.
Ονομασία: Το χωριό πήρε ίσως το όνομά του από τον κρουνό (βρύση) που υπήρχε καταμεσής του οικισμού και τροφοδοτούσε με άφθονο νερό όχι μόνο τα σπίτια, αλλά και τους πέριξ κήπους. Το 1902 φτιάχτηκε μεγάλη πέτρινη βρύση που ανακαινίστηκε το 1993 από το σύλλογο ΜΕΑΣ Κορνού. Σήμερα,
το νερό αντλείται και μεταφέρεται σε υδραγωγείο.
Ιστορία: Το 1361 ο οικισμός αναφέρεται «ο Κορωνός», οι κάτοικοι του οποίου είχαν δοθεί ως πάροικοι στη μονή Μεγ. Λαύρας. Ως τον 18ο αιώνα δεν υπάρχει άλλη αναφορά του χωριού. Το 1785 ο Choiseul-Gouffier το σημειώνει ανώνυμα στο χάρτη του, ως Village -κάτι που έχει κάνει με πολλά χωριά του νησιού- ενώ το 19ο αιώνα όλοι οι περιηγητές δυσκολεύονται να μεταφέρουν σωστά το όνομα του Κορνού. Οι Hurt (1801) και Depping (1822) γράφουν Chorous, οι Conze (1858) και Fredrich (1904) Kurnos, ο De Launay (1898) Chronos και ο Hauttecoeur (1903) Krunos τόσο το χωριό όσο και το λόφο που βρίσκεται πίσω του.
Οι ιαματικές πηγές: Κοντά στο χωριό υπάρχουν τα Θέρμα με τις ιαματικές, θερμές πηγές τους. Το νερό των Θέρμων αναβλύζει από δύο πηγές. Έρχεται από βάθος 1200 μέτρων κι έχει θερμοκρασία 42-44 βαθμών Κελσίου. Είναι ιαματικό και συνιστάται τόσο για λουτροθεραπεία (αρθρίτιδα, οστεοπόρωση, ρευματοπάθειες, αρθροπάθειες, σπονδυλαρθρίτιδα) όσο και για ποσιμοθεραπεία (νεφρολιθιάσεις, χολολιθιάσεις). Περιέχει ελάχιστη ποσότητα αλάτων, είναι διαυγές και εύγευστο. Εκεί λειτουργούσαν λουτρά τουλάχιστον από το 1548. Τότε αναφέρεται από τον Belon ότι υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο αποδυτηρίων κι ένας θολωτός θάλαμος με μια πέτρινη μπανιέρα, τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα, σε νεότερα κτίρια.
Πάνω από τα Θέρμα υψώνεται ο λόφος Προφήτης Ηλίας. Το 1785 σημειώνεται ως Mt. de Therma, αλλά 1858 ως Bg. Jlias, είτε επειδή στην κορυφή του είχε χτιστεί το ομώνυμο εκκλησάκι, είτε επειδή υπήρχε παλαιό χάλασμα ναού. Το σημερινό εξωκλήσι είναι του 1872, αλλά το 2001 υπέστη ριζική ανακαίνιση. Σε χάρτη που συνοδεύει έκδοση του 1588 σημειώνεται δρόμος που συνέδεε το Κάστρο με τις Thermes και το γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία. Ο δρόμος αυτός, που συνέχιζε προς την ανατολική Λήμνο, ήταν εν χρήσει μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια που έγινε νέα χάραξη. Σήμερα το νερό της πηγής χρησιμοποιείται ως πόσιμο από πολλούς Λημνιούς, οι οποίοι συρρέουν εκεί και γεμίζουν τα παγούρια τους από τις παλαιές κρήνες που κατασκευάστηκαν το 1908.
Το ενδιαφέρον των περιηγητών για τον Κορνό οφείλεται σε αυτές τις θερμές ιαματικές πηγές τα Θέρμα, που απέχουν περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά από το χωριό. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών θεωρούν το νερό αυτό εξαιρετικής ποιότητος, και το χρησιμοποιούν για την καθημερινή τους πόση. Κυρίως κατά το παρελθόν, αλλά ακόμη και σήμερα, το νερό αυτό χρησιμοποιείται και για θεραπευτικούς σκοπούς. Στο πανηγύρι του ναού πολλοί Λημνιοί ανεβαίνουν με τα πόδια από την παραμονή και διανυκτερεύουν σε παρέες.
Ευεργέτες του χωριού: Πολλοί ευεργέτες του νησιού, κυρίως Αιγυπτιώτες μετανάστες, κατάγονται από τον Κορνό. Πιο γνωστός ήταν ο Οδυσσέας Ι. Παντελίδης, με χρήματα του οποίου αγοράστηκε το Παντελίδειο, σημερινό ΤΕΛ Μύρινας.
Παράδοση: Ο Κορνός είναι ένα παραδοσιακό χωριό της Λήμνου, φημισμένο για τα χαρακτηριστικά νεοκλασσικά αρχοντικά του, καθώς και για τα γλυκά κουταλιού που παράγονται στο χωριό, σε μια τοπική βιοτεχνία.
Η εκκλησία: Η αρχική ενορία του χωριού ήταν ο Απόστολος Ανδρέας. Ήταν ναός πεπαλαιωμένος και το 1862 ανακαινίστηκε με δαπάνη του Ιωάννη Ν. Παλαιολόγου, ενός σημαίνοντος δημογέροντα, ο οποίος αναφέρεται μεταξύ των εφόρων των σχολών και των ναών του νησιού από το 1813.
Το 1892 κτίστηκε ο ναός της «Κοίμησης Θεοτόκου» ρυθμού βασιλικής, με γενναία συνδρομή 300 χρυσών εικοσάφραγκων του Ιωάννη Αντωνιάδη και 100 χρυσών λιρών της αδερφής του Ευγενίας. Περιέχει εικόνες του Παπαμαλή του 1922.
Πρόσωπα: Από τον Κορνό κατάγεται ο νέος πρόεδρος (από το 2006) του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) Στέφανος Ταμβάκης, Λήμνιος της Αιγύπτου.
Αξιοθέατα: Ο ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο ναός του Αγίου Ανδρέα, η κεντρική πλατεία, τα Θέρμα, ο λόφος Προφήτης Ηλίας.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΑΜΒΑΚΗΣ
Ο Στέφανος Π. Ταμβάκης γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου του 1952 στην Αλεξάνδρεια από γονείς Λημνίους με καταγωγή από το χωριό Κορνός. Φοίτησε στο Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας και στην συνέχεια μετέβη στην Αγγλία όπου σπούδασε στο Cambridge University, Γλώσσα και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εκτός από την μητρική του γλώσσα μιλά Αραβικά, Αγγλικά και Γαλλικά. Το 1976 μετά από το θάνατο του πάτερα του Παύλου Ταμβάκη επέστρεψε στην Αίγυπτο και ανέλαβε, την οικογενειακή επιχείρηση παρασκευής και παραγωγής τροφίμων “St’George’s est. 1905”, στην Αλεξάνδρεια.
Το 1978 παντρεύτηκε την Ευγενία Δαγιάντη και στις 20 Αυγούστου του 1980 απέκτησαν έναν γιο τον Παύλο Ταμβάκη.
Ομογένεια: Η είσοδος του στα κοινά έγινε το 1976, με την εκλογή του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φιλανθρωπικού Σωματείου Αισχύλος-Αρίων, ακολουθώντας την πορεία του πατέρα του, Παύλου Ταμβάκη, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος του συγκεκριμένου Σωματείου.
Το 1984 εκλέγεται Κοινοτικός Επίτροπος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξάνδρειας. Πρώτο του μέλημα ήταν η αναδιοργάνωση και ανάπτυξη του Κοινοτικού Γηροκομείου Κανισκέρη-Αντωνιάδη.
Το 1990 εκλέγεται Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξάνδρειας (ΕΚΑ) σε ηλικία 38 χρονών, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 2002, για να ανακηρυχτεί στη συνέχεια Επίτιμος Πρόεδρος της ΕΚΑ. Ως Πρόεδρος της ΕΚΑ το 1993 διοργάνωσε τους εορτασμούς για τα 150 χρόνια της Πρεσβυγενούς Κοινότητας Αιγύπτου. Σε ενέργειές του οφείλεται η έκδοση της κοινοτικής εφημερίδας «Πατρίδα» και η ανέγερση αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Από το 2003 είναι αιρετό μέλος των Δ.Σ. στο Κοινωφελές και στο αντίστοιχο Επιχειρηματικό Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης.
Το 1995 εκλέγεται Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού και Συντονιστής Ασίας-Αφρικής. Επανεκλέγεται ομόφωνα τρεις συνεχόμενες φορές. Από τη θέση αυτή το 1997 διοργάνωσε το Α΄ Περιφερειακό Συνέδριο Ασίας-Αφρικής στην Αίγυπτο. Επίσης, δύο συνέδρια του Δικτύου Νεολαίας ΣΑΕ Ασίας – Αφρικής, το 1999 στην Αλεξάνδρεια και το 2001 στο Γιοχάνεσμπουργκ.
Τον Δεκέμβριο του 2001 εκλέγεται Αναπληρωτής Πρόεδρος και στις 9 Δεκεμβρίου 2006 εκλέγεται Πρόεδρος του ΣΑΕ, διαδεχόμενος τον Ελληνοαμερικανό Άντριου Άθενς.
Τιμητικές διακρίσεις:
• “Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος” από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο
• “Παράσημο Α΄ Τάξεως του Αγ. Μάρκου Ευαγγελιστή” από τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας Παρθένιο Γ΄.
• “Μεγαλόσταυρος της Πατριαρχικής Τάξεως του Αγίου Σάββα” από τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας και πάσης Αφρικής Πέτρο Ζ΄.
• “Άρχων Τελετάρχης” του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
• Μετάλλιο από τον Πατριάρχη Πασών των Ρωσιών Αλέξιο Β΄.

ΤΟ ΠΛΑΤΥ ή ΠΛΑΤΥΣ
Το Πλατύ ή Πλατύς (παλαιότερα), είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μύρινας, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 437 κατοίκους. Στην Τοπική Κοινότητα πλατέος εκτός από το Πλατύ υπάγονται και οι οικισμοί Παραλία Πλατέος και Πλαγίσος Μώλος, με τον συνολικό της πληθυσμό της Κοινότητας να ανέρχεται στους 681 κατοίκους.
Γεωγραφία: Βρίσκεται 3,5 χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα του νησιού, τη Μύρινα
Ονομασία: Το χωριό Πλατύ ονομάστηκε έτσι είτε λόγω του επίπεδου εδάφους που βρίσκεται, είτε από το ευρύ στόμιο του γειτονικού όρμου (πλατύς γιαλός), ο οποίος χρησιμοποιούνταν σαν λιμάνι από την εποχή του Μεσαίωνα.
Ιστορία: Ο όρμος χρησιμοποιούνταν ως λιμάνι από τα μεσαιωνικά χρόνια. Θεωρούνταν ασφαλές αγκυροβόλιο, διότι έχει λασπώδη βυθό και περικλείεται από τα ακρωτήρια Τηγάνι και Διαβάτης και από συνεχόμενες ξέρες και ύφαλους που εμποδίζουν τη θαλασσοταραχή να πλήξει το εσωτερικό του.
Εκκλησίες: Ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ρυθμού βασιλικής, κτίστηκε το 1857, αλλά ο εξωνάρθηκας και το καμπαναριό είναι μεταγενέστερα. Ένα εντοιχισμένο ανάγλυφο με τη μορφή του αγίου Γεωργίου και το έτος 1808, δηλώνει ότι στη θέση προϋπήρχε παλιότερος ναός. Στην επιγραφή σημειώνεται το όνομα του μάστορα από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος έκτισε και τους ναούς της Ατσικής και του Βάρους. Ο ναός με το εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο, εορτάζει και του Αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου η εικόνα βρέθηκε στο νεκροταφείο του χωριού γύρω στα 1870.
Παιδεία: Το 1899-1900 δίδαξε στο Πλατύ ο Αγγελής Μιχέλης (δάσκαλος και από το 1907 ιερέας) ο οποίος υπηρέτησε πάλι στο χωριό το 1934-35 στο τέλος της σταδιοδρομίας του και δημοσίευσε ένα άρθρο για το χωριό με λαογραφικές πληροφορίες., έγραφε για τους κατοίκους: “Οι κάτοικοι του Πλατέως είναι πολύ φιλότιμοι και τούτο αποδεικνύεται και εκ των κοινοτικών έργων (σχολείον, δρόμοι στρωμένοι, αναδάσωσις βοσκοτόπου και λοιπά), προ παντός δε οι αποδημούντες εννοούν, και μίαν δραχμήν να έχουν, να την στείλουν δια τον καλλωπισμόν του χωρίου των. Πανηγύρεις κάνουν δύο οι Πλατυνοί, του Αγίου Σπυρίδωνος, 12 Δεκεμβρίου και του Αγίου Γεωργίου, 23 Απριλίου… Εις την πανήγυριν ταύτην και εκ του πλησίον του Κάστρου, συνέρχεται, κατά το απόγευμα, κόσμος πολύς προς διασκέδασιν.”
Πλατυνοί μετανάστες: Από τα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρονται Πλατυνοί μετανάστες στην Αφρική, όπως ο Γρηγόριος Λεοντής στο Σουδάν το 1890 και στις ΗΠΑ. Εκεί λειτουργούσε ο Σύλλογος Πλατυνών ΗΠΑ «ο Άγιος Γεώργιος», ο οποίος κατά καιρούς χρηματοδότησε το σχολείο, το ναό, έργα ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης κλπ. Στα χρόνια του μεσοπολέμου πολλοί κάτοικοι διατηρούσαν εμπορικά καταστήματα στο κοντινό Κάστρο, όπου σταδιακά μετοίκησαν, με αποτέλεσμα το 1938 τα περισσότερα από τα 215 σπίτια του να είναι ακατοίκητα. Μεταπολεμικά, η μετανάστευση κυριολεκτικά «άδειασε» το χωριό. Ενώ είχε 553 κατοίκους το 1928, το 1971 είχαν απομείνει μόλις 352.
Τουρισμός: Τις τελευταίες δεκαετίες το Πλατύ παρουσιάζει έντονη τουριστική κίνηση. Η γειτνίαση με τη Μύρινα σε συνδυασμό με τη γραφική αμφιθεατρική του θέση και την εκτεταμένη αμμώδη παραλία του, το έχουν καταστήσει πόλο έλξης πολλών επισκεπτών. Στην περιοχή λειτουργούν δεκάδες τουριστικά καταλύματα, ξενοδοχεία και ταβέρνες.

Ο ΠΛΑΓΙΣΟΣ ΜΩΛΟΣ
Ο Πλαγίσος Μώλος βρίσκεται στα νοτιοδυτικά παράλια του νησιού, σε απόσταση περίπου 4 χλμ. νότια από τη Μύρινα και 1 χλμ. νότια από το Πλατύ. Αναφέρεται επίσημα, ως ξεχωριστός οικισμός, για πρώτη φορά το 2001 να απογράφεται στον Δήμο Λήμνου. Σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης και την τροποποίησή του Κλεισθένης Ι, μαζί με το Πλατύ, τους Αγίους Αναργύρους και την Παραλία Πλατέος αποτελούν την κοινότητα Πλατέος που υπάγεται στην Δημοτική Ενότητα Μύρινας του Δήμου Λήμνου. Σύμφωνα με την απογραφή 2021 απογράφησαν 16 κάτοικοι.

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΛΑΓΙΣΟΣ ΜΩΛΟΣ
Η παραλία Πλαγίσος Μώλος βρίσκεται στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Λήμνου. Είναι ένα πανέμορφο μέρος με παρθένα παραλία και χρυσή αμμουδιά, ιδανική για απόλυτη χαλάρωση και απολαυστικές βουτιές. Η παραλία Πλαγίσιος Μώλος, δεν έχει δεχτεί καμία παρέμβαση στην φυσική της ομορφιά και και εδώ δεν θα βρείτε κανενός είδους οργάνωση ή εξυπηρέτηση εκτός από κάποια σκίαστρα.
Η παραλία ονομάζεται και κόλπος του Στβι και βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Πλατύ και Θάνος. Η πρόσβαση στην παραλία Στβι, πραγματοποιείται από ένα βατό χωματόδρομο.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΟΥΔΡΟΥ
Ο ΜΟΥΔΡΟΣ
Ο Μούδρος είναι παραλιακό χωριό του Δήμου Λήμνου στον ομώνυμο ανατολικό όρμο της νήσου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με μόνιμο πληθυσμό 870 κατοίκους.
Στην περιοχή του Μούδρου η κατοίκηση ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια, με επίκεντρο την πόλη που είχε κτιστεί στο νησάκι Κουκονήσι. Οι ανασκαφές, τις οποίες έχει ξεκινήσει εκεί από τον Οκτώβριο του 1992 ο Λημνιός αρχαιολόγος Χρήστος Μπουλώτης, αποκαλύπτουν ένα σπουδαίο προϊστορικό κέντρο, ισοδύναμο της Πολιόχνης και σύγχρονο με κάποιες φάσεις της.
Το Κουκονήσι ή «Νησάκι», όπως το αποκαλούν συνήθως οι Μουδρινοί, είναι μια μικρή σε σχήμα αυγού νησίδα που βρίσκεται ΒΑ του Μούδρου με έκταση 140 στρέμματα περίπου και υψόμετρο 10 μέτρα. Από την απέναντι ακτή το χωρίζει μια αβαθής θαλάσσια στενωπός πλάτους 400 μέτρων περίπου, η οποία συχνά αποξηραίνεται δημιουργώντας μια μικρή λασπώδη χερσόνησο. Για την χωρίς εμπόδια οδική πρόσβαση των αγροτών έχει κατασκευαστεί από παλιά ένας υπερυψωμένος πετρόστρωτος δρόμος με δυο γεφύρια, ώστε να μην εμποδίζεται η κίνηση του θαλάσσιου νερού.
Η ονομασία το Μούδρον ή ο Μούδρος είναι άγνωστης προέλευσης. Πιθανότερη θεωρείται η εκδοχή πως προέκυψε από κάποιο «μύδρο», γρανιτένιο βράχο από στερεοποιημένη λάβα που υπήρχε κοντά στην ακτή και σ’ αυτόν έδεναν οι ναυτικοί τα πλοία τους.
Κατα τη Βυζαντινή περίοδο αναφέρεται για πρώτη φορά το 14ο αιώνα: το 1355 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας και το 1362 και 1380 σε δύο χρυσόβουλα του Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου «περί του εν Λήμνω Μούδρου». Το 1362 ο Μέγας Στρατοπεδάρχης Γεώργιος Αστράς, «Δούκας και Κεφαλή της Λήμνου», δώρισε στη μονή Βατοπεδίου έναν πύργο που είχε κτίσει στο Μούδρο και έκταση δύο 1800 στρέμματα για τη δημιουργία μετοχίου. Τη δωρεά επικύρωσε με χρυσόβουλο ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’.
Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό γνώρισε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης με επίκεντρο το λιμάνι του, από το οποίο εξάγονταν το 85% της παραγωγής Λημνιακών προϊόντων. Μάλιστα, την περίοδο 1920-28 το Λιμάνι του Μούδρου αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστός οικισμός.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο ο πληθυσμός του Μούδρου από το 1981 μέχρι σήμερα έχει σταθεροποιηθεί στα 1000 άτομα περίπου αλλά το καλοκαίρι σχεδόν τριπλασιάζεται. Τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες Ιδρύθηκαν: γυμνάσιο, γενικό και επαγγελματικό λύκειο, πολυϊατρείο, κτηνιατρείο, υπάρχουν φαρμακεία, τραπεζικά καταστήματα, εμπορικά όλων των ειδών, ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και λειτουργεί Πολιτιστικός Σύλλογος με αξιόλογη δράση που κορυφώνεται με τις θερινές εκδηλώσεις «Κουντουριώτεια».
Στην Αθήνα λειτουργεί ο «Εκπολιτιστικός Σύλλογος των απανταχού Μουδρινών» που εκδίδει την εφημερίδα Η Φωνή του Μούδρου από το 1983, η οποία το 2000 μετονομάστηκε σε «Φωνή των Μουδρινών». Γενικά, το χωριό παρουσιάζει αξιόλογη εμπορική, τουριστική και πολιτιστική κίνηση.
Το 1926 ιδρύθηκε το ποδοσφαιρικό σωματείο «Ήφαιστος», από τα πρώτα της Λήμνου, το οποίο διαμόρφωσε ως χώρο αγώνων το γήπεδο κοντά στο λιμάνι και έδινε αγώνες με τα πληρώματα των ξένων πλοίων. Αργότερα αναφέρεται ο «Έφηβος», ποδοσφαιριστές του οποίου το 1930 ίδρυσαν το Γυμναστικό Σύλλογο «Άρης», που υπάρχει μέχρι σήμερα.

ΜΑΓΕΥΤΙΚΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΜΟΥΔΡΟΥ
Στην παρακάτω εικόνα ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα στο λιμάνι του Μούδρου.

ΤΑ ΚΑΜΙΝΙΑ ΛΗΜΝΟΥ
Τα Καμίνια είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 170 κατοίκους.
Στην Κοινότητα υπάγεται εκτός από τα Καμίνια και ο αραιοκατοικημένος οικισμός Βρόσκοπος, με τον συνολικό πληθυσμό της Κοινότητας να ανέρχεται στους 178 κατοίκους.
Κοντά στο χωριό βρίσκονται όμορφες κρυστάλλινες παραλίες, όπως ο Κοκκινόβραχος, τα Ξεσπάσματα, ο Βρόσκοπος και ο Μόλος.
Γεωγραφία: Τα Καμίνια βρίσκονται σε υψόμετρο 60 μέτρων, στη νοτιοανατολική χερσόνησο της Λήμνου, σε απόσταση περίπου μισής ώρας από την ακτή. Συνορεύουν βόρεια με το Ρουσσοπούλι, δυτικά και νοτιοδυτικά με τον Μούδρο και τους οικισμούς Αγία Σοφία και Φισίνης. Στα ανατολικά βρέχονται από το Αιγαίο πέλαγος στις ακτές Ξεσπάσματα, Μόλος, ακρωτήριο Βρόσκοπος, Πολιόχνη και Κοκκινόβραχος.
Ιστορία: Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά το 1346 σε έγγραφα της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Επί τουρκοκρατίας ήταν κεφαλοχώρι και είχε μόνο Έλληνες κατοίκους. Το 1874 είχε 90 οικογένειες. Από το έτος αυτό λειτουργησε κοινοτικό σχολείο. Μετά την ανακάλυψη της Στήλης των Καμινίων, το 1885, το χωριό έγινε πόλος έλξης πολλών περιηγητών. Προς το τέλος της Τουρκοκρατίας είχε δημογεροντία, ταχυδρομικό γραφείο και η ενορία κυκλοφορούσε κέρματα με τη σφραγίδα: “ΠΚ” (Παναγία Καμινίων).
Αρχαιολογικά ευρήματα_Η προϊστορική Πολιόχνη: Κατά τη δεκαετία 1920-30 ξεκίνησαν οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής που αποκάλυψαν την προϊστορική πόλη Πολιόχνη. Έκτοτε τα Καμίνια αποτελούν πόλο έλξης πολλών κατοίκων και το 1951 είχαν 874 κατοίκους. Το 1932 χτίστηκε νέο σχολικό κτίριο. Στο σχολείο φοιτούσαν πάνω από 100 μαθητές και λειτουργούσε ως τριθέσιο ή διθέσιο ως το 1980. Το 1980 έγινε μονοθέσιο και το 1994 συγχωνεύτηκε με του Μούδρου λόγω έλλειψης μαθητών. Μεταπολεμικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε στα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό, κυρίως στο Μόντρεαλ του Καναδά και στην Αυστραλία. (Βλέπε ιδιαίτερο αφιέρωμα για την Πολιόχνη παρακάτω).
Οικονομία: Οι κάτοικοι είναι κυρίως αγρότες και κτηνοτρόφοι. Σήμερα καλλιεργούνται σιτηρά και αμπέλια, ενώ ως το 1970 περίπου καλλιεργούσαν και το βαμβάκι. Από το 1937 λειτουργεί Γεωργικός Συνεταιρισμός. Επίσης, υπάρχουν ιδιωτικό οινοποιείο, λακαριά παραγωγής τσίπουρου, μελισσοκόμοι, αλιείς, παντοπωλεία, καφενεία, ταβέρνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, ραφείο, ηλεκτρολόγοι, ξυλουργοί, αλουμινάδες, περίπτερο κλπ.
Σύλλογοι: α) “ΜΕΑΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΚΑΜΙΝΙΩΝ” (1982). Ποδοσφαιρικός και Πολιτιστικός Σύλλογος ο οποίος κάθε καλοκαίρι διοργανώνει τις πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις “Ποσειδώνια” που περιλαμβάνουν αγώνες ανώμαλου δρόμου, θεατρικές παραστάσεις, χοροεσπερίδα, μαθήματα Λημνιακών χορών κλπ., ενώ συντηρεί μικρό ποδοσφαιρικό γήπεδο. Το μεγάλο πανηγύρι του χωριού γίνεται της Παναγίας στην κεντρική πλατεία του χωριού με ζωντανή μουσική που παίζει Λημνιακά και άλλα νησιωτικά τραγούδια, ενώ ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου παραμένει ανοιχτός καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. β) Ο “ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΜΙΝΙΩΤΩΝ Η ΠΟΛΙΟΧΝΗ” που ιδρύθηκε το 1976 είναι Σύλλογος των αποδήμων Καμινιωτών της Αθήνας. Διοργανώνει συγκεντρώσεις, εκδρομές, χοροεσπερίδες κλπ., ενώ βραβεύει τα παιδιά των μελών του, συνδράμει σε έργα ευποιίας στο χωριό κλπ. Το 2004 βοήθησε στην έκδοση του βιβλίου “Τα Καμίνια της Λήμνου” του Θεόδωρου Μπελίτσου γ) Ο “ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΗΜΝΙΩΝ ΜΟΝΤΡΕΑΛ Ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ” που ιδρύθηκε το 1984 είναι Σύλλογος των Λημνιών του Μόντρεαλ, στον οποίο όμως τον κύριο λόγο έχουν Καμινιώτες ομογενείς.
Προσωπικότητες: Αργύριος Μοσχίδης (Καμίνια 1865 ή 69 – Κάιρο 1912): Εκπαιδευτικός και ιστορικός συγγραφέας • Νικόλαος Λήμνιος (Καμίνια 1856 – Αλεξάνδρεια 1931): Πρωτοπόρος δημοσιογράφος, εκδότης των εφημερίδων της Αιγύπτου: “Μεταρρύθμισις” Αλεξανδρείας (1886-1897), “Αναγέννησις” Καϊρου (1903-22) και “Θρησκευτική Φωνή” (1896-98) • Αργύριος Καβουρίδης (Καμίνια 1880 -Κοντιάς 1964): Εκπαιδευτικός με σημαντικό έργο, που δίδαξε επί πολλά έτη στον Κοντιά, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα. Δημιούργησε προσκοπική ομάδα, φιλοδασικό όμιλο, μαθητικό συσσίτιο και μουσείο φυσικής ιστορίας με σπάνια εκθέματα προερχόμενα από δωρεές ομογενών της Αφρικής. Επί των ημερών του το Δημ. Σχολείο Κοντιά ονομαζόταν “Μικρό Πανεπιστήμιο” • Κώστας Κωνστάντιος (Καμίνια 1940 – Μύρινα 1999): Δικηγόρος Λήμνου, δημοτικός σύμβουλος Μύρινας, ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Ομίλου Λήμνου (ΠΟΛ), εκδότης της εφημερίδας “Λημνιακά Νέα” (1992-97) • Ισμήνη Τριάντη-Στυψιανού: Αρχαιολόγος διεθνούς κύρους, έφορος της Ακρόπολης για πολλά χρόνια, συγγραφέας του τόμου “Το Μουσείο Ακροπόλεως” (1998).
Αξιοθέατα: Πολιόχνη, αρχαιολογικός χώρος της προϊστορικής εποχής • Σώκαστρο, τέσσερις λαξευτοί πελασγικοί τάφοι. Στη θέση Άγ. Αλέξανδρος Σώκαστρου το 1885 περίπου βρέθηκε η Στήλη των Καμινίων • Λαξευτός πελασγικός τάφος στη θέση Μπαλήμπαχτσε • Λαξευτός πελασγικός τάφος στη θέση Γούρναρος • Ιερός ναός Κοίμησης της Θεοτόκου. Κτίστηκε το 1852. Είναι ρυθμού βασιλικής. Το λιθόγλυπτο καμπαναριό φτιάχτηκε το 1904 από τον Κωνσταντή Ατταλιώτη. Το τέμπλο είναι αγιογραφημένο από τον Γρηγόριο Παπαμαλή μεταξύ 1922 και 1924 • Παλιά Βρύση και εντοιχισμένη τουρκική επιγραφή • Προτομή του συγγραφέα Αργυρίου Μοσχίδη • Παλιά ξωκλήσια: Άγ. Αλέξανδρος Σώκαστρου (1930), Άγ. Αλέξανδρος Αγκώνα (1911), Άγ. Αλέξανδρος Μερπιά (πριν το 1900), Αγ. Βαρβάρα (πριν το 1917), Άγ. Βλάσης (πριν το 1900), Άγ. Γεώργιος Βρόσκοπου, Άγ. Γεώργιος λιμανιού (1882), Άγ. Γιάννης Μεσαράχης (1873), Άγ. Γιάννης Καμινιώτης (1881), Άγ. Δημήτριος (1884), Άγιος Νικόλαος (1861), Κάτω Παναγιά (1916), Αγ. Παρασκευή (πριν το 1900), Αγ. Πελαγία (1878), Άγ. Στράτης (1899) • Λιθόστρωτη πλατεία • Παραλίες: Ξεσπάσματα, Μόλος, Κοκκινόβραχος/Αγ. Τριάδα • Εξοχικές διαδρομές από Καμίνια: Μπαλήμπαχτσε-Φονιάς-Άγ. Νικόλαος-Ξεσπάσματα, Αγ. Ανάργυροι-Μόλος-Αγ. Βαρβάρα, Αμπέλες-Δαμαλάς-Πέτρωμα-Άγ. Γιάννης, Άγ. Αλέξανδρος-Σώκαστρο, Αγ.Μηνάς-Άγ. Σπυρίδων-Γούρναρος-Άγ. Αλέξανδρος Μερπιά, Άγ. Μηνάς-Αγκώνας-Βρύση-Άγ. Αλέξανδρος-Άγ. Γιάννης, Πήγαδος-Αποθήκη-Νεκροταφείο-Μύλος (Πανόραμα χωριού)-Αγ. Ειρήνη-Άγ. Ανάργυροι. Σπανού Μύλος.

ΤΑ ΚΑΜΙΝΙΑ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΑ
Το χωριό Καμίνια της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου του Δήμου Λήμνου, χιονισμένα!

Ο ΒΡΟΣΚΟΠΟΣ
Ο Βρόσκοπος είναι αραιοκτισμένος οικισμός της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στην Δημοτική Ενότητα Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αγαίου.
Ονομασία: Ο οικισμός πήρε το όνομά του από το ομώνυμο ακρωτήριο της ανατολικής ακτής της Λήμνου, κοντά στο οποίο είναι κτισμένος. Στην παραλία του Βρόσκοπου έχει βρεθεί η προϊστορική πόλη Πολιόχνη. Το τοπωνύμιο σίγουρα είναι παλιότερο από το 1418. Αυτό αποδεικνύεται, εκτός των άλλων και από την ετυμολογία του σύμφωνα με ανακοίνωση του φιλόλογου Μανόλη Ρόκκου στο Α΄ Ονοματολογικό Συνέδριο (Μύρινα Λήμνου, 1991). Γράφει ο ερευνητής: “Το τοπωνύμιο προέρχεται από το επίθετο ευρύς και το ουσιαστικό σκοπός, που γίνεται “Ευρύσκοπος” – “Βορόσκοπος” και σημαίνει θέση από την οποία κατοπτεύει (σκοπεί) κανείς ευρέως (γύρω-γύρω) την περιοχή.”
Ανάλογα είναι τα τοπωνύμια Σκοπός και Σκοπιά, που υπάρχουν στο νησί και προέρχονται από αρχαιοελληνικές λέξεις, σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή. Η διατήρησή τους αποδεικνύει, ότι η περιοχή παρουσιάζει μια συνέχεια πληθυσμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και ότι ποτέ δεν ερημώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αρχαιότητα: Αποδείξεις ύπαρξης κατοίκων στην περιοχή του Βρόσκοπου έχουμε από τους προϊστορικούς χρόνους. Τόσο στη νεολιθική όσο και στην πρώιμη χαλκοκρατική περίοδο αναπτύχθηκε στην ακτή ένας οικισμός, που εξελίχθηκε σε ακμάζουσα πόλη. Πρόκειται για την Πολιόχνη, τα ερείπια της οποία ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1930. Η Πολιόχνη άκμασε επί δύο περίπου χιλιετίες! Καταστράφηκε από έναν μεγάλο σεισμό και στη συνέχεια παρήκμασε, μέχρι που έσβησε στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.. Όπως προκύπτει από τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν υπήρξε δημιουργία οικισμού στην περιοχή ούτε κατά την Πελασγική (αρχαϊκή) ούτε κατά την Αθηναϊκή (κλασική) περίοδο της Λήμνου. Όμως, από τη Ρωμαϊκή περίοδο στην ευρύτερη περιοχή έχει βρεθεί ένας αραιοκτισμένος οικισμός στην κοντινή εύφορη κοιλάδα “Παραχείρι”.
Κατά τους επόμενους αιώνες η ζωή συνεχίστηκε σε αυτή την τοποθεσία, χωρίς να δημιουργηθεί συγκροτημένος οικισμός.

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΛΙΟΧΝΗ (POLIOCHNE) ΛΗΜΝΟΥ
Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Η Πολιόχνη είναι ένας αρχαιολογικός τόπος στην ανατολική ακτή της Λήμνου, κοντά στο χωριό Καμίνια, που χτίστηκε στην αυγή της νεολιθικής περιόδου για το Αιγαίο, την 4η ή 5η χιλιετία π.Χ.. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Τροία, αλλά η Τροία θα χτιστεί χίλια χρόνια αργότερα, όταν πια η Πολιόχνη θα έχει εξελιχθεί σε έναν αστικό οικισμό με 1.500 κατοίκους, με ορθογώνιες πέτρινες κατοικίες, προστατευτικό τείχος, πλατείες, πηγάδια, δρόμους, δημόσια κτίρια και πιθανώς το αρχαιότερο ίσως Βουλευτήριο στον κόσμο!

ΟΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Η Πολιόχνη ήρθε στο φως από τις ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με επικεφαλής τον τότε διευθυντή της Αλεσσάντρο Ντέλα Σέτα (Della Seta – it) το 1930 και βασικό ανασκαφέα τον βοηθό του Bernabo Brea. Μαζί με την Τροία, που βρίσκεται στα απέναντι παράλια, είναι η πιο γνωστή ακρόπολη της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε ολόκληρο το Βόρειο Αιγαίο.
Περιβάλλεται από τείχη, που έχουν επιβλητική μορφή μόνο στη δυτική πλευρά, όπου ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη προστασίας των θεμελίων από τη διάβρωση του κοντινού ποταμού. Φαίνεται πράγματι ότι η Πολιόχνη, τουλάχιστον στην αρχή, δε χρειαζόταν στρατιωτική άμυνα. Στην πόλη ανθούσε ένας ειρηνικός πληθυσμός 1000 περίπου κατοίκων, που ασχολιόταν κατά τη διάρκεια της μέρας με την γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ το βράδυ επέστρεφε στον οικισμό, πράγμα που κάνουν ακόμη και σήμερα οι αγρότες της περιοχής. Αυτή η συνήθεια πρέπει να ήταν που δημιούργησε μεταξύ τους μιά μορφή στοιχειώδους κοινωνικής οργάνωσης, τη διατύπωση δηλαδή, κοινών κανόνων που έπρεπε να είναι σεβαστοί μέσα στην πόλη, αλλά και έξω από αυτήν, στους κοινούς αγρούς ή σε αυτούς που ίσως είχαν παραχωρηθεί από την κοινότητα σε κάθε οικογενειακό πυρήνα.
Το σκάψιμο των φρεατίων, με κτιστή επένδυση, σε βάθος που έφτανε πάνω από τα 9 μέτρα, η κατασκευή και η συντήρηση των τειχών, των δρόμων και των αγωγών για τη συλλογή των νερών της βροχής, η δαπέδωση πλατειών όπου συναντιόταν οι κάτοικοι για να περάσουν τον ελέυθερο χρόνο τους ή με την ευκαιρία εορτών, ήταν όλες μέτρα που πάρθηκαν, απαιτούσαν μια συμφωνία του συνόλου και ένα χώρο όπου μπορούσαν να συζητήσουν και να πάρουν αποφάσεις. Γι’ αυτό το σκοπό κατασκευάστηκε στην Πολιόχνη το αποκαλούμενο Βουλευτήριο.
Στην παρακάτω εικόνα η αποχέτευση (κίτρινη περίοδος) και στο βάθος το δημόσιο πηγάδι.

ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟ
Αμέσως μετά την κύρια είσοδο, στη δυτική πλευρά του τείχους που περιβάλλει την πόλη, βρέθηκε μια μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων με τα πέτρινα έδρανα σε όλο το μήκος της και το βήμα του λόγου στο κέντρο, που αποτελεί πιθανώς την ισχυρότερη ένδειξη πως υπήρχε δημοκρατική οργάνωση της τότε κοινωνίας.
Ο καθηγητής Σάντο Τίνε (Santo Tine) που είναι ο διευθυντής των ανασκαφών στην Πολιόχνη γράφει: “Ονομάστηκε αμέσως βουλευτήριο με βάση το παράδειγμα των κτιρίων της κλασικής εποχής που είχαν και αυτά βαθμίδες στις οποίες, σε αντίθεση με τα θέατρα και τα αμφιθέατρα, μπορούσε να πάρει θέση ένας περιορισμένος αριθμός ατόμων: οι αντιπρόσωποι της κοινότητας των πολιτών.”
Το Βουλευτήριο της Πολιόχνης εκτός του ότι προηγείται σχεδόν 2000 χρόνια από τα αντίστοιχα της κλασικής εποχής, αντιπροσωπεύει επίσης την αρχαιότερη μαρτυρία στην Ευρώπη και στον κόσμο, μιας κατασκευής κατάλληλης για να φιλοξενήσει άτομα που είχαν κληθεί να συζητήσουν τα προβλήματα του συνόλου και να καθορίσουν τους κοινούς πολιτιστικούς και θρησκευτικούς κανόνες. Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ο πρόδρομος της Βουλής της εποχής μας.

ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ
To Μέγαρο κατασκευάστηκε γύρω στο 2000 π.Χ. στο υψηλότερο σημείο του λόφου της Πολιόχνης, που λόγω της θέσης του παραπέμπει σε ακρόπολη και είναι ένα κτίριο πιθανώς δημόσιου χαρακτήρα. Στη τελευταία του, ορατή σήμερα, οικοδομική φάση, είχε σχεδόν τραπεζοειδή κάτοψη με την θύρα στη νότια στενή πλευρά του. Το μέγαρο ανοίγεται σε κοινόχρηστο χώρο, στην κεντρική αρτηρία, στην πλατεία και το πηγάδι. Βλέπει στην κεντρική πλατεία και ήταν το σπίτι του πλουσιότερου και ισχυρότερου σε σχέση με όλους τους άλλους κοινούς πολίτες που συνέχιζαν να διαμένουν σε οικίες πολύ απλές και με περιορισμένη διάρθρωση.
Η κατασκευή του Μεγάρου δείχνει ότι το Βουλευτήριο είχε χάσει πιά την αρχική του λειτουργία, τόσο που τα ανατολικά έδρανα είχαν εξαφανιστεί με την κατασκευή ενός τοίχου. Όλα αυτά είναι σημάδια που κάνουν φανερό το γεγονός ότι στην προϊστορική Πολιόχνη η δημοκρατική εξουσία αντικαταστάθηκε από μία αυταρχική.
Στο εσωτερικό του βρέθηκαν κατά την ανασκαφή δύο σκελετοί ενήλικων ατόμων, σε τέτοια θέση, ώστε να υποδεικνύεται ότι αυτοί εγκλωβίστηκαν εκεί την ώρα του μεγάλου σεισμού και καταπλακώθηκαν από λίθους, πριν καταφέρουν να διαφύγουν.
Στη παρακάτω εικόνα (Αεροφωτογραφία) της Πολιόχνης από βόρεια. Σε πρώτο πλάνο το μέγαρο.

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΧΝΗΣ
Μεταξύ άλλων στην Πολιόχνη βρέθηκε ένας θησαυρός από χρυσά κοσμήματα, που αποτελεί ένα εξαίσιο δείγμα εξελιγμένης χρυσοχοΐας αλλά και συσσώρευσης δύναμης και πλούτου στο νησί. Ο θησαυρός μοιάζει πολύ με τον περίφημο “Θησαυρό του Πριάμου” που βρήκε στην Τροία ο Σλήμαν και φαίνεται ότι φτιάχτηκε από το ίδιο εργαστήριο. Σήμερα ο θησαυρός της Πολιόχνης βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

ΠΟΛΙΟΧΝΗ → Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Η πρωτοπορία της Πολιόχνης από της ιδρύσεώς της και μετέπειτα με σημαντικές καινοτομίες, τόσο στην ανοικοδόμηση του οικισμού όσο και σε ζωτικούς τομείς που αφορούσαν την οικονομική και κοινωνική οργάνωση, της προσδίδουν μια μοναδικότητα ανάμεσα στους υπόλοιπους γνωστούς προϊστορικούς οικισμούς της Ευρώπης και γι’αυτό όταν πρωτοανακαλύφθηκε, της προσέδωσαν τον χαρακτηρισμό της αρχαιότερης πόλης της Ευρώπης.
Σήμερα, κάτι λιγότερο από έναν αιώνα από την πρώτη ανασκαφή στην Πολιόχνη, το αρχαιολογικό αρχείο έχει εμπλουτιστεί από την έρευνα σε οικισμούς με παρόμοιο χαρακτήρα: άλλοι αρχαιότεροι, σύγχρονοι ή νεότεροι, άλλοι μεγαλύτεροι ή μικρότεροι, άλλοι μακροβιότεροι ή βραχύβιοι, κάποιοι πιο αποσπασματικοί, άλλοι υπαινικτικοί. Όμως η πρωιμότητα, η σημασία και η επίδραση των επιτευγμάτων της Πολιόχνης στο γεωγραφικό και πολιτισμικό της πλαίσιο, δεν αμφισβητείται.
H ανοικοδόμηση του οικισμού στα κατοπινά χρόνια μετά την ίδρυσή της με σημαντικές καινοτομίες και με πρότυπα οργάνωσης που παρουσίαζαν πρώιμα αστικά χαρακτηριστικά, είχε ως αποτέλεσμα να κατασκευάζονται έργα συλλογικά που προϋποθέτουν κοινωνική, οικονομική και πολιτική οργάνωση, κεντρικό σχεδιασμό και συλλογική εκτέλεση, ανάθεση και καταμερισμό εργασιών, έλεγχο, τεχνογνωσία και εξειδίκευση στους τομείς υλοποίησης. Αντίστοιχα, στους ιδιωτικούς χώρους αποκρυσταλλώνεται σταδιακά ο τύπος του μεγάρου, ο οποίος φτάνει στο απόγειό του στις επόμενες περιόδους. (αποσπάσματα και φωτογραφία από τον ιστότοπο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου).

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (ΕΠΤΑΠΟΛΙΣ)
Η Πολιόχνη ονομάστηκε “επτάπολις” γιατί ανασκάφθηκαν επτά διαδοχικές πόλεις σε επτά αλλεπάλληλα στρώματα. Καθεμιά είναι πιο εξελιγμένη τεχνολογικά από την προηγούμενη και αυτό φαίνεται κυρίως στην κατασκευή των αγγείων. Γι’ αυτό ο Bernabo Brea τις ονόμασε ανάλογα με το χρώμα τους, που προδίδει και την τελειότητά του: Μελανή, Κυανή, Πράσινη, Ερυθρή, Κίτρινη,
Καστανή (ή Φαιά) και Ιώδη.
Κάποιες από αυτές αντιστοιχούν σε περιόδους του πολιτισμού της Τροίας. Από ό,τι φαίνεται, οι δύο γειτονικοί πολιτισμοί είχαν μεγάλη σχέση και παράλληλη εξέλιξη. Όμως, η πρώτη περίοδος της Πολιόχνης δεν έχει το αντίστοιχό της στην Τροία, αλλά είναι αρχαιότερη από αυτήν. Και καθώς εξελίσσονται και οι δύο η Πολιόχνη παραμένει διαρκώς πιο ακμαία και πιο πλούσια από την αντίστοιχη σύγχρονή της Τροία:
1. Πολιόχνη Ι (Μελανή 3500-3200 π.Χ.)
2. Πολιόχνη ΙΙ (Κυανή 3200-2700 π.Χ.)
3. Πολιόχνη ΙΙΙ (Πράσινη 2700-2600 π.Χ.)
4. Πολιόχνη IV (Ερυθρή 2600-2400 π.Χ.) σύγχρονη της Τροίας Ι
5. Πολιόχνη V (Κίτρινη 2400-2100 π.Χ.) σύγχρονη της Τροίας ΙΙ
6. Πολιόχνη VI (Καστανή 2100-1700 π.Χ.) σύγχρονη της Τροίας V
7. Πολιόχνη VII (Ιώδης 1700-1400 π.Χ.) σύγχρονη της Τροίας VI
Στην παρακάτω εικόνα (αεροφοτογραφία) η Πράσινη Πολιόχνη 2700-2600 π.Χ..

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΧΝΗΣ
Το τέλος της πόλης μετά από διαδοχικές σεισμικές καταστροφές θα έρθει 400 χρόνια πριν την καταστροφή της Τροίας του Πριάμου, γύρω στα 1600 π.Χ..

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΧΝΗΣ
Τον Οκτώβριο του 2016 αρχίζει το μεγάλο, πολυσχιδές και δύσκολο έργο της συντήρησης και αποκατάστασης του εμβληματικού προϊστορικού οικισμού της Πολιόχνης, ένα από τα σημαντικότερα οικιστικά και διαμετακομιστικά κέντρα του Αιγαίου. Το έργο, με τη συμβολή της Διαχειριστικής Αρχής του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης της Περιφέρειας Β. Αιγαίου, εντάχθηκε ως πράξη «Αποκατάσταση, συντήρηση και ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Πολιόχνης ν. Λήμνου» στο ΕΣΠΑ «Βόρειο Αιγαίο 2014-2020».
Φωτογραφία: Τμήμα του κεντρικού οικισμού | Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΣΕ ΕΠΙΣΚΕΨΙΜΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ
Το μνημείο έχει διαμορφωθεί σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο από την δεκαετία του 1990. Σήμερα, μετά από την ολοκλήρωση του έργου «Αποκατάσταση, συντήρηση και ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Πολιόχνης Λήμνου», που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2014-2020, ο αρχαιολογικός χώρος έχει εκσυγχρονιστεί και διαθέτει υποδομές για την εξυπηρέτηση όλων των επισκεπτών, όπως χώρους υγιεινής, αναψυκτήριο, διαδρομές περιήγησης, πινακίδες πληροφόρησης, καθώς επίσης και πινακίδα αφής, αλλά και αμαξίδιο μεταφοράς.
Στο εκσυγχρονισμένο εκθετήριο υπάρχει η μακέτα του προϊστορικού οικισμού, διαδραστικές ψηφιακές εφαρμογές και κατάλληλο εποπτικό υλικό, ενώ ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και σε αντίγραφα εκθεμάτων για αφή. Το ενημερωτικό υλικό είναι διαθέσιμο σε έντυπη και ηχητική μορφή, καθώς και σε γραφή Braille. (αποσπάσματα και φωτογραφία από τον ιστότοπο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου).

ΤΟ ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΙ
Το Ρουσσοπούλι είναι ένα όμορφο χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αγαίου, με μόνιμο πληθυσμό 87 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το Ρουσσοπούλι βρίσκεται ανατολικά του χωριού Μούδρου, πολύ κοντά στον υγρότοπο της Χορταρόλιμνης. Το γραφικό αυτό χωριό με τις μουριές, τα κυπαρίσσια και τα βαθύσκιωτα πλατάνια, είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σ’ ένα χαμηλό λόφο και διατηρεί αρκετά δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Πολύ κοντά στο χωριό η γεωλογία εντυπωσιάζει τον ταξιδιώτη. Πετρώματα σε εντυπωσιακούς χρωματισμούς δημιουργούν ενδιαφέροντα εικαστικά παιχνίδια.
Ονομασία: Το χωριό οφείλει το όνομά του στον βυζαντινό γαιοκτήμονα Ρωσόπουλο και αναφέρεται σε έγγραφο της μονής Μεγίστης Λαύρας από το 1321. Τότε τα καλύβια του Ρωσοπούλου δόθηκαν στο πατριαρχείο κι αποτελούσαν εξαρχία του. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το όνομα του χωριού αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα με τον αναγραμματισμό: Ορσωπούλ’ κι οι κάτοικοι Ορσοπλιανοί. Με το όνομα Ρωσσοπούλιον έγινε κοινότητα το 1918 και το 1940 μετονομάστηκε σε Ρουσσοπούλιον.
Ιστορία: Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το χωριό ήταν αρχικά κτισμένο στα βορειοανατολικά του σημερινού, προς τη Χορταρόλιμνη, κοντά στη θάλασσα, αλλά οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν από το φόβο της πειρατείας και το μετέφεραν πίσω από το λόφο Κορακάς. Πράγματι, στους χάρτες τριών περιηγητών σημειώνεται στην ανατολική Λήμνο, βόρεια του ακρωτηρίου Βρόσκοπος, το λιμάνι Port de Mars (1554, ο Γάλλος Thevet) ή Porto Marzo (1680-85, ένας Γερμανός) ή Porto Marze (1688, ο Ολλανδός Όλφερτ Ντάπερ).
Οι μεσαιωνικές λέξεις: mars (γαλ.), marzo (γερμ.) και marze (ολλ.) αντιστοιχούν στις σύγχρονες: marais (γαλ.), marsch (γερμ.) και moeras (ολλ.) που σημαίνουν «βάλτος». Συνεπώς, οι ναυτικοί της εποχής το αποκαλούσαν “Λιμάνι του Βάλτου”, επειδή βρισκόταν κοντά στη Χορταρόλιμνη, η οποία συχνά βαλτώνει. Το 1588 σε χάρτη του Belon σημειώνεται: Scala… porto Marzo. Ένας ανώνυμος Γερμανός σημειώνει το Porto Marzo ως μεσόγειο χωριό, κάτι παράδοξο για λιμάνι. Πάντως, το 1739 που ο Pococke αποβιβάστηκε στο Κέρος, δεν υπήρχαν πλέον παράλιοι οικισμοί.
Το Βουνοχώρι: Προφανώς, υπήρχε κάποιος μεσόγειος οικισμός εκεί κοντά -του οποίου οι ναυτικοί αγνοούσαν το όνομα- που είχε ως επίνειο το “Λιμάνι του Βάλτου”. Αυτός ο μικροσκοπικός οικισμός -οικοχάλασμα σήμερα- ήταν το Βουνοχώρι και αποτελείτο από μερικά καλύβια, όταν πέρασε από εκεί ο Conze το 1858. Την ίδια μορφή είχε ως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια που είχε ακόμα κατοίκους, κυρίως αγγειοπλάστες-κεραμοποιούς.
Σημειώνεται στους χάρτες του De Launay (1898 ως Vouno Khorio) και του Fredrich (1904 ως Wunochori). Το 1903 ο Βέλγος Hauttecoeur αναφέρει ότι το Βουνοχώρι είχε ως σκάλα το λιμάνι Χάρος (Κέρος). Το λιμάνι αυτό είναι η αγκάλη της Αγίας Κυριακής, όπου σήμερα αράζουν ψαρόβαρκες και συνδέεται με το Βουνοχώρι από παλιά. Π.χ. στην πανήγυρη του ναού ο ιερέας περιοδεύει και αγιάζει τις εκεί μάντρες.
Νεότερα χρόνια: Στις αρχές του 19ου αιώνα το Ρουσσοπούλι ήταν συγκροτημένο χωριό. Το σημειώνει στο χάρτη του ο Choiseul-Gouffier (1785) χωρίς να το ονομάζει. Το 1840 λειτουργεί σχολείο στο νάρθηκα του ναού, το 1847 χτίζεται διδακτήριο με προσωπική εργασία των κατοίκων και το 1884 εντάσσεται στα κοινοτικά σχολεία του νησιού ως τριτάξιο. Ως τα χρόνια του μεσοπολέμου το Ρουσσοπούλι γνωρίζει ραγδαία εξέλιξη. Το 1928 είχε 618 κατοίκους και 191 σπίτια. Εκτός από την αγροτική παραγωγή, υπήρχε μια βιοτεχνία κεραμιδιών με ετήσια παραγωγή 100 χιλιάδων τεμαχίων και αναδείχθηκαν πετράδες, όπως ο παπά-Ηλίας Τσαντίλας (1902-93) και ο γιος του Ευστράτιος.
Το 1925, με δαπάνη των αδερφών Αντώνιου και Γεώργιου Διαμανταρίδη, κτίστηκε το σχολικό κτίριο με εντυπωσιακή λιθόγλυπτη διακόσμηση, έργο του Γιάννη Φωτιάδη. Επί πολλά έτη δίδαξαν στο χωριό ο Γεώργιος Βαλσαμίδης (1934-51) και η Αναστασία Σούτη (1934-52). Το 1928 ο Γεώργιος Διαμανταρίδης χρηματοδότησε την κατασκευή της βρύσης.
Επίσης, έγινε προσπάθεια να μεταφερθεί το νερό των Χιλίων Νερών στο χωριό με πήλινες σωληνώσεις συνολικού μήκους άνω των χιλίων μέτρων, η οποία δεν ολοκληρώθηκε. Ακόμα και ποδοσφαιρικό σωματείο αναφέρεται το 1930, ο Ηρακλής.
Η μετανάστευση των κατοίκων: Μεταπολεμικά, το χωριό ακολουθεί την τύχη των περισσότερων χωριών: μετανάστευση, γήρανση του πληθυσμού και κλείσιμο του δημοτικού σχολείου στα τέλη της δεκαετίας 1980-90. Κάτοικοι: 284 το 1971 και μόλις 163 το 2001.
Η εκκλησία του χωριού: Το 1854 το χωριό είχε ιερέα τον Αγοραστό και το 1858, που το επισκέφθηκε ο Conze, όλοι οι κάτοικοι ήταν απασχολημένοι στο χτίσιμο μιας μεγάλης εκκλησίας. Προφανώς πρόκειται για τον κεντρικό ναό του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος ξαναχτίστηκε εκ θεμελίων το 1910-12 με έρανο που είχε αρχίσει από το 1904. Το λιθόγλυπτα μοτίβα έφτιαξε ο Κωνσταντής Αταλιώτης. Στον παλιό ναό υπήρχαν τρία Μηναία εκδόσεων: 1732, 1748 και 1749, τα οποία σήμερα φυλάσσονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο στη Μύρινα.
Σύλλογοι-Ευεργέτες: Από χρόνια έχει ιδρυθεί Σύλλογος Ρουσσοπουλιανών στην Αθήνα, που ενισχύει την τέλεση κοινωφελών έργων στο χωριό, με δραστήρια μέλη το δάσκαλο και λογοτέχνη Αλέξανδρο Βενετόπουλο και το Βασίλειο Γαμβρούδη, διευθυντή του Υπ. Εργασίας και συγγραφέα του ογκώδους τόμου «Το δίκαιο στις εργασιακές σχέσεις». Επίσης, υπάρχει το κληροδότημα Κώστα Σιδέρη που προικοδοτεί άπορα κορίτσια.
Αρχαιολογικά ευρήματα: Χαλάσματα παλιών ναών βρίσκονται σε διάφορα σημεία στην αγροτική περιφέρεια του Ρουσσοπουλίου, δείγμα παλαιότερης κατοίκησης. Πιο χαρακτηριστικά είναι τα ερείπια του Αγιοκλάψου (αγίου Κλήμη), όπου υπάρχουν σπαράγματα από μαρμάρινους κίονες.

Η ΦΙΣΙΝΗ
Η Φισίνη είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αγαίου, με πληθυσμό 27 κατοίκους.
Στην Κοινότητα υπάγεται και ο οικισμός Αγία Σοφία με τον συνολικο πληθυσμό της Κοινότητας να ανέρχεται σε 87 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η Φισίνη είναι ένα μικρό χωριό με ελάχιστους κατοίκους, γεμάτο καταπράσινες μουριές στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού.
Ονομασία: Η Φισίνη, οφείλει το όνομά της στους ισχυρούς ανέμους που πνέουν στην περιοχή. Σιφουνίζει, δηλαδή φυσά σαν σίφουνας. Σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα και σε κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα το χωριό αναφέρεται ως Βισίν (το 1856), Φσιν ή Ψιν (το), οι δε κάτοικοί του με αναγραμματισμό: Σφνάδες (οι). Έτσι, επεκράτησε ο θηλυκός τύπος: Φισίνη (η) που με παρετυμολογία αποδόθηκε στο ρήμα φυσώ, επειδή στην περιοχή “φ’σα, σφνίζ’: σιφουνίζει, σηκώνει σιφούνια (κυκλώνες)”, κάτι που οδήγησε μερικούς να υιοθετήσουν τον εσφαλμένο τύπο: Φυσίνη (η). Στους χάρτες του Conze (1858) και του Fredrich (1904) σημειώνεται ως Psin. Ο Conze το επισκέφθηκε κι έψαξε στην εκκλησία του για αρχαιότητες, αλλά δεν αναφέρει λεπτομέρειες.
Ιστορία: Σύμφωνα με την παράδοση ο αρχικός οικισμός ήταν κτισμένος δυτικότερα, στη θέση Παλιόμαντρα, όπου υπάρχουν χαλάσματα, παλιό νεκροταφείο και ναός του Αγίου Νικολάου. Ήταν κοντά στον όρμο Σκίδι του κόλπου του Μούδρου, όπου βρισκόταν το επίνειο του χωριού. Τώρα, διακρίνονται μόνο τα βυθισμένα υπολείμματα της πέτρινης αποβάθρας, οι λεγόμενες Στραβές Σκάλες. Στη θέση αυτή σημειώνεται συχνά σε χάρτες περιηγητών ο οικισμός ή λιμάνι Corfos (κόλπος) ή Carfos: Thevet (1554), Belon (1588), Piacenza (1685), Ανώνυμος (1685), Όλφερτ Ντάπερ(1688) και Choiseul-Gouffier (1785). Μεταγενέστερα δεν αναφέρεται.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση οι κάτοικοί του μετοίκησαν στη Φισίνη για να γλιτώσουν από τους πειρατές. Πιθανότατα, αυτό συνέβη ταυτόχρονα με την εγκατάλειψη του κοντινού οχυρού της Σκάλας -που ως τότε πρόσφερε προστασία από τις πειρατείες- κατά το 18ο αιώνα και πριν το 1785. Ανάλογη μετακίνηση κατοίκων σε ασφαλέστερη θέση στα τέλη του 18ου αιώνα, αναφέρεται και για τη γειτονική Αγία Σοφία. Ερείπια οικιών, πηγαδιών, νεκροταφείου και ανεμόμυλων διακρίνονται ως σήμερα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΩΝ ΦΙΣΙΝΗΣ
Στις ανατολικές ακτές του νησιού, νοτιότερα της Σκάλας, σημειώνεται ένας οχυρωμένος οικισμός με την παράξενη ονομασία Cogito, για πρώτη φορά το 1572 από τον Porcacchi και στη συνέχεια από άλλους στα 1680-95. Ο Porcacchi αναφέρει ότι είναι προς το γαρμπή κοντά σε ένα ακρωτήριο και ότι έχει ένα άθλιο κάστρο. Επίσης, πως οι πληροφορίες του προέρχονται από ένα παλαιότερο ανώνυμο χειρόγραφο.Η θέση σημειώνεται και από τον Choiseul-Gouffier το 1785, τόσο στον πολύ ακριβή χάρτη του, όσο και στο κείμενό του. Πρόκειται για τον Άγιο Σώζοντα, το όνομα του οποίου δεν καταγράφηκε σωστά, κάτι διόλου παράξενο. Με σωστό όνομα: Hag. Sosos, σημειώνεται μόλις το 1903 από το Fredrich. Επομένως, το εκκλησάκι του Αγίου Σώζοντα υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου αιώνα στη νοτιοανατολική Λήμνο. Επίσης, ότι στη θέση αυτή υπήρχε και μικρό φρούριο, ερειπωμένο ήδη το 1572.
Οι Λήμνιοι ναυτικοί θεωρούσαν σωτήρα τον Άγιο Σώζο, διότι κάποτε έσωσε τους ναυαγούς μετατρέποντας την κάπα του σε βάρκα, έτσι προς τα τέλη του 19ου αιώνα καθιερώθηκε να τιμάται ως πολιούχος της Λήμνου. Το πανηγύρι του, στις 7 Σεπτεμβρίου, ήταν τριήμερο και οι προσκυνητές διανυκτέρευαν σε ειδικά κτισμένα κελιά, τα οποία σώζονται αναπαλαιωμένα.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Η Αγία Σοφία είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αγαίου, με πληθυσμό 60 κατοίκους. Μαζί με την Φισίνη συγκροτούν την Τοπική Κοινότητα Φισίνης.
Γεωγραφία: Η Αγία Σοφία είναι μικρό χωριό στη νότια Λήμνο, σε απόσταση περίπου 10 χιλιομέτρων από τον Μούδρο. Μαζί με τη γειτονική Σκανδάλη και την μικρότερη Φισίνη ήταν τα «χωριά της Σκάλας», καθώς κατά το Βυζάντιο στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε το κύριο λιμάνι του νησιού, η «Σκάλα». Σήμερα το χωριό διατηρεί τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των επισκεπτών που περνούν από την Αγία Σοφία για να επισκεφθούν μια από τις ωραιότερες παραλίες της Λήμνου, τον Παρθενόμυτο.
Ειδυλλιακό Τοπίο: Η Αγία Σοφία είναι χτισμένη μέσα στο πράσινο, πράγμα σπάνιο για τη Λήμνο, η Αγία Σοφία έχει τη δική της ομορφιά, τους φιλόξενους κατοίκους της κι ένα παλιό λακαριό (ρακοκάζανο) που λειτουργεί ακόμα και εξυπηρετεί και τους κατοίκους των γύρω χωριών. Κεντρική εκκλησία του χωριού είναι βέβαια η ομώνυμη Αγία Σοφία, που γιορτάζει στις 17 Σεπτεμβρίου.
Από την Αγία Σοφία μπορεί κανείς να δει τον λόφο Παραδείσι, όπου έχουν εντοπιστεί απολιθωμένα δέντρα, αλλά και το λόφο Παραχείρι στα αριστερά. Τα ερείπια του παλιού Κάστρου της Σκάλας βρίσκονται επίσης κοντά, όπως και ο προϊστορικός οικισμός της Πολιόχνης.
Ονομασία: Την ονομασία του το χωριό την οφείλει στον ομώνυμο ναό, ο οποίος παραπέμπει στη βυζαντινή Αγιά Σοφιά. Βλέπε στην επόμενη παράγραφο αναλυτική περιγραφή.
Ιστορία: Η παράδοση θέλει τον αρχικό οικισμό κτισμένο δυτικότερα, στη θέση Παλιόμαντρα, όπου υπάρχουν χαλάσματα, παλιό νεκροταφείο και ναός του Αγίου Νικολάου. Ήταν κοντά στον όρμο Σκίδι του κόλπου του Μούδρου, όπου βρισκόταν το επίνειο του χωριού. Τώρα, διακρίνονται μόνο τα βυθισμένα υπολείμματα της πέτρινης αποβάθρας, οι λεγόμενες Στραβές Σκάλες.
Στη θέση αυτή σημειώνεται συχνά σε χάρτες περιηγητών ο οικισμός ή λιμάνι Corfos (κόλπος) ή Carfos: Thevet (1554), Belon (1588), Piacenza (1685), Ανώνυμος (1685), Όλφερτ Ντάπερ(1688) και Choiseul-Gouffier (1785). Μεταγενέστερα δεν αναφέρεται.
Τα υπόγεια καταφύγια: Σιγά-σιγά το χωριό μεγάλωνε, η ανασφάλεια όμως από την ανάμνηση των πειρατών έμεινε, και οδήγησε τους κατοίκους να χτίσουν υπόγεια καταφύγια, τα λεγόμενα “μουρσά”, μια μοναδική κατασκευή που δεν αναφέρεται σε άλλο χωριό της Λήμνου. Πρόκειται για «τρύπες» στη γη, που έφτιαξαν οι κάτοικοι κατά τον 19ο αιώνα, φοβούμενοι την άφιξη πειρατών στο χωριό και βρίσκονται κοντά στο κεντρικό ναό του χωριού.
Η μετεγκατάσταση: Η ονομασία Αγία Σοφία σε χάρτη σημειώνεται για πρώτη φορά το 1785 από το Choiseul-Gouffier, μάλλον στην παλιά θέση. Αντίθετα, ο Conze το 1858, που την αντίκρισε από το οχυρό της Σκάλας, τη σημειώνει στο χάρτη του στη σημερινή της θέση. Συνεπώς, η μεταφορά που θέλει η παράδοση πρέπει να συνέβη μεταξύ 1785-1858 και πιθανότατα προς τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν υπήρξε έξαρση της πειρατείας. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, με βάση προφορικές μαρτυρίες και άλλα στοιχεία, κι ο Αντώνης Διακουμής, στο θαυμάσιο βιβλίο του «Ο τόπος που πληγώσαμε», όπου καταγράφει νοσταλγικές μνήμες από το χωριό του.
Η μετεγκατάσταση έγινε με κοινή απόφαση και όχι σταδιακά, έπειτα από μια πειρατική επιδρομή Ψαριανών κατά τη διάρκεια ενός γάμου. Μάλλον πρόκειται για τη ληστοπειρατική έφοδο που αναφέρει ο Σάθας ότι έγινε «εις το Μούντρος και τα πλησιέστερα μέρη αυτού» λίγο μετά τα ορλοφικά. Οι κάτοικοι σήκωσαν ακόμα και τις πέτρες των παλιών σπιτιών, με τις οποίες έκτισαν τα καινούργια. Αν και δεν είχε νερό, προτίμησαν τη θέση Καλύβια της Αγιασοφιάς, όπως την αποκαλούσαν ως τότε, διότι ήταν πιο ασφαλής. Οι αρχικοί οικιστές ήταν επτά ή δέκα οικογένειες, συνολικά 35 άτομα περίπου. Οι υπόλοιποι προτίμησαν να εγκατασταθούν στο χωριό Σκανδάλη, διότι ήταν πιο κοντά στην κτηματική τους περιουσία.
Μεσαιωνικές θέσεις: Χαλάσματα μεσαιωνικών εγκαταστάσεων υπάρχουν σε άλλες δύο θέσεις γύρω από το χωριό: α) Ο Αγιομάρνος, στα ανατολικά του χωριού, κοντά στην ακτή όπου εκτός από ερείπια κατοικιών διακρίνεται και χάλασμα εκκλησίας. Πρόκειται για τον Άγιο Μαρίνο, ναό που αναφέρεται το 1355 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας. Στην περιοχή ανευρίσκονται μαρμάρινοι κίονες, ενώ υπάρχει ένα εξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας κι ένα ερημοκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
β) Ο Παρθενόμυτος, δυτικά του χωριού, από όπου οι κάτοικοι μετοίκησαν στη Σκανδάλη.
Νομίσματα για μικροσυναλλαγές: Στα τέλη του 19ου αιώνα η κοινότητα είχε κυκλοφορήσει κέρματα για τις μικροσυναλλαγές με τη σφραγίδα “ΕΚ/ΣΦ”, δηλαδή “Εκκλησία” ή “Ελληνική Κοινότητα Σοφίας”.
Νεότερα χρόνια: Από το 1918 που συστάθηκαν οι Δήμοι και οι Κοινότητες η Αγία Σοφία υπήρξε ανέκαθεν οικισμός της κοινότητας Φισίνης. Μαζί με τη Σκανδάλη αποτελούσαν τα Χωρία της Σκάλα,ς από το ομώνυμο κοντινό μεσαιωνικό οχυρό και οι κάτοικοί τους αποκαλούνταν Σκαλιώτες.
Το 1928 η Αγία Σοφία είχε 227 κατοίκους, το 1961 είχε 191, το 2001 μόλις 55, το 2015 είχε 50 κατοίκους και το 2021 είχε 60 κατοίκους. Το 1919 ιδρύθηκε μονοθέσιο δημοτικό σχολείο και το 1924 κτίστηκε διδακτήριο, με δωμάτια για το δάσκαλο. Λειτούργησε ως το 1972 που συγχωνεύθηκε με το σχολείο των Καμινίων.
Στην Αθήνα λειτουργεί η Ένωση Αγίας Σοφίας με σημαντική συνεισφορά σε κοινωφελή έργα και στη διατήρηση παραδοσιακών μνημείων, όπως οι τέσσερις Ραχιώτες Μύλοι (ανεμόμυλοι).
Αξιοθέατα: Παραλίες: Σκίδι, Παρθενόμτος, Μακρύγιαλος ή Αγιομάρνος. Μεσαιωνικά χωριά: Αγιομάρνος, Παρθενόμυτος. Ο Λόφος Παραδείσι.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Την ονομασία του το χωριό την οφείλει στον ναό της Αγίας Σοφίας, ο οποίος παραπέμπει στη βυζαντινή Αγιά Σοφιά, αν και εορτάζει στις 17 Σεπτεμβρίου εορτή των αγίων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. Στη σημερινή του μορφή ο ναός χτίστηκε το 1971-74 σε οικόπεδο που παραχώρησε ο Ιωάννης Ψαρρής. Ένας παλαιότερος ναός του 1914, κατεδαφίστηκε έπειτα από ζημιές που υπέστη στο σεισμό του 1968. Ήταν ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής με στεγασμένο εξωνάρθηκα και με θαυμάσιο πέτρινο καμπαναριό, έργο του Κωνσταντή Αταλιώτη.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙ
Στην περιφέρεια του χωριού ανήκει ο λόφος Παραδείσι (286 μ.), που δεσπόζει στη νοτιοανατολική Λήμνο. Στις πλαγιές του λόφου έχουν βρεθεί απολιθωμένοι κορμοί δέντρων, υπάρχουν βοσκοτόπια και μελισσότοποι, ενώ αφθονούν τα κουνέλια και οι πέρδικες. Γι’ αυτό μεγάλο τμήμα του έχει ανακηρυχθεί σε προστατευόμενη ζώνη θηραμάτων. Από την κορυφή του έχει κανείς πολύ καλή θέα όλης της ανατολικής Λήμνου μέχρι το ακρωτήριο Πλάκα. Ίσως πρόκειται για το Ερμαίον Όρος των ομηρικών επών, μέσω του οποίου μεταβιβάστηκε με φωτιά η είδηση της πτώσης της Τροίας προς τον Άθω και από κει στη χερσαία Ελλάδα.
Οι χαρτογράφοι και περιηγητές το αναφέρουν ως λόφο του Ποσειδώνα: Colle di Nettune (Porcacchi, 1572), Neptunius Collis (Ortelius, 1589 και Mercator, 1607 και 1630). Το όνομα Παραδείσ’ (Paradis) πρωτοεμφανίζεται σε χάρτη του Joseph Roux (1764) και μετά στο χάρτη του Conze (1858). Οι Hauttecoeur (1903) και Fredrich (1904) αναφέρουν ξεχωριστά τις δύο κορυφές του: Panagia (273 μ.) και Παραδείσι (286μ.).
Στην πρώτη κορυφή υπάρχει το ξωκλήσι της Πάνω Παναγιάς (Εισοδίων της Θεοτόκου) -η Κάτω Παναγιά βρίσκεται στους πρόποδες και ανήκει στην περιφέρεια των Καμινίων- που χτίστηκε το 1915 από το Δημήτριο Ψαρρή σε παλαιά ερείπια καθώς και μαρμάρινος κίονας από αρχαίο ναό. Αυτό σημαίνει ότι το τοπωνύμιο υπήρχε πριν από το χτίσιμο του ναού. Επίσης, κοντά στην κορυφή υπάρχουν χαλάσματα από φυλάκια και κτίρια που έκτισαν οι Γερμανοί στα χρόνια της κατοχής.

Η ΠΑΝΩ ΠΑΝΑΓΙΑ
Στην πρώτη κορυφή του λόφου Παραδείσι υπάρχει το ξωκλήσι της Πάνω Παναγιάς (Εισοδίων της Θεοτόκου) -η Κάτω Παναγιά βρίσκεται στους πρόποδες και ανήκει στην περιφέρεια των Καμινίων- που χτίστηκε το 1915 από το Δημήτριο Ψαρρή σε παλαιά ερείπια καθώς και μαρμάρινος κίονας από αρχαίο ναό. Αυτό σημαίνει ότι το τοπωνύμιο υπήρχε πριν από το χτίσιμο του ναού.
Επίσης, κοντά στην κορυφή υπάρχουν χαλάσματα από φυλάκια και κτίρια που έκτισαν οι Γερμανοί στα χρόνια της κατοχής.

Η ΣΚΑΝΔΑΛΗ
Η Σκανδάλη είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 68 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η Σκανδάλη είναι χτισμένη στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού, σε μία μικρή εύφορη πεδιάδα με άφθονα νερά και εξαιρετικό κλίμα.
Ονομασία: Το χωριό πρωτοαναφέρεται ως ένας από τους 25 οικισμούς της Λήμνου που αποτελούσαν πατριαρχική εξαρχία το 1321, όπως και η γειτονική Φισίνη. Συγκεκριμένα αναφέρονται: “…τα περί την Αγίαν Μελιτηνήν χωρία του Βισσίνου, του Σκανδάλη και τα λοιπά.”
Προφανώς, αποτελούσε κτήμα κάποιου βυζαντινού αξιωματούχου, του Σκανδάλη, από τον οποίο προέκυψε το όνομα του χωριού.
Μια τοπική παράδοση θεωρεί ότι το χωριό έκτισε ο ηγούμενος Σκανδάλιος κάποιου κοντινού μοναστηριού. Κάποια άλλη παράδοση αναφέρει ότι ένας ξενομερίτης που εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατάφερε με σκανδαλώδη τρόπο να αναδειχθεί άρχων του τόπου και οι κάτοικοι τον αποκαλούσαν Σκανδάλη. Τότε το χωριό βρισκόταν χίλια μέτρα δυτικότερα, στη θέση Δρυ, όπου σήμερα εντοπίζονται ερείπια και το εκκλησάκι του Αγ. Κωνσταντίνου. Όταν κάποιος σεισμός κατέστρεψε το παλιό χωριό, ο Σκανδάλης πρωτοστάτησε στη μεταφορά του στη σημερινή θέση κι έτσι στο νέο χωριό δόθηκε το όνομά του. Παρατηρούμε, πως κι οι δυο παραδόσεις συγκλίνουν στο ότι το όνομα του χωριού προήλθε από το όνομα του ιδρυτή του. Άλλωστε στο τοπικό ιδίωμα εκφέρεται κι ως ουδέτερο: “το Σκαντάλι”, έκφραση που προήλθε από τη γενική: “του Σκαντάλη”.
Ιστορία: Οι περιηγητές δεν αναφέρονται στη Σκανδάλη. Μόνο το κοντινό ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης σημειώνουν, συχνά με διαφορετικό ή παραποιημένο όνομα, όπως: Köstere burnu ή Kösre: ακρωτήρι της μυλόπετρας (Piri Reis, 1521) και Punta dura ή Punta (Porcacchi 1572, Rosaccio 1598, Piacenza 1685, Βιντσέντζο Κορονέλλι 1690-95 και Ωγκύστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ 1785). Ως Αγία Ειρήνη σημειώνεται για πρώτη φορά από τον Αλεξάντερ Κόντζε (1858) και από τους μεταγενέστερους Louis De Launay (C. Irene, 1894), Hauttecoeur (1903) και Fredrich (1904).
Ο Όλφερτ Ντάπερ (1688) σημειώνει τον ύφαλο και τα αβαθή νερά ανοιχτά του ακρωτηρίου Βαλανιδιά, χωρίς να το κατονομάζει. Στη θέση Βαλανίδα, κοντά στο ξωκλήσι του Αγ. Γρηγορίου, έχουν βρεθεί λιγοστές αρχαιότητες.
Το ίδιο το χωριό σημειώνεται σε χάρτη μόλις το 1785 (Choiseul-Gouffier) ως Village. Όμως λογικά προϋπήρχε, αφού επιβιώνει ως ονομασία από το 14ο αιώνα, όπως άλλωστε και τα άλλα δύο Χωρία της Σκάλας, όπως τα αποκαλούσαν ως το 19ο αιώνα: η Φισίνη και η Αγία Σοφία. Ως Skandali σημειώνεται το 1858 (Conze) και το 1894 (Louis De Launay).
Ο Conze το επισκέφθηκε, κάθισε στη βρύση κι έφαγε ψωμί και μέλι και γνωρίστηκε με τον ιερέα, ο οποίος τον ξενάγησε σε έναν παλιό ερειπωμένο οικισμό στα βορειοδυτικά του χωριού, τον οποίο ο Conze ονομάζει Αγίους Θεοδώρους, χωρίς να είναι σίγουρος. Πρόκειται μάλλον για το Δρυ, την αρχική θέση του χωριού. Στη συνέχεια περπάτησε μαζί του ως το Μούδρο από το μονοπάτι δυτικά του όρους Παραδείσι κι έμαθε ότι ο ιερέας περνούσε συχνά στο νησάκι Καστριά που βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου του Μούδρου, για να μαζέψει κάποιο είδος αγριολάχανου.
Η Σκανδάλη αναφέρεται συχνά σε κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα. Το 1854 η ετήσια εισφορά του χωριού προς το μητροπολίτη καθορίστηκε σε 660 αβγά, 30 τυριά και 60 λίρες. Ο ιερεύς ονομαζόταν παπά-Γιάννης και μάλλον πρόκειται γι’ αυτόν που γνώρισε ο Conze το 1858. Το 1856 118 άνδρες ηλικίας 18-60 ετών πλήρωσαν φόρο 3776 γρόσια, ώστε να γλιτώσουν τη στράτευση. Το 1863 στο χωριό ζούσαν 55 οικογένειες, οι οποίες έγιναν 56 το 1874, δείγμα μικρής πληθυσμιακής αύξησης. Το ίδιο έτος υπήρχαν 69 σπίτια και 801 επιτηδεύματα. Οι Σκανταλιώτες έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση.
Το Σχολείο: Το Σχολείο φέρεται να λειτούργησε γύρω στο 1848, στην οικία του Ιωάννη Δοκαρέλλη, όμως η λειτουργία του δεν ήταν συνεχής. Το 1870 λειτουργούσε και δέχθηκε δωρεά 20 εικοσάφραγκων από τον Αιγυπτιώτη Παναγιώτη Αλεξίου. Το 1879 ιδρύθηκε διτάξιο κοινοτικό σχολείο για όλα τα χωριά της Σκάλας. Στεγάστηκε σε οικία του Ιωάννη Βρούτζου, κοντά στο ναό του Αγ. Νικολάου, η οποία κατεδαφίστηκε το 1908 και στον ίδιο χώρο χτίστηκε σχολικό κτίριο. Το 1958 ανεγέρθηκε νέο κτίριο στη θέση Πήγαδος, το οποίο στέγασε το δημοτικό ως το 1986, που σταμάτησε να λειτουργεί. Μακροχρόνια υπηρεσία στο σχολείο προσέφεραν ο Ανδρέας Ανδρεάδης (1897-1920) κι ο Ιωάννης Βρούντζος (1936-1971 κατά περιόδους).
Εκκλησίες: Στο χωριό υπάρχουν τέσσερις εκκλησίες με πολιούχο τον Άγιο Νικόλαο, ο οποίος κτίστηκε σε οικόπεδο του Ι. Βρούτζου γύρω στο 1880, αν κρίνουμε από τη χρονολογία της αγιογράφησης που έγινε από τον Ίμβριο Ευστράτιο Χαϊμαντέ μεταξύ 1881-1885. Ο πέτρινος εξωνάρθηκας είναι νεότερος και τον κατασκεύασε ο Φισινιώτης πετράς Κωνσταντής Αταλιώτης. Στο ναό υπήρχε Ευαγγέλιο του 1558 εκδόσεως Βενετίας, το οποίο εκτίθεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο στη Μύρινα.
Το χωριό έχει υγιεινό κλίμα και άφθονα νερά, γι’ αυτό στην εύφορη πεδιάδα που απλώνεται προς τα νότια εγκαταστάθηκε το ιππικό των συμμάχων κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ακόμα σώζονται οι τεράστιες στέρνες που φτιάχτηκαν για την αποθήκευση νερού.
Νεότερα χρόνια: Το 1918 απετέλεσε κοινότητα με την ονομασία Σκανδάλη (η) αλλά το 1940 μετονομάστηκε σε Σκανδάλιον (το). Το 1928 είχε 351 κατοίκους, όμως μεταπολεμικά υπέστη δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση: από 285 κάτοικοι το 1951, μόλις 124 απογράφηκαν το 2001, στην απογραφή δε του 2021 είχε 68 κατοίκους.
Στην Αθήνα λειτουργεί δραστήριος Σύλλογος Σκανδαλιωτών.
Αξιοθέατα: Ο ναός Αγίου Νικολάου, το Ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης και ο Άγιος Γρηγόριος.

ΤΑ ΛΥΧΝΑ
Τα Λύχνα είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 85 κατοίκους. Στην Κοινότητα Λύχνων υπάγεται και το χωριό Ανεμόεσσα, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεται σε 218 κατοίκους.
Γεωγραφία: Τα Λύχνα είναι χτισμένα σε ένα χαμηλό βραχώδη λόφο σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τη βαλτώδη ακτή του κόλπου του Μούδρου.
Ονομασία: Σύμφωνα με την παράδοση, η ονομασία του χωριού προήλθε από τους λύχνους των σπιτιών, τους οποίους έβλεπαν οι ναυτικοί που εισέπλεαν νύκτα στον κόλπο, διότι το χωριό είναι το πρώτο που φαίνεται στο βάθος. Δεν αποκλείεται παλιότερα να υπήρχε κάποιο είδος φάρου, από όπου προήλθε το τοπωνύμιο, διότι σε χάρτες του Αγγλικού ναυαρχείου επισημαίνεται το μικρό ακρωτήρι που σχηματίζεται στην ανατολική πλευρά της ακτής, κοντά στο τυροκομείο, με την ονομασία Akra Likhna. Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά μόλις το 1785 από τον Γάλλο περιηγητή Choiseul-Gouffier. Στο όνομα έχει προσθέσει και το άρθρο: Taligna (τα Λύχνα), ο οποίος σημειώνει το κοντινό ακρωτήρι ως Cap. Blanc (ακρ. Λευκό). Παρομοίως, σημειώνεται στους χάρτες των περιηγητών Conze (1858, Talihna) και De Launay (1898, Talikna). Αντίθετα, ο Fredrich (1904) το σημειώνει σωστά: Lychna.
Ιστορία: Το 19ο αιώνα το χωριό ήταν συγκροτημένο και υπάρχουν αναφορές σ’ αυτό στα κοινοτικά έγγραφα. Το 1854 ο ιερέας του χωριού ονομαζόταν Χρηστοφής. Το 1856 είχε 71 άνδρες ηλικίας 18-60 ετών που πλήρωσαν στρατιωτικό φόρο 2.272 γρόσια. Το 1874 κατοικούσαν στα Λύχνα 50 οικογένειες χριστιανών. Το ίδιο έτος καταγράφηκαν 67 σπίτια.Οι κάτοικοι έστελναν ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι ενώ πολλοί εργάζονταν στη Μικρασία ως κτιστάδες σε συντεχνίες.
Στις αρχές του 20ού αιώνα αναφέρεται στην Πέργαμο η συντεχνία του Νέστορα Τσολίσου και του Κουπελάρη από τα Λύχνα. Έξω από το χωριό, κοντά στο κοιμητήριο υπάρχει πηγή νερού από την οποία υδρεύεται. Στο χώρο αυτό στρατοπέδευσε τμήμα του Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Στις 24 Ιουνίου, που εορτάζει ο ναός του αγίου Ιωάννου, παλιά γινόταν μεγάλο πανηγύρι.
Στα τέλη της Τουρκοκρατίας λειτούργησε στο χωριό ταχυδρομικό γραφείο, του οποίου σώζεται σφραγίδα με ημερομηνία 16-9-1912 και την ένδειξη LYCHNA (MOUDROS), μια και το χωριό ανήκε στο Δήμο Μούδρου.
Η εκκλησία: Το 1865 κτίστηκε ο ενοριακός ναός του Αγίου Δημητρίου. Το 1905 με πρωτοβουλία των μεταναστών στις ΗΠΑ: Κ. Χλέτσου, Ν. Λάσκαρη, Κ. Αλεξάνδρου, Δ. Κυριακού και Α. Κριαρή συγκεντρώθηκαν 456 δολάρια προς ανακαίνιση του ναού. Τελικά, το 1924 προστέθηκε εντυπωσιακός εξωτερικός νάρθηκας με ενιαία λαξευτή λιθοδομή. Δυο λαξευτοί κίονες με περίτεχνα κιονόκρανα μάλλον ανήκουν σε αρχαιότερο ναό. Την αγιογράφηση και τον εξωραϊσμό έκανε ο Γρηγόριος Παπαμαλής το 1940.
Το σχολείο Λύχνων: Λόγω του μικρού πληθυσμού δεν ιδρύθηκε κοινοτικό σχολείο στο χωριό. Οι φιλομαθείς μαθητές φοιτούσαν στα σχολεία του Ρωμανού ή του Βάρους. Το 1910 ανεγέρθηκε νέο όμορφο σχολικό κτίριο σε περίοπτη θέση με δαπάνη του Δημήτριου Γ. Μακρή, εμπόρου στην Αίγυπτο. Ό ίδιος ανακαίνισε το υδραγωγείο του χωριού. Έτσι ιδρύθηκε δημοτικό σχολείο με 35 μαθητές. Το 1944 ο δάσκαλος του χωριού Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς για αντιστασιακή δράση. Μακροχρόνια θητεία στο σχολείο είχαν οι δάσκαλοι: Σπύρος Μουστάκας (1949-55) και Ηρακλής Κοντέλλης (1955-63).
Νεότερα χρόνια: Το 1912 τα Λύχνα αποτέλεσαν αυτόνομη κοινότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό γνώρισε κάποια πρόοδο και το 1928 είχε 318 κατοίκους. Μεταπολεμικά συρρικνώθηκε λόγω της μετανάστευσης, με αποτέλεσμα το 1981 είχε 120 άτομα και το 1981 είχε 85 άτομα.. Πολλοί έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου λειτουργεί Σύλλογος Αποδήμων Λυχνιωτών.
Το 1970 στο σχολείο είχαν απομείνει μόνο πέντε παιδιά και συγχωνεύτηκε με το σχολείο Βάρους. Αργότερα, λειτούργησε για ορισμένες χρονιές, για να κλείσει οριστικά γύρω στα 1995. Το 1991 στην Κοινότητα Λύχνων εντάχθηκε ο νέος οικισμός η Ανεμόεσσα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο πληθυσμός και το 2001 να απογραφούν στην Κοινότητα 338 άτομα ενώ κατά την απογραφή του 2021 ο πληθυσμός της Κοινότητας Λύχνων 218 άτομα.
Τουρισμός: Εκτός από την αγροτική, κτηνοτροφική και αλιευτική δραστηριότητα, λειτουργούν kai λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Αξιοθέατα: Ο ναός του Αγίου Δημητρίου (1865), το Δημοτικό σχολέιο και ο ανεμόμυλος που ανακατασκευάστηκε και δεσπόζει σε κοντινό λόφο στην άκρη του χωριού.
Πρόσωπα: α) Ο μέγας ευεργέτης της Λήμνου Νικόλαος Ντάλλης (1855-1933) ο οποίος δραστηροποιούνταν στην Αίγυπτο, υπήρξε κινητήριος μοχλός και πρόεδρος της Λημνιακής Αδελφότητας Αλεξανδρείας. Στο σχολείο των Λύχνων δώρισε 1,5 στρέμμα για να γίνει σχολικός κήπος. β) Ο δάσκαλος Χαράλαμπος Καραπαναγιώτης (1912-2006) που υπηρέτησε σε σχολεία της Θράκης, στο Βάρος, στο Μούδρο και στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της κατοχής υπήρξε συνεργάτης του αντιστασιακού Λιμενάρχη και μάρτυρα Ιωάννη Αρβανιτάκη γ) Ο ιερεύς και δάσκαλος Παναγιώτης Κονταρίδης (1873) απόφοιτος σχολαρχείου της Σμύρνης, υπηρέτησε στα Τσιμάνδρια (1903-04), στην Πλάκα (1905-10) κ.α..

Ο ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΣ
Ενα αξιοθέατο του χωριού Λύχνα είναι ο ανεμόμυλος που ανακατασκευάστηκε και δεσπόζει σε κοντινό λόφο στην άκρη του χωριού.

Η ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΝΤΑΜΠΙΖΑ ΣΤΑ ΛΥΧΝΑ ΛΗΜΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1986
H παραγωγή των τυριών με την προστατευόμενη ονομασία προέλευσης «ΚAΛΑΘAKI ΛHMNOY Π.O.Π.» και «ΦΕΤΑ ΛΗΜΝΟΥ Π.Ο.Π.» με τον διακριτικό τίτλο ΝΤΑΜΠΙΖΑΣ ξεκίνησε περί το έτος 1986 στa Λύχνα Μούδρου της Λήμνου. Τα προϊόντα με την ονομασία «KAΛΑΘAKI ΛHMNOY Π.O.Π.» και «ΦΕΤΑ ΛΗΜΝΟΥ Π.Ο.Π.», παράγονται καθημερινά από Ελληνικό, φρέσκο, νωπό και παστεριωμένο γάλα των εντόπιων παραγωγών της περιοχής του νησιού της Λήμνου, το οποίο προέρχεται από καθημερινές αλμέξεις των αιγίων και των προβάτων τους.
Μετά την ωρίμανση του τυριού, η οποία λαμβάνει χώρα στους ειδικούς θαλάμους στο εργοστάσιο του τυροκομείου στη Λήμνο, το προϊόν μεταφέρεται στις κεντρικές εγκαταστάσεις της στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής, όπου γίνεται η ανασυσκευασία του και η εκ νέου τυποποίηση του, προκειμένου να διατεθεί στην αγορά.

ΤΟ ΡΕΠΑΝΙΔΙ
Το Ρεπανίδι είναι παραδοσιακό χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 204 κατοίκους.
Η Κοινότητα Ρεπανιδίου: Στην Κοινότητα Ρεπανιδίου εκτός από το Ρεπανίδι, ανήκουν και τα χωριά Κότσινος και Αγιος Υπάτιος, με τον συνολικό πληθυσμό της κοινότητας να ανέρχεται σε 215 κατοίκους..
Γεωγραφία: Το Ρεπανίδι είναι χωριό της βορειοανατολικής Λήμνου και βρίσκεται σε απόσταση 25 περίπου χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα του νησιού Μύρινα.
Ιστορία: Το Ρεπανίδι θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα χωριά του νησιού και αναφέρεται σαν οικισμός ήδη από το 1285, σε απογραφικό πρακτικό που αφορά ιδιοκτησίες της μονής “Πτέρις”. Η Πτέρις ή το Πτέριν ήταν μονή της Λήμνου κοντά στα Τσιμάνδρια. Μεταξύ άλλων κατείχε και “το ευκτήριον της Οδηγητρίας, το εις το Ρεπανίδιον, με τον τόπο του”. Στο Ρεπανίδι κατοικούσαν κάποιοι από τους 28 συνολικά παροίκους που είχε σε όλη τη Λήμνο.
Το 1418 ο Buondelmonti σημειώνει το χωριό ως Rapagnidi (Ραπανίδι) και το τοποθετεί στο εσωτερικό του νησιού. Η επόμενη αναφορά είναι του Belon (1548), ο οποίος εγκαταστάθηκε στο χωριό για αρκετές ημέρες προκειμένου να πραγματοποιήσει κοντινές εκδρομές στην Ηφαιστία, στο λόφο της Λημνίας γης κ.α.. Το αναφέρει επανειλημμένα ως Rapagnidi και έτσι το σημειώνει σε χάρτη έκδοσης 1588. Γράφει ότι βρισκόταν κοντά στο λιμάνι των Εκατό Κεφαλών, τις οποίες επίσης σημειώνει στο χάρτη του 1588 ως Ecato Cephales.
Τις Eqaton Cephales σημειώνει κι ο Buondelmonti (1418) στο λόφο της Ηφαιστίας. Το λιμάνι τους βρισκόταν εν χρήσει και στα χρόνια του Piri Reis (1521), ο οποίος το σημειώνει στους χάρτες του ως “Limãn-i-jüz baš: Λιμάνι των Εκατό Κεφαλών”. Ο Belon προσθέτει ότι το Ρεπανίδι απείχε έξι τουφεκιές από το λόφο του Κότσινου και τρεις από ένα λιμάνι, όπου ψάρευαν με αρμίδι και γρίπο.
Η πληροφορία αυτή σημαίνει ότι το χωριό δεν είχε ακόμα μεταφερθεί στη σημερινή θέση και ότι βρισκόταν περίπου στη θέση του Αγίου Υπατίου. Κοντά στο χωριό βρήκε και το μοναδικό δάσος της Λήμνου, αποτελούμενο από οξιές και δρυς (aesculi), τον καρπό των οποίων χρησιμοποιούσαν στην κατεργασία δερμάτων. Το 1611 αναφέρεται ότι πειρατές λεηλάτησαν ένα καΐκι με 13 ναύτες, το οποίο μετέφερε βελανίδια από τη Λήμνο στη Σαμοθράκη, γεγονός που δείχνει ότι γινόταν κι εξαγωγή βελανιδιών. Αρκετές βελανιδιές επιβιώνουν μέχρι σήμερα στην περιοχή.
Επίσης, το χωριό αναφέρεται: από το γιατρό Albacario (τέλη 16ου αιώνα) ως Raponidi που το επισκέφθηκε αναζητώντας τη Λημνία γη, στο χάρτη του Choiseul-Gouffier (1785) ως Herpagni, από τον Lacroix (1829) ως Ραπανίδι κι από τον Conze (1858) ως Drepanidi. Ο τελευταίος διευκρινίζει ότι δεν είναι το ίδιο χωριό με τον Άγιο Υπάτιο, όπως σημειωνόταν σε αγγλικούς χάρτες της εποχής του. Εδώ έχουμε την πληροφορία, ότι αν και το 1858 το χωριό είχε μεταφερθεί, εν τούτοις σε παλιότερους χάρτες σημειωνόταν ακόμα στον Ανυπάτη. Επομένως, η μετακίνηση δεν πρέπει να είχε γίνει πολύ παλιότερα αλλά περίπου στις αρχές του 19ου αιώνα.
Ο Conze πηγαίνοντας προς το πηγάδι της λημνίας γης περπάτησε δίπλα από τις γούβες, πιθάρια που είναι σκαλισμένα στο βράχο (βίνα), στα οποία αφήνουν το μούστο να βράσει πριν τον μεταφέρουν σε βαρέλια. Επίσης, σχεδίασε ένα αρχαίο ταφικό αγγείο προερχόμενο από την Ηφαιστία, το οποίο κατείχε ένας καφετζής του χωριού, ο Αναγνώστης Παπασάββας. Αργότερα πουλήθηκε στο Λούβρο. Ως Drepanidi σημειώνεται και στο χάρτη του De Launay (1898) ενώ ο Fredrich (1904) σημειώνει σωστά το χωριό ως Repanidi.
Ονομασία: Οι παλιές αναφορές ως Ρεπανίδιον ή Ραπανίδι επαναλαμβάνονται από το 13ο ως το 16ο αιώνα και τις ξαναβρίσκουμε στα κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα με τις μορφές: Ρεπανίδιον, Ραπανίδι, Ροπανίδι, Ρεπανήδι ή Ρεπανίδη. Συνεπώς, η ονομασία του χωριού προήλθε μάλλον από το αγριόχορτο ραπανίδα ή ρεπανίδα, δηλαδή πρόκειται για φυτωνύμιο.
Σχολείο: Στα μέσα του 19ου αιώνα το χωριό είναι οργανωμένο. Το 1844 στην παλλημνιακή αντιπροσωπία που μετέβη στην Πόλη να διαμαρτυρηθεί για την εκβιαστική συμπεριφορά του διοικητή του νησιού συμμετείχε κι ο δημογέροντας του χωριού Νικόλας Πλαφάς. Στο χωριό λειτουργεί σχολείο, ισως από τη δεκαετία 1820-30, αρχικά στο κτίριο ενός ανεμόμυλου και αργότερα σε κάποιο τσουκαλαριό του Κότσινα. Το 1875 κτίστηκε σχολικό κτίριο και το 1879 το σχολείο έγινε κοινοτικό. Αρχικά ήταν διτάξιο και σταδιακά ως το 1912 έγινε πεντατάξιο.
Διοικητικά στοιχεία: Το 1854 ο ιερέας του χωριού ονομαζόταν Γεώργιος. Το 1856 147 άνδρες ηλικίας 18-60 ετών πλήρωσαν φόρο 4.704 γρόσια ώστε να γλιτώσουν τη στράτευση, ενώ τόσο το 1863 όσο και το 1874 στο χωριό καταγράφηκαν 94 οικογένειες χριστιανών δείγμα πληθυσμιακής στασιμότητας. Επίσης, το 1874 υπήρχαν 118 σπίτια. Η πλειοψηφία απασχολείται στο γεωργικό τομέα, αλλά προς τα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρονται και πλοιοκτήτες Ρεπανιδιώτες, όπως ο Μελεούνης.
Το Ταχυδρομικό Γραφείο: Στα τέλη της Τουρκοκρατίας λειτούργησε στο χωριό ταχυδρομικό γραφείο, του οποίου σώζεται σφραγίδα με ημερομηνία 16-9-1912 και την ένδειξη REPANIDI (MOUDROS), μια και το χωριό ανήκε στο τότε Δήμο Μούδρου. Οι Ρεπανιδιώτες έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση.

Ο ΚΟΤΣΙΝΟΣ ΛΗΜΝΟΥ
Ο Κότσινος είναι ένα μικρό ψαροχώρι της Λήμνου. Διοικητικά υπάγεται στην Τοπική Κοινότητα Ρεπανιδίου, της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.
Ονομασία: Η ονομασία του χωριού προήλθε από το ερυθρό χρώμα που έχει το έδαφος της περιοχής και ιδιαιτέρως η περίφημη Λημνία γη, η οποία εξορυσσόταν από το γειτονικό λόφο Δεσπότης, το Μόσυχλο των αρχαίων, κοντά στο εξωκλήσι του Σωτήρος.
Ιστορία: Ο Κότσινος αναφέρεται ως Cocini για πρώτη φορά το 1136 ως λιμάνι ασφαλές με εμπορική σκάλα. Ο τότε μητροπολίτης Λήμνου Μιχαήλ παραχώρησε στον Ενετό ιερέα του Αγίου Μάρκου της Κωνσταντινούπολης το εκκλησάκι Άγιος Βλάσιος, κοντά στον Κότσινο, προς χρήση της ναυτικής παροικίας των Ενετών. Δεν ξεκαθαρίζεται αν είχε μόνιμους κατοίκους αλλά φαίνεται πως η κοντινή Ηφαιστία, πρωτεύουσα της Λήμνου, είχε αρχίσει να παρακμάζει, από τη στιγμή που το λιμάνι της –των Εκατό Κεφαλών– είχε υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από προσχώσεις. Σταδιακά ο Κότσινος την αντικατέστησε ως εμπορικό κέντρο στη βόρεια ακτή του νησιού. Μεταγενέστερα υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση, ότι αποτελούσε το διάδοχο οικισμό της Ηφαιστίας, κάτι που επισημαίνεται από πολλούς περιηγητές. Τα Μεσαιωνικά χρόνια άρχισε να κατοικείται εκτεταμένα κατά την περίοδο της ενετοκρατίας (1207-76), όταν κτίστηκε το κάστρο από τους Ναβιγκαγιόζι, τους Ενετούς δούκες της Λήμνου. Η Ηφαιστία εγκαταλείφθηκε και απέμεινε μόνο το τοπωνύμιο Παλαιόπολη ως ανάμνηση της πανάρχαιας αυτής πόλης. Ως το 1276, που ανακαταλήφθηκε από τους βυζαντινούς, υπήρξε φέουδο του Φόσκαρη Ναβιγκαγιόζι.
Στη συνέχεια περνά στους Παλαιολόγους κι αμέσως οι αγιορείτικες μονές σπεύδουν να κατοχυρώσουν τις ιδιοκτησίες που είχαν παλιότερα στο νησί. Το 1284 σε έγγραφο της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας σημειώνεται: “…κατέχει η τοιαύτη Μονή και οίκημα το ανεγερθέν εις τον Κότζηνον του εμπορίου πλησίον του αιγιαλού, λόγω σκάλας των καραβίων των μοναχών…”.
Μεταγενέστερα, αναφέρεται πως η ίδια μονή κατείχε το μετόχι του Ιωάννου Πρόδρομου και το 1361 το κτήμα του Διγυναίκη και τα δύο κοντά στο κάστρο του Κότσινου. Το 1355 ο καστροφύλακας Τζύμαλος δωρίζει ένα αμπέλι στη Μονή Φιλοθέου: “…εις το του Τζυμάλου, καστροφύλακος του Κοτζίνου του Βασιλείου αμπέλιον…”.
Το ίδιο έτος (1355) αναφέρεται κοντά στον Κότσινο η τοποθεσία του Κωκαλά, με μικρό οικισμό. Πρόκειται για θέση με πηγή που υπάρχει μέχρι σήμερα, από την οποία γινόταν η τακτική υδρευση του Κότσινου δια πηλίνων σωλήνων. Ο Αγγελής Μιχέλης γράφει ότι από εκεί υδρευόταν παλαιότερα η Ηφαιστία: “Η πηγή Κοκκαλά εχρησίμευε και δια την ύδρευσιν της Ηφαιστίας, ως μαρτυρούν οι μεγάλων διαστάσεων σωλήνες, ανευρισκόμενοι και έχοντες κατεύθυνσιν από Κοκκαλά πρός την Ηφαιστίαν.”
Το 1858 ο Conze συνάντησε μερικές καλύβες πάνω στους λόφους, που ο οδηγός του τις ονόμασε “Κοκκαλά”, κάτι που σημαίνει πως επιβίωνε μια μικρή συνοίκιση. Την πηγή Κωκαλά στην απέναντι πλευρά του λόφου της Λημνίας γης αναφέρει κι ο Tozer (1889). Σήμερα στην περιοχή υπάρχουν τα ξωκλήσια Άγ. Αθανάσιος και Γέννηση Θεοτόκου.
Το Κάστρο: Το κάστρο του Κότσινου επισκευάστηκε το 1361 και το 1408 δόθηκε ως φέουδο στη χήρα του Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγου Ευγενία Γατελούζι, η οποία έζησε και πέθανε εκεί το 1440. Έτσι, στον Κότσινο κυριαρχούν οι Γενουάτες Γατελούζι κι ο ορθόδοξος μητροπολίτης αναγκάζεται να μεταφέρει την έδρα του από τον Κότσινο στη μονή Αγίου Παύλου κοντά στο χωριό Λιβαδοχώρι, τη γνωστή ως τις μέρες μας Μητρόπολη. Την εποχή αυτή το λιμάνι του Κότσινου είχε αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστό ως ενδιάμεσος σταθμός, διότι διάφοροι ταξιδιώτες της εποχής, όπως οι Ρώσοι ιερωμένοι Grethenios και Επιφάνιος (1416), έχουν καταγράψει πόσο απέχει από το Άγιο Όρος προς ενημέρωση άλλων ταξιδευτών. Όταν το 1464 οι Ενετοί κατέλαβαν τη Λήμνο, το κάστρο του Κότσινου ήταν από τα τρία σπουδαιότερα του νησιού. Γράφει ο Μοσχίδης (σ. 151): “…sono tre buoni castelli chiamandi Cochino, Mudron et Paleo Castron.”
Όπως προκύπτει από τα σωζόμενα ερείπια, το κάστρο βρισκόταν στην κορυφή ενός τεχνητού γήλοφου ύψους 20 μέτρων και καταλάμβανε έκταση τεσσάρων στρεμμάτων περίπου. Το περιέβαλλε τάφρος που συγκοινωνούσε με τη θάλασσα, ενώ από τη βορεινή πλευρά τα τείχη ήταν θεμελιωμένα μέσα στο νερό. Οι οχυρώσεις του έφθαναν σε ύψος έξι μέτρων. Τον 15ο αιώνα δέχθηκε σφοδρές επιθέσεις από τους Τούρκους. Σε μια από αυτές, το 1470, καταλήφθηκε προσωρινά από το στόλο του Μαχμούτ πασά, ο οποίος: “…παρέλαβε τον Κότζινον και τα περί πάσαν την νήσον χωρία…”.

Η 18ΧΡΟΝΗ ΗΡΩΪΔΑ ΜΑΡΟΥΛΑ ΚΟΜΝΗΝΟΥ
Στις 21 Μαΐου του 1478, το κάστρο του Κότσινα πολιορκήθηκε από το Σουλεϊμάν πασά. Με αρχηγό τον Ισίδωρο Κομνηνό, Έλληνες και Ενετοί ρίχτηκαν στη μάχη για να απωθήσουν τον εχθρό. Ο Ισίδωρος Κομνηνός, αμυνόμενος, περικυκλώνεται από τους Τούρκους και λαβώνεται θανάσιμα. Μπροστά στο θέαμα της πτώσης του αρχηγού, το ηθικό κλονίζεται και οι υπερασπιστές των τειχών τρέπονται σε άτακτη φυγή.
Σύμφωνα με το μύθο, η 18χρονη κόρη του Κομνηνού, Μαρούλα, άρπαξε το αιματοβαμμένο σπαθί του νεκρού πατέρα της και ρίχτηκε πρώτη ξανά στη μάχη, εμπνέοντας και ενθαρρύνοντας έτσι και τους υπόλοιπους συμπολεμιστές να επιστρέψουν, και τελικά να οδηγηθούν σε μεγάλη νίκη.
Το επεισόδιο αυτό υμνήθηκε πολύ, τόσο από Ιταλούς συγγραφείς, όπως οι Sabelico, Coelius, Calcagnini, Fulgosius κ.ά., όσο κι από Έλληνες λογοτέχνες, όπως οι Κωστής Παλαμάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου κ.ά..
Στο λιμανάκι του Κότσινα, βρίσκεται σήμερα επιβλητικό μπρούτζινο άγαλμα της θρυλικής ηρωίδας, στον προαύλιο χώρο του Ιερού ναού Ζωοδόχου Πηγής, στο λόφο που άλλοτε δέσποζε το απόρθητο φρούριο του Κότσινα. Το άγαλμα αυτό είναι δημιούργημα του Ιπποκράτη Σαβούρα και χρηματοδοτήθηκε από το Διδασκαλικό Σύλλογο Λήμνου. (Limos Mobi).

Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ
Η Καλλιόπη είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 164 κατοίκους.
Ιστορία: Η ίδρυση του χωριού χρονολογείται περίπου το 1200, όταν είχε αρχίσει η περίοδος παρακμής της Ηφαιστίας. Εκείνη την εποχή μετοίκησε από την Ηφαιστία η ιδρύτρια του χωριού, η πλούσια Καλλιόπη ή Καλλή, η οποία είχε αγρόκτημα στην περιοχή. Κατά μία εκδοχή η Κάλλη διώχτηκε από την Ηφαιστία λόγω της απρεπούς διαγωγής της. Στο κοιμητήριο του χωριού σώζεται μια μαρμάρινη σαρκοφάγος που έχει έναν χαραγμένο σταυρό και φέρει τη φράση «Ενθάδε κείται η δούλη του Θεού Καλλή».
Γεωγραφία: Η Καλλιόπη είναι χτισμένη στην Ανατολική πλευρά του χωριού της Λήμνου. Ο κόλπος Κέρος είναι η παραλία του χωριού. Ο κόλπος εκτείνεται περίπου τρία χιλιόμετρα και υπήρξε σημαντικό λιμάνι μέχρι τα ύστερα μεσαιωνικά χρόνια. Πήρε το όνομά του λόγω του σχήματός του, το οποίο μοιάζει με κέρατο. Ο αρχικός οικισμός βρισκόταν πιο κοντά στη θάλασσα, στην περιοχή Αριόνες, όπου βρίσκονται και τα ερείπιά του.
Οικονομία: Η Καλλιόπη είναι πεδινό χωριό και οι κάτοικοί της αχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία, την πτηνοτροφία, τη γεωργία και την αλιεία.
Υποδομές: Στο χωριό λειτουργούν ταβέρνες, ενώ υπάρχει η παραλία του Κέρους με καντίνα. Πριν την παραλία υπάρχει ένα δασύλλιο που οι παραθεριστές μπορούν να κατασκηνώσουν.
Η Χορταρόλιμνη: Κοντά στο χωριό υπάρχει η Χορταρόλιμνη, ένας από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου. Είναι ενταγμένη στο δίκτυο NATURA και προστατεύεται από περιβαλλοντικές συνθήκες.
Το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης: Από το 2001 στο χωριό εδρεύει Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης, που στεγάζεται στο κτίριο του δημοτικού σχολείου, με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη του φυσικού πλούτου της περιοχής. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να ενημερωθεί και να ευαισθητοποιηθεί σε περιβαλλοντικά θέματα.
Η εκκλησία του χωριού: Πολιούχος του χωριού είναι ο Άγιος Γεώργιος, προς τιμή του οποίου χτίστηκε το 1869 ένας ναός ρυθμού βασιλικής χωρίς τρούλο. Κάθε χρόνο στη γιορτή του αγίου Γεωργίου λαμβάνουν χώρα παραδοσιακές ιπποδρομίες. Η διαδρομή που καλύπτουν οι αναβάτες είναι περίπου τρία χιλιόμετρα και εκτείνεται από το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου κοντά στην παραλία του Κέρους ως την είσοδο του χωριού. Ακολουθεί βράβευση του νικητή και χοροεσπερίδα με παραδοσιακούς χορούς και άφθονο φαγητό και κρασί. Το έθιμο διεξάγεται τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Aξιοθέατα: Η παραλία Κέρους, το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης, ο Ναός του Αγίου Γεωργίου και η Χορταρόλιμνη. Στο χωριό ακόμη μπορεί κανείς να επισκεφτεί τον Παλαιοχριστιανικό τάφο στο νεκροταφείο της Αγ. Άννας.
Προσωπικότητες: Από την Καλλιόπη κατάγεται ο θαλασσομάχος Γεώργιος Καπετανάκης που έδρασε στην Ελληνική επανάσταση του 1821.

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΛΗΜΝΟΥ
Η Παναγιά είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιγρειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέριεα Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 326 κατοίκους
Γεωγραφία: Η Παναγιά βρίσκεται στο Βορειοανατολικό τμήμα της Λήμνου, σε απόσταση 43 χλμ.
από την πρωτεύουσα Μύρινα. Το έδαφός της είναι πεδινό και αποτελείται κυρίως από
καλλιεργούμενες εκτάσεις και βοσκοτόπια. Απέχει από τη θάλασσα περίπου 2χλμ..
Ονομασία: Σύμφωνα με την τοπική παράδοση το τοπωνύμιο Παναγία προϋπήρχε του χωριού και προήλθε από κάποιο παλιό μοναστήρι. Πράγματι το 1355 αναφέρεται σε έγγραφο της μονής Μεγίστης Λαύρας η μικρή μονή Θεοτόκος Σεργουνιώτισσα στη βορειοανατολική Λήμνο, κοντά στο χωριό Καστρίν, το οποίο εντοπίζεται στη γειτονική Πλάκα. Η μονή αυτή είχε ιδιοκτησίες σε διάφορα σημεία της Λήμνου, όπως στις θέσεις: Πολύφυλλον, χωρίον του Πετζέα, Μαγειρίδιο και Γούδηλα.
Στα κατοπινά χρόνια, η μονή αναφέρεται ως μετόχι της Μεγίστης Λαύρας, η οποία το 1380 διεκδικούσε την εικόνα της Παναγίας Σερβουνιωτίσσης, από κάποια οικογένεια Κονδύλη της Λήμνου.
Αρχαιολογικά ευρήματα: Στα δυτικά του χωριού, στο λιμανάκι του όρμου Σωτήρας, έχει εντοπιστεί αρχαία θέση. Συγκεκριμένα στα νότια του ομώνυμου ακρωτηρίου έχει βρεθεί μια επιτύμβια στήλη του 4ου αιώνα π.Χ. που γράφει: «ΒΕΝΔΙΔΩΡΑ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥ ΓΕΡΓΙΣΙΟΥ».
Σε παλιά κείμενα η τοποθεσία αναφέρεται ως «αυλάκι του Αγίου Σωτήρος», ενώ το εκκλησάκι Sotira σημειώνεται σε χάρτη αμφίβολης χρονολόγησης, ο οποίος συνοδεύει το έργο του Ιταλού περιηγητή Buondelmonti (1418).
Το 1521 στο ναυτικό οδηγό και στους χάρτες του Τούρκου ναυτικού Πίρι Ρέις σημειώνεται το αγκυροβόλιο «Kilsegük: εκκλησάκι», κάτι που σημαίνει ότι υπήρχε εξωκλήσι στην περιοχή. Παράλιος οικισμός με το όνομα «Sotira» στη βορειοανατολική Λήμνο σημειώνεται και χάρτες άλλων περιηγητών, όπως του Belon (1588) και του Όλφερτ Ντάπερ(1688).
Το 1858, που ο Conze επισκέφτηκε το ακρωτήριο και το λιμανάκι της Sotiras, παρατήρησε μια παλιά κατεστραμμένη λίθινη προκυμαία και το ξωκλήσι της Agias Sotiras. Ο αρχαίος αυτός μόλος ξεκινά από το ακρωτήριο κι εκτείνεται νότια ως 400 μ. μέσα στη θάλασσα.
Η ίδρυση του χωριού: Ως τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή της βορειοανατολικής Λήμνου ανάμεσα στο χωριό Κοντοπούλι και στο ακρωτήριο Πλάκα δεν υπήρχε χωριό. Υπήρχαν μόνο μερικές απομονωμένες καλύβες τσιφλικιών, που ανήκαν σε Τούρκους αγάδες του Ανυπάτη. Αυτή την εικόνα έχουμε τόσο από την προφορική παράδοση, όσο κι από το Γερμανό περιηγητή Conze, ο οποίος διέσχισε ολόκληρη την βορειοανατολική Λήμνο το 1858.
Το χωριό Παναγία ιδρύθηκε γύρω στα 1865-66 από κατοίκους του Αγίου Υπατίου και του Κοντοπουλίου που είχαν κτήματα στην περιοχή. Ως πρώτοι οικιστές θεωρούνται οι: Κομνηνός Κατωγούδης, Ιωάννης Λαγός, Εμμανουήλ Παξιμαδάς, Δημήτριος Τσαγδής και Ιωάννης Κεχαγιάς.
Επιλέχθηκε η θέση «Παναγία», όπου βρισκόταν η παλιά βυζαντινή μονή, στους πρόποδες του λόφου «Αλεπότρυπες», πιθανόν επειδή βρισκόταν σε ίση περίπου απόσταση από τις δυτικές και τις ανατολικές ακτές, άρα παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια.
19ος αιώνας: Στις απογραφές της μητρόπολης Λήμνου η Παναγία δεν αναφέρεται ως το 1874. Το έτος αυτό υπήρχαν 30 οικογένειες. Σε ένα άλλο έγγραφο του ίδιου έτους η Παναγία σημειώνεται με το όνομα Τσηφτλίκια. Συνεπώς, η ονομασία «Παναγία» δεν είχε επικρατήσει ακόμα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1894 το χωριό δεν σημειώνεται στο χάρτη του De Launay, αν και αναφέρονται οικισμοί στις κοντινές θέσεις Naxia και Petsa. Αντιθέτως, το 1904 στο χάρτη του Fredrich εκτός από τους δύο παραπάνω οικισμούς, σημειώνεται και η Panagia ως ξεχωριστός οικισμός. Προφανώς, το χωριό είχε αρχίσει πλέον να συγκεντρώνει περισσότερους κατοίκους.
Εκκλησίες: Ήδη από το 1865 οι πρώτοι κάτοικοι είχαν κτίσει ναΐσκο της Παναγίας, στη θέση της ερειπωμένης μονής. Ο τόπος ανήκε σε κάποιον Τούρκο τσιφλικά, τον Αλί. Αυτός προσπάθησε δύο φορές να τους εμποδίσει και κτύπησε άγρια κάποιον ηλικιωμένο. Όμως, σαν από θεία δίκη, το άλογό του αφήνιασε, τον ανέτρεψε και τον παρέσυρε μακριά σκοτώνοντάς τον. Έτσι οι κάτοικοι αποτέλειωσαν την εκκλησία. Αργότερα κτίστηκε νεότερος ναός με δωρεά 6.500 δολαρίων του Αναστάσιου Διαμαντή, μετανάστη στις ΗΠΑ. Ο ναός γιορτάζει το δεκαπενταύγουστο, οπότε διοργανώνεται μεγάλο πανηγύρι.
Ενδιαφέρων είναι ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Δημητρίου, που έχει ξύλινη οροφή διακοσμημένη με λαϊκά μοτίβα και χρωματιστό ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ παλιότερα είχε μεταλλικό καμπαναριό.
Το σχολείο: του χωριού Το 1887, έπειτα από κοινό διάβημα των κατοίκων Παναγίας και Πλάκας, ιδρύθηκε κοινοτικό σχολείο στην Πλάκα, στο οποίο φοιτούσαν έξι μαθητές από την Παναγία.
Από το 1903 λειτούργησε σχολείο και στην Παναγία με 20 μαθητές στην αρχή, αλλά με ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς. Συγκεκριμένα, ως το 1925 το μισθό του διδάσκοντα πλήρωναν οι κάτοικοι. Συνήθως, ήταν είτε ο ιερέας είτε ο ψάλτης της ενορίας, οι οποίοι συχνά δεν είχαν γνώσεις πέραν της Β΄ τάξης, οπότε για τις υπόλοιπες οι μαθητές πήγαιναν στο χωριό Κοντοπούλι.
Το σχολικό κτίριο κτίστηκε το 1929-32. Μακροχρόνια υπηρεσία στο σχολείο του χωριού πρόσφεραν οι εκπαιδευτικοί Ιορδάνης Αλευρόπουλος (1946-69), Ηρακλής Κοντέλλης (1963-;) και Κωνσταντίνα Καλογιάννη.
Νεότερα χρόνια: Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό, αν και απομονωμένο στην εσχατιά της Λήμνου, αναπτύχθηκε σταδιακά με τη βοήθεια και των προσφυγικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν εκεί. Το 1925 χτίστηκαν 80 διπλές προσφυγικές κατοικίες. Το έτος αυτό είχε συνδεθεί με αμαξιτό δρόμο με το υπόλοιπο νησί/
Το χωριό αναπτύχθηκε πληθυσμιακά, οικονομικά και πολιτιστικά με γρήγορους ρυθμούς. Η ανάπτυξη αυτή, εκτός από την ευφορία των εδαφών, οφείλεται στην εργατικότητα και στη σύμπνοια των κατοίκων. Το 1928 απογράφηκαν 406 άτομα, ενώ το 1938 κατοικούσαν 500, υπήρχαν 125 σπίτια και διθέσιο σχολείο με 100 μαθητές.
Μεταπολεμικά από την εύφορη πεδιάδα παρήγαγαν ετησίως περίπου 400 τόνους βαμβάκι και 700 τόνους σιτάρι. Το χωριό το 1961 είχε 697 κατοίκους και από το 1963 ως το 1974 τριθέσιο σχολείο. Στη συνέχεια άρχισε μια αργή συρρίκνωση, το σχολείο υποβαθμίστηκε σε διθέσιο, χωρίς όμως να χαθεί ο δυναμισμός του χωριού. Το 1991 είχε 448 κατοίκους και το 2021 ο πληθυσμός του ήταν 326 κάτοικοι.
Πολιτισμός-Σύλλογοι: Σήμερα η Παναγιά Λήμνου, εξακολουθεί να είναι από τα πιο ζωντανά χωριά του νησιού. Στο χωριό λειτουργεί ο “Αλιευτικός Σύλλογος Πλάκας-Παναγιάς”, το ποδοσφαιρικό σωματείο “Αετός Πλάκας-Παναγιάς”, υπάρχει δραστήριος Πολιτιστικός Σύλλογος και στην Αθήνα ο Σύλλογος αποδήμων Παναγιάς, με αξιόλογη δράση.
Το χωριό πρωτοαναφέρεται ως Ρεπανίδιον το 1285 σε απογραφικό πρακτικό που αφορά ιδιοκτησίες της μονής “Πτέρις”. Η Πτέρις ή το Πτέριν ήταν μονή της Λήμνου κοντά στα Τσιμάνδρια. Μεταξύ άλλων κατείχε και “το ευκτήριον της Οδηγητρίας, το εις το Ρεπανίδιον, με τον τόπο του”. Στο Ρεπανίδι κατοικούσαν κάποιοι από τους 28 συνολικά παροίκους που είχε σε όλη τη Λήμνο.

Η ΠΛΑΚΑ
Η Πλάκα είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μούδρου, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 309 κατοίκους.
Η περιοχή της Πλάκας ήταν αρχικά τόπος εποχιακής διαμονής κατοίκων του Αγίου Υπατίου και της Παλαιόπολης (Ηφαιστίας), που είχαν κτήματα στην περιοχή και πήγαιναν να τα καλλιεργήσουν. Μετά το 1823 κάποιοι άρχισαν να μένουν εκεί μόνιμα και γύρω στο 1860 συγκεντρώθηκαν αρκετοί, ώστε να δημιουργήσουν οικισμό. Το αρχικό όνομα του χωριού ήταν Συμφερούπολις. Το όνομα αυτό δόθηκε από τον μητροπολίτη Λήμνου Ιωακείμ Γ΄, στον οποίο απευθύνθηκαν οι κάτοικοι όταν αποφάσισαν να συστήσουν κοινότητα, διότι λόγοι συμφέροντος τούς ανάγκασαν να φύγουν από τον Άγιο Υπάτιο. Το όνομα Πλάκα δόθηκε από το ομώνυμο ακρωτήριο με τις γκριζόμαυρες αλλεπάλληλες πλάκες. Επειδή το ακρωτήρι βρίσκεται στο μέσο περίπου της ευθείας μεταξύ Τρωάδας και Άθω, ορισμένοι θεώρησαν ότι πρόκειται για το «Ερμαίον λέπας» των αρχαίων, μέσω του οποίου μεταδόθηκε με φωτιά η είδηση της άλωσης της Τροίας. Αν και η άκρη έχει ύψος μόλις 70 μ., το ακρωτήριο προεξέχει βαθιά μέσα στη θάλασσα κι έχει οπτική επαφή και με τις δύο αυτές περιοχές. Γι’ αυτό άλλωστε, το 1912 στήθηκε εδώ περιστροφικός φάρος ύψους 30 μέτρων με ακτίνα δράσης 20 μιλίων.
Πρόσωπα: Από το Ρεπανίδι καταγόταν ο νεομάρτυρας Αθανάσιος Μοναχός ο Ρεπανιδιώτης, ο οποίος είχε μια περιπετειώδη ζωή. Λιγοστές είναι οι πληροφορίες που υπάρχουν για το βίο του. Μαρτύρησε το 1846, όταν θανατώθηκε από τους Τούρκους λόγω της θρησκευτικής και πατριωτικής του δράσης. Ουσιαστικά παραμένει μια μάλλον άγνωστη μορφή της νεότερης θρησκευτικής ιστορίας.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΤΣΙΚΗΣ
Η ΑΤΣΙΚΗ
Η Ατσική είναι χωριό Δημοτική Ενότητα και Τοπική Κοινότητα του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου. Εχει μόνιμο πληθυσμό 774 κατοίκους και αποτελεί κεφαλοχώρι της Λήμνου.
Το χωριό βρίσκεται κοντά στο αεροδρόμιο και είναι κτισμένο σε ένα λόφο στη μέση της μεγάλης πεδιάδας του νησιού. Θεωρείται ένα από τα πλουσιότερα χωριά της Λήμνου. Διαθέτει ενοικιαζόμενα δωμάτια, ξενοδοχείο, εστιατόρια, ταβέρνες, καφέ και μπαράκια, αλλά και περιφερειακό ιατρείο, ταχυδρομείο, Αστυνομικό σταθμό και πολλά εμπορικά καταστήματα.
Το χωριό πρωτοαναφέρεται το 1284 σε έγγραφο της μονής Μεγ. Λαύρας. Το όνομα του χωριού αποδίδεται σε παραλλαγή της αρχαίας ονομασίας Αττική, χωρίς όμως περαιτέρω τεκμηρίωση.
Το 1868 κτίστηκε ο ενοριακός ναός του Αγίου Γεωργίου, ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής. Σε επιγραφή αναγράφεται “ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙ ΤΣΑΝΙΣ”. Πρόκειται για τον Παντελή Τζανή από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος έκτισε και τους ναούς στο Πλατύ και στο Βάρος. Φέρει νεοκλασικό διάκοσμο, κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού και αγιογραφίες Ρωσικής τεχνοτροπίας. Οι πέτρες του προέρχονται από το λατομείο του λόφου Σμούλα, ενώ στο νάρθηκα έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινοι κίονες που μεταφέρθηκαν από τη θέση Ζαβαλάκη. Τα κεραμίδια φτιάχνονταν στο λεγόμενο “Κεραμιδαριό”, στα νότια του χωριού.
Το σχολείο του χωριού λειτουργούσε τουλάχιστον από το 1874 ως κοινοτικό τετρατάξιο. Ως το 1912 αναβαθμίστηκε σε πεντατάξιο ενώ είχε ιδρυθεί και ξεχωριστό παρθεναγωγείο. Το 1919 ιδρύθηκε εξατάξιο δημοτικό, το οποίο λειτούργησε ως τριθέσιο ή τετραθέσιο μέχρι τη δεκαετία του ’90 που αναβαθμίστηκε σε εξαθέσιο. Το παλιό διδακτήριο, κτίσμα μάλλον του 1883, χρησιμοποιούνταν ως το 1957, οπότε αποπερατώθηκε το σημερινό με οικονομική ενίσχυση και ομογενών από την Αμερική.
Στο χαμηλό λόφο Προγόμυλος, τρία χιλιόμετρα δυτικά της Ατσικής, έχει εντοπιστεί προϊστορικός οικισμός. Βρέθηκαν λίθινα εργαλεία αλλά δεν έχει γίνει εκτεταμένη ανασκαφή.
Αξιοθέατα του χωριού είναι ο Ναός Αγ. Γεωργίου με λιθόγλυπτο καμπαναριό, καθώς και η Παραλία Αγίου Ερμολάου (Αγιαρμόλα) με σπάνια πετρώματα.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΤΣΙΚΗ ΛΗΜΝΟΥ
Από την Ατσική κατάγονται σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών:
• Ο ακούραστος ιστοριοδίφης της παλαιάς σχολής και φιλόλογος Τάσος Καψιδέλης (1913-1987) που συνέγραψε τέσσερα σημαντικά ιστορικά βιβλία για τη Λήμνο.
• Ο σημαντικός λιθογλύπτης Ιωάννης Φωτιάδης (που ήλθε από την Μικρά Ασία). Στον περίβολο του σπιτιού του (μπροστά υπήρχε το εργαστήριο του) υπάρχουν ακόμα γλυπτά του, ημιτελή και ολοκληρωμένα.
• Ο διάσημος βυζαντινολόγος Παναγιώτης Χαρανής ή Peter Charanis (1908-1986) που υπήρξε ο πρύτανης των Βυζαντινών σπουδών στις ΗΠΑ.
• Ο ιατρός Σταύρος Τραγάρας, ζωγράφος, ποιητής και ψυχή του Συλλόγου Ατσικιωτών της Αθήνας με αξιόλογες πρωτοβουλίες, όπως την έκδοση της εφημερίδας “η Φωνή της Ατσικής”, τη διοργάνωση θεματικών ημερίδων για τους Ατσικιώτες λόγιους και πετράδες, για το βαμβάκι κλπ..
Στη φωτογραφία ο φιλόλογος Τάσος Καψιδέλης στο σχολείο της Νέας Ζίχνης Σερρών, όπου υπηρετούσε ως εκπαιδευτικός (καθήμενοι πρώτος από αριστερά).

ΤΟ ΠΡΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ
Το Προπούλι είναι ένα μικρό παραδοσιακό χωριό της Δημοτικής Ενότητας και Κοινότητας Ατσικής, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.
Ο πληθυσμός του χωριού είναι 44 κάτοικοι.
Γεωγραφία: Το χωριό Προπούλι βρίσκεται στην περιοχή βόρεια του νησιού, κοντά στην Ατσική, στο δρόμο προς την παραλία Φαρακλά, η οποία είναι γνωστή για τα ηφαιστειογενή πετρώματα που έχουν λαξευθεί εξαιτίας των ανέμων και των κυμάτων και μοιάζουν με έργα τέχνης.
Ονομασία: Παλαιότερα το χωριό βρισκόταν πεντακόσια μέτρα βορειοδυτικά του σημερινού, στη θέση Τροχαλιές κοντά στη θάλασσα. Λόγω του πειρατικού κινδύνου μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση, πίσω από ένα μικρό λόφο. Η παλιά θέση ταυτίζεται με το βυζαντινό “βαλανείον στις Τροχαλαίες”, το οποίο αναφέρεται το 1425 σε απογραφικό πρακτικό της Μονής Διονυσίου. Τη θέση σημειώνει κι ο Choiseul-Gouffier το 1785 στο χάρτη του ως Trouvalo. Στο ίδιο πρακτικό του 1425 σημειώνονται ως ιδιοκτησίες της μονής “εις του Περπούρου αμπέλιον εις το λουτρόν, εσωχώραφα κλπ.”. Ως Perpuri το αναφέρουν ο Conze το 1858 που διέσχισε την περιοχή κι ο De Launay το 1898. Συνεπώς, το τοπωνύμιο προήλθε από το όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη της περιοχής, το οποίο στη λαϊκή γλώσσα παραλλάχτηκε σε Πορπούλ. Έτσι αναφέρεται τόσο στα κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα, αλλά και μεταγενέστερα. Μόλις το 1962 μετονομάστηκε σε Προπούλιον, σε μια ρομαντική προσπάθεια να δοθεί αρχαιοελληνική προέλευση στο τοπωνύμιο, ως συνέχεια κάποιας αρχαίας Πρόπολης.
Το μετόχι της Παναγίας Τρύγης: Στην περιοχή είχαν ιδιοκτησίες κι άλλες μονές τόσο στη βυζαντινή εποχή, όσο κι αργότερα. Σε απογραφικό πρακτικό του 1304 καταγράφεται ως ιδιοκτησία της Μεγ. Λαύρας ο «Ρύαξ το Χλίον Νερόν», μετόχι με θερμές πηγές κοντά στην Τρύγη, βορειοανατολικά του χωριού. Το 1405 είχε 12 πάροικους. Η Θεοτόκος στην Τρύγη ήταν παλιά ανεξάρτητη μονή, η οποία πριν από το 1364 είχε γίνει μετόχι της μονής Σιμωνόπετρας. Κατά τον Γεράσιμο Σμυρνάκη ο Πατριάρχης Γεράσιμος ο Γ´ το έτος 1798 επικύρωσε με σιγγίλιο ότι το μετόχι ανήκει στη Μονή Σίμωνος Πέτρας. Βρισκόταν σε μια εύφορη πεδιάδα που καταλήγει σε ένα μικρό όρμο και καθόρισε τη φυσιογνωμία του χωριού. Το 1856-59, αν και ακατοίκητο, φορολογήθηκε στα βασιλικά δοσίματα με 160 γρόσια. Το 1924 απαλλοτριώθηκαν 12.000 στρέμματα, τα οποία διανεμήθηκαν στους ντόπιους προσωρινά και οριστικά το 1954.
Κατάλοιπο του μετοχιού της Τρύγης είναι το εξωκκλήσι της Παναγίας, που εορτάζει την Κοίμησή της, στις 15 Αυγούστου, οπότε και γίνεται ολονύκτια αγρυπνία και πανήγυρη και το οποίο έχει υποστεί αλλοιώσεις από τις κατά καιρούς ανακαινίσεις. Από την παλαιά λιθοδομή σώζονται μόνο η ανατολική πλευρά με το τρίπλευρο ιερό και η επιγραφή:
«ΑΝΗΓΕΡΘΗ… ΠΑΡΑ ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΑΞΙΟΤΙ… ΕΝ ΕΤΕΙ 1706»,
η οποία αποκαλύπτει κάποια φάση ανακαίνισης. Στο εσωτερικό του ναού διασώθηκαν εικόνες σπάνιας αισθητικής και υψηλής αξίας, με πιο σημαντική την θαυματουργή εικόνα της επικαλουμένης Παναγίας της Τρύγης, οι οποίες ανήκουν όπως και η εκκλησία στην ιδιοκτησία της Αγιορειτικής μονής Σιμωνόπετρας και δεν απαλλοτριώθηκαν, όπως τα πιο πάνω κτήματα, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Γεωργίας.
Στην γύρω περιοχή υπάρχουν ερείπια κτισμάτων του μετοχιού, τα οποία χρησίμευαν σαν κατοικία των μοναχών και των εργατών και στα οποία υπήρχε η εκκλησία της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής, που θεωρείται και ως συγκτιτόρισσα της Μονής Σίμωνος Πέτρας, και παριστάνεται σε εικόνα, μαζί με τον Όσιο Σίμωνα τον Μυροβλύτη, τον κτίτορα της Μονής.
Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν άλλα τρία εξωκκλήσια: η Αγ. Ευφημία (Άγια Θύμη), κτισμένη λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα, στο μέρος της οποίας, σύμφωνα με μια παράδοση, ξεβράστηκαν τα λείψανα της αγίας, όταν κατά τους χρόνους του διωγμού του Κωνσταντίνου Ε΄ του Κοπρωνύμου τα έριξαν στη θάλασσα, οι Άγ. Ανάργυροι και τέλος το ξωκκλήσι του Άγ. Παύλου, το οποίο είναι κτισμένο σε ένα πανέμορφο σημείο (ανατολικά του χωριού) δίπλα στην θάλασσα με θέα τα γαλανά νερά του Αιγαίου. Ακριβώς κάτω από το ξωκκλήσι στην πλευρά της θάλασσας υπάρχει αγίασμα, που σύμφωνα με τους κατοίκους είναι θαυματουργό. Μπροστά από το ξωκκλήσι υπάρχει ένας ανοιχτός χώρος που στο παρελθόν χρησίμευε για να αλωνίζουν το σουσάμι.
Οθωμανική περίοδος: Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στο χωριό ζούσαν αρκετοί Τούρκοι ιδιοκτήτες των εύφορων εδαφών της περιοχής. Υπήρχαν καρακόλ (σταθμός χωροφυλακής) με τρεις ζαπτιέδες, μποντρούμ (φυλακή) και χαμάμ. Όμως, ελάχιστα Οθωμανικά ερείπια σώζονται.
Το 1854 το Πορπούλ ήταν ενορία αλλά είχε τον ίδιο ιερέα με το Καρπάσι, ονόματι Αθανάσιο. Το 1856 οι 39 στρατεύσιμοι άνδρες του χωριού πλήρωσαν 1248 γρόσια για να αποφύγουν τη στράτευση. Το 1863 καταγράφηκαν 19 οικογένειες χριστιανών και το 1874 απογράφηκαν 20 οικογένειες και 22 οικίες.
Το 1870 κτίστηκε ο ναός του Αγ. Δημητρίου με δαπάνη κι εργασία των ντόπιων. Είναι μονόχωρος με εξωνάρθηκα και την εικόνα του αγίου έφεραν από τη Θεσσαλονίκη οι καλόγεροι της Τρύγης. Το 1912 κτίστηκε μεγαλύτερος, ο οποίος διευρύνθηκε το 1961.
Νεότερα χρόνια: Ως το 1918 το χωριό ήταν αυτόνομη κοινότητα και συμμετείχε με δικούς του αντιπροσώπους στις επαρχιακές συνελεύσεις. Τελευταίος πρόεδρος αναφέρεται ο Γ. Καμτσής. Έπειτα εντάχθηκε στην κοινότητα Ατσικής. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων και την απαλλοτρίωση των μοναστηριακών εκτάσεων το χωριό γνώρισε μια περίοδο ανάκαμψης για μερικές δεκαετίες. Φτιάχτηκαν αποστακτήριο (1938), σπίτι του δάσκαλου (1938), υδραγωγείο (1954), αποθήκη βαμβακιού (1962), λιθοστρώθηκαν δρόμοι κλπ..
Το 1937 ιδρύθηκε σχολείο το οποίο στεγαζόταν σε αίθουσα του ναού, για να μην πηγαίνουν τα παιδιά στην Ατσική. Το διδακτήριο κτίστηκε το 1954. Πρώτος δάσκαλος υπήρξε ο Κων. Βαλσαμίδης (1938-42), ενώ μακροχρόνια παρουσία είχε ο Απόστολος Στεργίου (1963-80). Εδώ πρωτοδιορίστηκε το 1944 ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Λεωνίδας Βελιαρούτης από την Ήπειρο, ο οποίος αγάπησε το νησί κι έγινε μόνιμος κάτοικος.
Οι συνέπειες της μετανάστευσης: Ο πληθυσμός του χωριού αυξανόταν ως τη δεκαετία του ’60. Από 101 άτομα που απογράφηκαν το 1920 είχε φτάσει το 1961 στους 228 κατοίκους. Στη συνέχεια άρχισαν να λιγοστεύουν εξαιτίας της μετανάστευσης και το 1991 απογράφηκαν μόνο 90 κάτοικοι. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 έκλεισε και το σχολείο. Σήμερα πολλοί διέρχονται από το χωριό το καλοκαίρι πηγαίνοντας στις παραλίες Φαρακλά, Τρύγης και Αγ. Ευθυμίας. Τον Απρίλιο του 2020 μετά από προσπάθειες μιας ομάδας ανθρώπων με καταγωγή από το χωριό, η πλατεία απέκτησε επιτέλους στο κέντρο της μια υπέροχη πλάτανομουριά.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΗΜΝΟΥ
Ο Αγιος Δημήτριος είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Ατσικής, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με μόνιμο πληθυσμό 736 κατοίκους.
Βρίσκεται στο 10ο χλμ του κεντρικού οδικού άξονα Μύρινας – Μούδρου, ο οποίος διασχίζει το χωριό. Μαζί με τη Νέα Κούταλη είναι τα δύο νεότερα χωριά της Λήμνου, αφού δημιουργήθηκαν μετά το 1922 από Μικρασιάτες πρόσφυγες από το Ρεΐζντερε της Ερυθραίας.
Νωρίτερα στη θέση του υπήρχε ένα μικρό Τουρκοχώρι, το οποίο ονομαζόταν Λέρα, ονομασία που είχε ο οικισμός μέχρι το 1951. Οι Λεριανοί διέσωσαν τον εξής θρύλο σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του χωριού τους. Κάποτε δυο αδέλφια κληρονόμησαν τη Λήμνο από τον άρχοντα πατέρα τους κι αποφάσισαν να μοιράσουν το νησί, με σύνορο το σημείο που θα συναντιόντουσαν, ξεκινώντας μόλις λαλούσαν οι πετεινοί, ο ένας από την Πλάκα κι ο άλλος από το Κάστρο. Όμως, εκείνος που ξεκίνησε από την Πλάκα έφυγε πιο νωρίς και κάλυψε μεγαλύτερη διαδρομή. Μόλις συναντήθηκαν, ο αδελφός του κατάλαβε την κατεργαριά και τον αποκάλεσε «λέρα». Έτσι το σημείο συνάντησης απέκτησε την ονομασία Λέρα.
Το 1947 οι κάτοικοι το μετονόμασαν σε Άγιο Δημήτριο προς τιμή της πολιούχου εκκλησίας της χαμένης τους πατρίδας.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Η εκκλησία Αγιος Δημήτριος είναι ο Πολιούχος του χωριού Αγιος Δημήτριος Λήμνου και γιορτάζει κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου,μαζί με την Τοπική Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου. Οι εορτασμοί ξεκινούν με κάθε μεγαλοπρέπεια από την παραμονή της 25ης Οκτωβρίου με τον Μέγα Εσπερινό και κορυφώνονται ανήμερα της 26ης Οκτωβρίου με τον Ορθρο, την Θεία Λειτουργία και την απογευματινή Ιερά παράκληση.

ΤΟ ΒΑΡΟΣ
Το Βάρος είναι ένα ιστορικό γραφικό χωριό και Τοπική Κοινότητα Ενότητα της Δημοτικής Ενότητας Ατσικής, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου., με πληθυσμό 149 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το χωριό Βάρος βρίσκεται περίπου στο κέντρο του νησιού, κοντά στο αεροδρόμιο και απέχει περίπου 25 χλμ. από την Μύρινα. Παλαιότερα το χωριό βρισκόταν πεντακόσια μέτρα νοτιοδυτικά από τη σημερινή θέση, στην πλαγιά του λόφου “Στ’βανός” αντίκρυ στον κόλπο του Μούδρου. Λόγω του κινδύνου των πειρατών οι κάτοικοι το μετέφεραν στην κοιλάδα μεταξύ των λόφων Πλαγιά και Λαγκάδα, η οποία λογικά ταυτίζεται με τη βυζαντινή “Λαγκάδα των Βαριτών”. Στην αρχική παράκτια θέση του χωριού απέμεινε η ονομασία “Κάτ’ Βάρο”. Εκεί, στα τέλη της δεκαετίας 1980-90, κτίστηκε ο οικισμός “Ανεμόεσσα”, ο οποίος διοικητικά ανήκει στο χωριό Λύχνα.
Ονομασία: Το τοπωνύμιο αναφέρεται από τον 15ο αιώνα και είναι άγνωστης προέλευσης. Κάποιες παλιότερες ρομαντικές απόψεις, που προσπάθησαν να συνδέσουν το Βάρος είτε με το Βαρούσι (συνοικία της Μύρινας) είτε με τη λέξη “πλούτος”, δεν τεκμηριώνονται και θεωρούνται γραφικές. Το 1415 σε απογραφικό έγγραφο της μονής Μεγίστης Λαύρας αναφέρονται οι εκφράσεις: «ο Βάρος», «σύνορον των Βαριτών» και «εις την Ομαλίαν, άνωθεν της λαγκάδος των Βαριτών».
Πάνω από το χωριό βρίσκεται το ύψωμα “Δεσπότης”, που κατά πάσα πιθανότητα οφείλει το όνομά του στον διοικητή του νησιού, ο οποίος έφερε τον τίτλο “Δεσπότης της Λήμνου” στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και από τον λόφο έλεγχε τη θέση της εξόρυξης της λημνίας γης. Εκεί υπάρχει κατάλοιπο ηφαιστειακού κρατήρα, που ταυτίζεται με το ηφαίστειο Μόσυχλος των αρχαίων πηγών. Στην περιοχή έχει βρεθεί κι ένα απολιθωμένο δέντρο. Δεν αποκλείεται το βαθύπεδο του κρατήρα να αντιστοιχεί στη βυζαντινή θέση Ομαλία (ομαλή περιοχή, επίπεδη) που βρισκόταν πάνω από τη «λαγκάδα των Βαριτών».
Ιστορία: Ως τον 18ο αιώνα το Βάρος δεν αναφέρεται σε περιγραφές περιηγητών. Το 1785 ο Γάλλος Choiseul-Guffier το σημειώνει στον χάρτη του ως Varo, στη μεσόγεια θέση. Συνεπώς, είχε ήδη συντελεστεί η μετακίνηση στη σημερινή τοποθεσία, την οποία πρέπει να τοποθετήσουμε στα μέσα του 18ου αιώνα. Από όλους τους μεταγενέστερους περιηγητές (Sibthorp, Conze, Reinach, Fredrich) το όνομα του χωριού αναφέρεται στην αιτιατική του αρσενικού τύπου: “στο Βάρο”. Η μορφή αυτή αποτελεί επιβίωση του βυζαντινού τύπου «ο Βάρος», που σημειώνεται στο προαναφερθέν έγγραφο του 1415.
Το 1794 το επισκέφτηκε ο Sibthorp, ο οποίος διανυκτέρευσε στο σπίτι του Σούμπαση. Το χαρακτηρίζει ως θλιβερό κατάλοιπο ενός διαλυμένου χωριού με δεκαπέντε μόνο σπίτια. Οι κάτοικοι ζούσαν μόνο από τα κοπάδια τους, από τα οποία με το ζόρι πλήρωναν το χαράτσι. Κατά τις επόμενες δεκαετίες το χωριό αναπτύχθηκε γρήγορα.
Το 1844 ο δημογέροντας του χωριού Παναγιώτης Πέτρου συμπεριλήφθηκε στην οκταμελή παλλημνιακή επιτροπή, την οποία οι Λημνιοί έστειλαν στον σουλτάνο απαιτώντας να διώξει τον καταχραστή διοικητή του νησιού.
Το 1854 είχε ιερέα τον παπά-Γιάννη. Το 1856 οι 161 στρατεύσιμοι άνδρες του Βάρους πλήρωσαν 5.152 γρόσια για να αποφύγουν τη στράτευση. Το 1863 καταγράφηκαν 95 οικογένειες χριστιανών, οι οποίες το 1874 είχαν αυξηθεί σε 110. Το ίδιο έτος υπήρχαν 135 σπίτια, απόδειξη ότι η εικόνα του χωριού είχε βελτιωθεί πολύ σε σχέση με εκείνη που είχε στα τέλη του 18ου αιώνα.
Η εκκλησία του χωριού: Σύμφωνα με μια παλιά επιγραφή τον Οκτώβριο του 1837 εγκαινιάστηκε ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στον νάρθηκά του υπήρχαν ενσωματωμένες μια αττική επιτύμβια στήλη και μια βυζαντινή επιγραφή της εποχής των Παλαιολόγων, τις οποίες είδε ο Γερμανός Conze το 1858 και τις αντέγραψε. Το 1885 που πέρασε ο Reinach είχαν καταστραφεί, ίσως κατά την ανακαίνιση που έγινε το 1867. Ο ναός ήταν ρυθμού βασιλικής, μεγάλων διαστάσεων, με ξύλινο, επιχρυσωμένο τέμπλο. Ως ναοδόμος φέρεται ο Παντελής Τζανής από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος έκτισε και τους ναούς στην Ατσική και στο Πλατύ. Ο παλιός ναός κάηκε το 1978 και στη θέση του έχει χτιστεί νεότερος.
Το σχολείο του χωριού: Από το 1862 αναφέρεται λειτουργία σχολείου του χωριού στα κελιά της εκκλησίας, ενώ το 1869 κτίστηκε το πρώτο διδακτήριο με προσωπική εργασία των κατοίκων, οι οποίοι με υπερηφάνεια τοποθέτησαν την επιγραφή «Οίκος Μουσών – Κλέος Βαριτών». Το 1873 φοιτούσαν 61 μαθητές και 6 μαθήτριες με δάσκαλο τον Κων. Αθανασίου από την Ίμβρο. Το 1874 το σχολείο έγινε κοινοτικό, όπως συνέβη σε όλα τα χωριά που διέθεταν σχολικό κτίριο. Αρχικά ήταν τετρατάξιο αλλά ως το 1912 είχε αναβαθμιστεί σε πεντατάξιο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ιδρύθηκε και παρθεναγωγείο, που λειτουργούσε με ετήσια χορηγία 16 Αγγλικών λιρών του πρόεδρου της Λημνιακής Αδελφότητας Αλεξανδρείας Νικόλαου Ντάλλη, του οποίου η σύζυγος, Ελένη Σαράντη, ήταν από το Βάρος. Μετά το 1912 κτίστηκε καινούργιο διδακτήριο κοντά στο οποίο υπήρχε η κατοικία των δασκάλων, πάλι με προσωπική δωρεά του Παντελή Αστραδέλλη. Το 1919 τα δυο σχολεία, αρρένων και θηλέων, συγχωνεύτηκαν σε εξατάξιο δημοτικό, το οποίο λειτούργησε ως μονοθέσιο (1919-24), τριθέσιο (1924-37), διθέσιο (1937-72) και πάλι μονοθέσιο μετά το 1972.
Από την παλιά «ηρωική» εποχή ξεχώρισε ο παπάς και δάσκαλος Γρηγόριος Αμάραντος, ο οποίος εκτός από το χωριό του υπηρέτησε σε: Ατσική, Λιβαδοχώρι κι άλλα χωριά του νησιού. Στο σχολείο του Βάρους υπηρέτησαν μεταξύ άλλων οι: Αθανάσιος Παπαστυλιανού (1901-10 περίπου), Σμαρώ Δερέκα (1914-19), Νικόλαος Φωτιάδης (1912-23), Κλεοπάτρα Ρεβύθη (1923-35), Μιχαήλ Θεοδωρομανωλάκης (1929-34), Θεοχάρης Βελογιάννης (1932-40), Σωτηρία Χριστοφή (1940-47), Σπύρος Μουστάκας (1937, 1960-67), Ελένη Γάγγου (1967-72), Στέλιος Γιαννούδης (1967-75 περίπου) κ.ά..
Νεότερα χρόνια: Τον Μάιο του 1904 επισκέφτηκε το Βάρος ο Γερμανός Fredrich, ο οποίος έμεινε για αρκετές μέρες στο σπίτι του Ιωάννη Μπάτσου που ήταν το νεότερο του χωριού. Ήταν κτισμένο με το αστικό σμυρναϊκό σχέδιο και ξεχώριζε από τις παλιές αγροτικές κατοικίες με τις αξάτες. Ήταν δίπατο και στο κατώι υπήρχαν οι αποθηκευτικοί χώροι και το μαγειρείο. Ο όροφος χωριζόταν στη μέση από ένα διάδρομο και είχε δυο μεγάλα δωμάτια αριστερά και δεξιά. Ο Fredrich περιγράφει το Βάρος ως ένα τυπικό αγροτικό χωριό της Λήμνου, με λίγους εύπορους κατοίκους κυρίως εμπόρους ή μετανάστες και πολλούς αγρότες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν χρεωμένοι στους πρώτους.
Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Βαρίτες έστελναν τρεις αντιπροσώπους στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση. Λόγω της θέσης του στο κέντρο της Λήμνου, το χωριό ήταν έδρα διαφόρων υπηρεσιών. Διέθετε σταθμό χωροφυλακής και ταχυδρομείο, τουλάχιστον από το 1906, με τη σφραγίδα VAROZ. Το 1907 με γενναία δαπάνη του Ν. Ντάλλη μεταφέρθηκε το νερό από τα Παλιοπορτόρια, που βρίσκονται δυο χιλιόμετρα βορειοδυτικά, στην πλατεία του χωριού σε μαρμάρινη κρήνη. Προς τιμήν του ευεργέτη δόθηκε το όνομά του στην πλατεία και η κρήνη ονομάστηκε Δάλλειος. Στον λόφο πάνω από το χωριό υπήρχαν δώδεκα ανεμόμυλοι, προσφέροντας μια εντυπωσιακή εικόνα καθώς ήταν ορατοί όχι μόνο σε όλη την ανατολική Λήμνο αλλά ως την Ίμβρο και τη Σαμοθράκη. Το 1915 τα συμμαχικά αποβατικά στρατεύματα είχαν δημιουργήσει έναν κώδικα με τα πτερύγια και τον αριθμό των μύλων που λειτουργούσαν, για να στέλνουν μηνύματα στα δυο αυτά νησιά, όπως αναφέρει ο Γάλλος στρατιωτικός Capitain D.
Το 1918 το Βάρος απετέλεσε ανεξάρτητη κοινότητα, στην οποία εντάχθηκε για λίγους μήνες και η Καλλιόπη, ως τον Ιούνιο του 1919 που μεταφέρθηκε στην κοινότητα Κοντοπουλίου. Την περίοδο 1920-28 αναφέρεται ως ξεχωριστός οικισμός της κοινότητας ο “Όρμος Μπουρνιά”. Το χωριό γνώρισε κάποια ακμή στα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο Σύλλογος Βαριτών Ν. Υόρκης βοηθούσε σε διάφορα κοινωφελή έργα, όπως την ανακατασκευή του δαπέδου του σχολείου, το οποίο είχε αναβαθμιστεί σε τριθέσιο. Κτίστηκε νέος ναός του Αγ. Χαράλαμπους στη θέση του παλιού, έργο του Φωτιάδη. Ο άγιος Χαράλαμπος συνδέεται με το έθιμο της μονομερίτικης κλωστής, την οποία γνέθουν σε μια μέρα και την τυλίγουν γύρω από τον ναό κατά την εορτή του στις 10 Φεβρουαρίου, σε ανάμνηση της σωτηρίας του χωριού από λοιμό, σύμφωνα με παλιά παράδοση. Επίσης, υπάρχει ο ναός του Χριστού. Το 1928 απογράφηκαν 618 άτομα ενώ το 1938 υπολογίζονταν σε 800.
Μεταπολεμικά η αναπτυξιακή διαδικασία ανακόπηκε. Ο πληθυσμός άρχισε να μειώνεται δραματικά και από 652 (1951) έφτασε στους 275 κατοίκους το 1981. Από το έτος αυτό αναφέρεται ως ξεχωριστός οικισμός ο Αερολιμήν (14 κάτοικοι). Έκτοτε, ο πληθυσμός παρουσίασε μια μικρή άνοδο για να φτάσει τα 405 άτομα το 2001, ενώ στην απογραφή του 2021 απογράφηκα 149 κ΄’ατοικοι.
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια δρούσε στο χωριό και ένα ποδοσφαιρικό σωματείο, ο Ερμής.

Η ΔΑΦΝΗ
Η Δάφνη είναι μικρό χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Ατσικής, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 132 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η Δάφνη είναι κρυμμένη στην ενδοχώρα, σε απόσταση σχεδόν 16 χιλιομέτρων από την Μύρινα. Τα γραφικά σπίτια του χωριού είναι χτισμένα αμφιθεατρικά στη πλαγιά του λόφου Χουχλή κι έχουν το πλεονέκτημα να αγναντεύουν υπέροχη θέα προς την Ατσική, αλλά και όλη την ανατολική Λήμνο, την Ίμβρο, ακόμα και τη Σαμοθράκη.
Ονομασία: Το αρχικό όνομα του χωριού ήταν Σβέρδια και φαίνεται να σχετίζεται με τη μεσαιωνική λέξη συββεργίδια: πολλές βέργες (λυγαριές). Το χωριό Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1284 σε απογραφικό πρακτικό της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγ. Όρους ως χωρίον Συβέρδια, μαζί με την ανεξάρτητη Μονή Άγιος Νικόλαος στη Ζερβάδα. Η μονή αυτή αντιστοιχεί στη σημερινή τοποθεσία Ζουρβάδες, που επί Τουρκοκρατίας αποτελούσε Τουρκικό τσιφλίκι με νερόμυλο.
Ιστορία: Ως τα μέσα του 19ου αιώνα δεν έχουμε πληροφορίες για το χωριό, μιας και οι παλιότεροι περιηγητές δεν ενδιαφέρονταν για τα μη παραθαλάσσια χωριά. Όμως, τα Σβέρδια αποτελούσαν συγκροτημένο οικισμό από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν προσήλθαν πολλοί κάτοικοι από το κοντινό χωριό Κοντοβράκι. Από τα κοινοτικά αρχεία γνωρίζουμε πως το 1854 το χωριό είχε ιερέα τον παπά-Θεοφάνη. Το 1856 είχε 114 στρατεύσιμους άνδρες, οι οποίοι πλήρωσαν 3.648 γρόσια για να αποφύγουν τη στράτευση. Το 1863 καταγράφηκαν 60 οικογένειες, που είχαν γίνει 67 το 1874, δείγμα πληθυσμιακής αύξησης. Επίσης, το 1874 υπήρχαν 93 σπίτια. Το ίδιο έτος αναφέρεται ότι τα Σβέρδια υπάγονταν στη Δημαρχία των Σαρδών. Οι Σβερδιανοί έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην Παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση. Το 1862 ανεγέρθηκε νέα υπόστεγη βρύση στη θέση παλιάς μισοκατεστραμμένης με δαπάνη του μητροπολίτη Ιωακείμ «επιστασία τε καλή κυρίου Σταματίου Ράλλη… ανδρός όντως αξίου», όπως επισημαίνεται σε επιγραφή.
Ο Σταμάτιος Ράλλης ήταν Σβερδιανός δημογερόντας εγκατεστημένος στο Κάστρο. Διετέλεσε έφορος των εκεί σχολών για πολλά χρόνια μεταξύ των ετών 1844-68.
Το μετόχι Χάρακας: Ο χάρακας ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και θεωρείται από τα παλαιότερα στο νησί. Λέγεται πως το είχε επισκεφτεί ο ίδιος ο ιδρυτής της μοναστικής πολιτείας του Άθω, ο Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης, το 961 που περιηγήθηκε τη νήσο Λήμνο.
Μια λαγκαδιά της περιοχής ονομάζεται «Άγιος Αθανάσιος» και υπάρχει ομώνυμο εξωκλήσι, διότι σύμφωνα με το θρύλο ο άγιος διερχόμενος από εκεί δίψασε, τρύπησε το χώμα με το ραβδί του κι ανάβλυσε νερό, το οποίο ρέει μέχρι σήμερα.
Το σίγουρο είναι ότι σε βακούφι του 1569, αναφέρονται ιδιοκτησίες της Μονής Μεγίστης Λαύρας «εις τα σύνορα του χωρίου Χάρακα της επαρχίας Λήμνου», κάτι που σημαίνει ότι υπήρχε ομώνυμος οικισμός, στον οποίο κατοικούσαν οι πάροικοι του μετοχιού.
Το 1858 ο Γερμανός αρχαιολόγος Conze βρήκε το μετόχι εγκαταλελειμμένο. Την περιουσία του επιστατούσε ένας μοναχός του κοντινού μετοχιού Γομάτι. Το 1856-59 αν και ακατοίκητο, φορολογήθηκε στα βασιλικά δοσίματα με 160 γρόσια. Το 1927 το μετόχι κατείχε έκταση 2.000 στρεμμάτων, η οποία απαλλοτριώθηκε και μοιράστηκε σε κατοίκους των χωριών Κρηνίδας και Σβερδίων, δηλαδή της Δάφνης. Σήμερα υπάρχουν τα εξωκλήσια «Παναγιά του Χάρακα» και «Προφήτης Ηλίας του Παλαιοχάρακα». Στα μεσαιωνικά κατάλοιπα της περιοχής συγκαταλέγεται η περιοχή Παπιά στη βόρεια ακτή, η οποία αναφέρεται σε απογραφικά έγγραφα της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας. Ως οικισμός Papia σημειώνεται σε ξυλογραφία του 1554 του Thevet καθώς και σε χάρτη του 1588, που συνοδεύει την τρίτη έκδοση του έργου του Belon.
Οi εκκλησίες του χωριού: Το 1858 επισκέφτηκε το χωριό ο Conze και το σημείωσε στο χάρτη του ως Swerdia. Γνώρισε τον παπά-Θεοφάνη και την υπέρβαρη παπαδιά, οι οποίοι τον καλοδέχτηκαν. Μάλιστα, σχεδίασε ένα αρχαίο ανάγλυφο που υπήρχε εντοιχισμένο στο μικρό ναό του Αγίου Δημητρίου, το οποίο του υπέδειξε παπά-Θεοφάνης. Ο ναός αυτός, που ήταν παλαιός, σήμερα καλείται Άγιος Δημήτριος Χουχλού.
Την εποχή εκείνη χτιζόταν ο ναός των Αγίων Αναργύρων, ο οποίος αποπερατώθηκε το 1872. Έχει όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Αναφέρεται πως τους λίθους για την ανέγερσή του έφεραν από τη Μάλτα Σβερδιανοί ναυτικοί και οι κάτοικοι τους μετέφεραν από την ακτή με υποζύγια.
Στο ναό εργάστηκαν ως μάστορες ο Κωνσταντίνος Μπόγδανος από το Πορτιανού και ο Σταύρος Φράγκαρος από το χωριό Τσιμάνδρια. Μεταγενέστερα κτίστηκε τριώροφο καμπαναριό με δαπάνη των ομογενών που κατοικούσαν στην Αμερική.
Το σχολείο του χωριού: Το 1893 λειτούργησε μονοτάξιο σχολείο, το οποίο από το 1905 έγινε κοινοτικό. Το 1911 κτίστηκε το διδακτήριο με συνδρομή ομογενών και εργασία των κατοίκων και το 1914 αναβαθμίστηκε σε τριτάξιο. Αργότερα, με δωρεά του εις την Αμερική μετανάστη Παναγιώτη Βέργου κτίστηκαν δυο δωμάτια για τη διαμονή του δάσκαλου. Το 1925 συστάθηκε εξατάξιο μονοθέσιο ενώ την περίοδο 1950-70 αναβαθμίστηκε σε διθέσιο. Λειτούργησε ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε έκλεισε λόγω ελλείψεως μαθητών.
Στο σχολείο υπηρέτησαν μεταξύ άλλων οι εκπαιδευτικοί: Μιχαήλ Αχιλαδέλλης (1914-24), Εμμανουήλ Βουλαλάς (1929-46 και 1951-58) και Γεώργιος Κάργας (1959-68).
Νεότερα χρόνια: Το 1918 συστάθηκε η κοινότητα Σβερδίων, στην οποία εντάχθηκαν αρχικά τα χωριά: Λέρα (ως το 1927), και για λίγους μήνες το Κοντοβράκι (από 13/2 ως 22/10/1931). Στα χρόνια του μεσοπολέμου, το χωριό γνώρισε κάποια ανάπτυξη. Τα άφθονα νερά του βοήθησαν στη δημιουργία κήπων και στην καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων. Παρήγαγε βύσσινα, σύκα, αμύγδαλα, μέλι, κερί, ενώ υπήρχαν πολλοί κτηνοτρόφοι και λίγοι ναυτικοί.
Μετά το 1922 εγκαταστάθηκαν εδώ λίγες προσφυγικές οικογένειες, ενώ απαλλοτριώθηκε και μοιράστηκε στους κατοίκους μέρος της έκτασης που ανήκε στο μετόχι Γομάτι. Το 1928 είχε 337 κατοίκους ενώ το 1938 αναφέρονται 85 σπίτια, 350 κάτοικοι και 60 μαθητές στο σχολείο.
Ο πληθυσμός έφτασε στα 444 άτομα το 1961, αλλά στη συνέχεια μειώθηκε απότομα λόγω της μετανάστευσης. Το 2001 απογράφηκαν μόλις 179 άτομα. Το ποδοσφαιρικό σωματείο Α.Ο. Δάφνη, που συντηρούσε παλαιότερα η λιγοστή νεολαία του χωριού, έχει από χρόνια αδρανήσει.
Η μετονομασία: Το 1955 το χωριό καθώς και η κοινότητα μετονομάστηκαν σε Δάφνη, από μια μεγάλη πικροδάφνη που δεσπόζει στην περιοχή, επειδή το Σβέρδια θεωρήθηκε κακόηχο και ξενικό.
Αξιοθέατα: H παλιά εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, που έχει χτιστεί με πέτρα Μάλτας. Λέγεται πως η εικόνα των Αγίων είναι θαυματουργή και πως βρέθηκε σε κρύπτη σκαμμένη στη γη. Ο ναός αποπερατώθηκε το 1872 και η πέτρα έφτασε στο χωριό με την βοήθεια των ναυτικών του χωριού.

ΤΟ ΚΑΡΠΑΣΙ ΛΗΜΝΟΥ
Το Καρπάσι είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Ατσικής, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 181 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το Καρπάσι βρίσκεται στο χαμηλό ύψωμα Καρπάς στα ανατολικά του μεγάλου κάμπου της κεντρικής Λήμνου. Σύμφωνα με την τοπική προφορική παράδοση παλαιότερα το χωριό βρισκόταν στην πεδιάδα στην οποία σήμερα εκτείνεται το αεροδρόμιο και συγκεκριμένα στη θέση Τροχαλόμανδρα, όπου έχουν βρεθεί χαλάσματα και ερείπια σπιτιών. Όμως, οι πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τους κατοίκους να μεταφερθούν στη σημερινή του θέση.
Ονομασία: Για την προέλευση του τοπωνυμίου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Κατά μια εκδοχή η ονομασία του λόφου και στη συνέχεια του χωριού προήλθε από το Τουρκικό «karabas: μαύρο κεφάλι» και κατά μια δεύτερη από το «kalpak: καλπάκι, σκούφος ηγούμενου», ενώ μία τρίτη συνδέει το τοπωνύμιο με το φυτό «κάρπασον: είδος λιναριού ή μπαμπάκι», το οποίο αφθονούσε εκεί.
Ιστορία: Ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά μόλις το 1785 στο χάρτη του Choiseul-Gouffier ως Calpac. Συνεπώς, στα τέλη του 18ου αιώνα είχε συντελεστεί η μετακίνηση του χωριού που αναφέρει η παλαιά παράδοση. Άλλωστε, ως τον 18ο αιώνα παρατηρούνται κι άλλες τέτοιες μεταφορές οικισμών από τις ακτές στα μεσόγεια. Ο παπά-Αγγελής Μιχέλης σημειώνει ότι η περιφέρεια του χωριού αποτελούσε παλαιότερα κτήμα της μονής της Πάτμου.
Το 1854 ο ιερέας του χωριού, ονόματι Αθανάσιος, εξυπηρετούσε και τα χωριά Προπούλι και Κρηνίδα. Το 1856 οι 62 στρατεύσιμοι άνδρες του χωριού πλήρωσαν 1.984 γρόσια για να αποφύγουν τη στράτευση. Το 1863 καταγράφηκαν 44 οικογένειες χριστιανών, οι οποίες το 1874 είχαν αυξηθεί σε 60. Το ίδιο έτος υπήρχαν 61 οικίες.
Τον Ιούλιο του 1858 ο Conze πέρασε δυο φορές από το χωριό ψάχνοντας για αρχαία μνημεία. Τη μία ξεκουράστηκε στην πλατεία του το μεσημέρι και τη δεύτερη διανυκτέρευσε στο καφενείο. Το σημειώνει με το όνομα Karpas στο κείμενο και στο χάρτη του, όπως και οι De Launay (1898) και Fredrich (1904). Οι Καρπασινοί έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην Παλλημνιακή Επαρχιακή Συνέλευση.
Οι εκκλησίες του χωριού: Το 1889 αναφέρεται ναός των Ταξιαρχών στο χωριό, για την επισκευή του οποίου γινόταν έρανος στην Αλεξάνδρεια από τον Μαυρουδή Αναγνώστη. Το 1901 κτίστηκε νέος ναός, ο Άγιος Παχώμιος, με συνδρομή των κατοίκων και ομογενών. Είναι ρυθμού απλής βασιλικής και στον πεντάτοξο εξωνάρθηκα δεσπόζουν οι μονοκόμματοι πέτρινοι κίονες.
Το σχολείο του χωριού: Το 1898 οι κάτοικοι ίδρυσαν τετρατάξιο σχολείο, στο οποίο φοιτούσαν 25-30 μαθητές. Δεν ήταν κοινοτικό και τη δαπάνη λειτουργίας είχαν αναλάβει ομογενείς από την Αίγυπτο και τις ΗΠΑ. Λίγα χρόνια αργότερα κτίστηκε και το διδακτήριο. Το 1919 ιδρύθηκε εξατάξιο δημοτικό σχολείο, μονοθέσιο, το οποίο λειτουργούσε μέχρι τελευταία. Στο σχολείο δίδαξαν μεταξύ άλλων οι: παπά-Αγγελής Μιχέλης (1911-15), Ισμήνη Αξή (1938-48), Ρήγας Γραγράς (1950-67), Προκόπιος Καλλονιάτης (1967-73) κ.ά..
Νεότερα χρόνια: Στα χρόνια του μεσοπολέμου το χωριό αναπτύχθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Από το 1918 αποτελούσε ξεχωριστή κοινότητα, στην οποία ως το 1940 ανήκε και η Κρηνίδα. Τα ποτιστικά περιβόλια του χωριού τροφοδοτούσαν με λαχανικά όλη τη Λήμνο. Επίσης, οι εργατικοί κάτοικοί του καλλιεργούσαν σιτηρά, βαμβάκι, αμπέλια, όσπρια, σουσάμι και ζωοτροφές. Την περίοδο αυτή ο πληθυσμός του χωριού αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Ενώ το 1928 απογράφηκαν 509 άτομα, το χωριό το 1938 είχε 610 κάτοικους και 112 σπίτια. Στο σχολείο φοιτούσαν περίπου 100 μαθητές κι από το 1931 είχε αναβαθμιστεί σε διθέσιο. Μεταπολεμικά η εκτεταμένη μετανάστευση μείωσε τον πληθυσμό με ραγδαίους ρυθμούς. Από 517 άτομα το 1951, μόλις 168 απογράφηκαν το 2001. Από το 1967 το σχολείο έγινε πάλι μονοθέσιο.
Το οινοποιείο του Πέτρου Χατζηγεωργίου: Εκτός από την αγροτική οικονομία, στο χωριό λειτουργεί από χρόνια το οινοποιείο του Πέτρου Χατζηγεωργίου. Επίσης, υπάρχουν λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΝΕΑΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ
Η ΝΕΑ ΚΟΥΤΑΛΗ
Η Νέα Κούταλη είναι χωριό, Δημοτική Ενότητα και Τοπική Κοινότητα του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με μόνιμο πληθυσμό περίπου 527 κατοίκους.
Το χωριό χτίστηκε το 1926 στη θέση Αγία Μαρίνα, στη μεσημβρινή πλαγιά του λόφου Στρομπόλιθος, για να εγκατασταθούν οι πρόσφυγες από την Κούταλη της Προποντίδας. Μαζί με τον Άγιο Δημήτριο, η Νέα Κούταλη αποτελεί το δεύτερο χωριό της Λήμνου που χτίστηκε από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ
Ο Ιερός Ναός της Αγίας Μαρίνας στη Νέα Κούταλη Λήμνου πανηγυρίζει με μεγαλοπρέπεια, κάθε χρόνο στις 17 Ιουλίου. Από την παραμονή ξεκινούν οι εορτασμοί με τον πανηγυρικό εσπερινό και την Λιτάνευση της εικόνος με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Δήμου Λήμνου και με αντιπροσωπεία του τμήματος χορευτικού του πολιτιστικού συλλόγου Νέας Κούταλης «Νόστος». Oι εκδηλώσεις κορυφώνονται ανήμερα της Αγίας Μαρίνας με την τέλεση του Όρθρου και την Πανηγυρική Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου κ.κ. Ιεροθέου.

Ο ΚΟΝΤΙΑΣ
Ο Κοντιάς είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Νέας Κούταλης, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με πληθυσμό 472 κατοίκους. Το όνομα του προήλθε από τον βυζαντινό γεωκτήμονα της περιοχής, Κοντέα. Σύμφωνα με προφορικές αφηγήσεις, αρχικά το χωριό βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, αλλά εγκαταλείφθηκε λόγω των πειρατικών επιδρομών. Ενδεχομένως η παλιά θέση να αντιστοιχεί στο Νεβγάτη, όπου υπήρχε ναός και ζούσαν κάποιοι πάροικοι. Όμως, πιθανότερη θέση είναι το λιμανάκι Άγιος Γιάννης, στον κόλπο του Κοντιά, όπου έχει απομείνει ένα ερειπωμένο κάστρο. Το 1785 έχουμε την πρώτη νεώτερη αναφορά του χωριού στη σημερινή του τοποθεσία.
Ο παλιότερος ναός του χωριού είναι ο Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος. Είναι μικρού μεγέθους κι έχει φρουριακή κατασκευή, με πολεμίστρες και κανόνια. Υπολογίζεται πως χτίστηκε το 16ο αιώνα. Έχει παλιές εικόνες και τη δεκαετία του ’70 λειτουργούσε ως μουσείο.
Το 1867 κτίστηκε ο ενοριακός ναός Άγιος Δημήτριος, ρυθμού βασιλικής με στεγασμένο εξωνάρθηκα, που στηρίζεται σε μονολιθικούς κίονες με περίτεχνα κιονόκρανα. Είναι επιβλητικός με εντυπωσιακό πέτρινο καμπαναριό, μεταγενέστερης κατασκευής. Ένας άλλος ναός, της Γεννήσεως του Χριστού, που παλιά ανήκε στο μετόχι της Λαύρας, κάηκε και ξανακτίστηκε το 1938.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΕΔΙΝΟ
Το Νέο Πεδινό είναι το νεότερο χωριό της Λήμνου. Μαζί με το Παλαιό Πεδινό συγκροτούν την Τοπική Κοινότητα Πεδινού της Δημοτικής Ενότητας Νέας Κούταλης, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου O πληθυσμός του χωριού είναι 112 κάτοικοι.
Ιστορία: Το χωριό χτίστηκε στη σημερινή του θέση μετά από τον σεισμό του 1968, από τον οποίο ερειπώθηκε το αρχικό χωριό, το Πεδινό. Γι΄ αυτό αναφέρεται ως Νέο Πεδινό, ενώ το αρχικό χωριό αποκαλείται Παλαιό Πεδινό.
Ο ναός των Αγίων Πάντων: Ο ναός των Αγίων Πάντων χτίστηκε το 1996 με ανάδοχο το Δημήτριο Κουλερή. Ο περικαλλής ναός των Αγίων Πάντων Νέου Πεδινού ανεγέρθηκε με την βοήθεια όλων των ευσεβών Πεδινιωτών. Πρωτεργάτες του θεάρεστου αυτού έργου λατρείας του Τριαδικού Θεού υπήρξαν ο μακαριστός εφημέριος Πεδινού π. Κωνσταντίνος Αμπανάβας και ο δραστήριος γραμματέας της πρώην κοινότητας αείμνηστος Δημήτριος Κουρνιώτης.
Ασχολίες κατοίκων: Οι κάτοικοι του Πεδινού είναι στην πλειοψηφία τους αγρότες και αλιείς. Την τελευταία δεκαετία έχει αναπυχθεί και ο τουριστικός τομέας.
Προσωπικότητες: Από το Πεδινό κατάγεται ο λόγιος δάσκαλος Αριστοφάνης Κουλερής, συγγραφέας μεταξύ άλλων του ενδιαφέροντος βιβλίου “Μνήμη Ηρώων Πεδινού Λήμνου”.
Ευεργέτες του χωριού: Μεγάλος ευεργέτης του Παλαιού Πεδινού υπήρξε ο Χαράλαμπος Χατζηχαραλάμπους του Οδυσσέα που ανέλαβε την δαπάνη ηλεκτροδότησης του ιερού ναού Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Σήμερα η δραστήρια κ. Βικτώρια Κουρνιώτη έχει αναλάβει πρωτοβουλία για την αναστήλωση του καμπαναριού του ιερού ναού. Μια πρωτοβουλία που χρειάζεται την στήριξη όλων των Πεδινιωτών όπου γης. Τελικώς οι ρηγματώσεις του κωδωνοστασίου της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου απεκαταστάθησαν πλήρως κατόπιν ενεργειών του Συλλόγου Των εν Αττική Πεδινιωτών της Αθήνας. Με πρωτοβουλία του Προέδρου του Συλλόγου κ. Αριστοφάνη Κουλερή και του Δημάρχου κ. Δ. Βουλγαράκη “εξοικονομήθηκε” η αναγκαία δαπάνη του έργου από το Επαρχείο Λήμνου και το καλλιτεχνικότατο ιστορικό κωδωνοστάσιο επανήλθε στην αρχική του μορφή.
Στην Αθήνα λειτουργεί δραστήριος “Σύλλογος των εν Αττική Πεδινιωτών”.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΠΕΔΙΝΟ
Το Παλαιό Πεδινό είναι χωριό της Τοπικής Κοινότητας της Δημοτικής Ενότητας Νέας Κούταλης, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με πληθυσμό 22 κατοίκους.
Η αρχική του ονομασία ήταν Πεσπέραγο και με αυτό τό όνομα αναφέρεται τουλάχιστον από το 14ο αιώνα. Το 1955 μετονομάστηκε σε Πεδινό, διότι το παλιό όνομα θεωρήθηκε τουρκογενές, αν και κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το 1968 έπειτα από ένα μεγάλο σεισμό ερειπώθηκε και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε οικισμό που κτίστηκε σε νέα θέση και ονομάστηκε Νέο Πεδινό.
Η θέση του χωριού: Αρχικά το χωριό βρισκόταν στη θέση Αϊ-Γιάννης, βορειοδυτικά του Πορτιανού, στους πρόποδες του λόφου Αϊ-Λιάς, όπου σώζονται κατάλοιπα κατοικιών. Άγνωστο πότε και για ποιους λόγους -ένας συνηθισμένος λόγος μετεγκατάστασης ήταν οι θανατηφόρες επιδημίες- μεταφέρθηκε κοντά στην αβαθή αλμυρή λίμνη που είναι συνέχεια του κόλπου του Μούδρου, η οποία σήμερα αποτελεί υδροβιότοπο. Εκεί σημειώνεται στο χάρτη του Choiseul-Gouffier στα τέλη του 18ου αιώνα ως Pisperago.
Ο ναός του χωριού: Ο ναός του χωριού, του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου, εορτάζει στις 24 Ιουνίου. Είναι ρυθμού βασιλικής και φέρει αξιόλογο σκαλιστό τέμπλο. Όπως αναφέρει σχετική επιγραφή, κτίστηκε το 1862 “υπό Ιωάννου Δημητρίου εις μνήμην της μητρός του Ελισάβετ του Καρλή, επιστασία του γαμβρού των Νικολάου Τζηρου”.
Ο ευεργέτης Ιωάννης Δημητρίου: Ο Ιωάννης Δημητρίου ήταν βιομήχανος και έμπορος βαμβακιού στην Αίγυπτο. Ήταν συλλέκτης αιγυπτιακών αρχαιοτήτων, τις οποίες δώρισε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και 10.000 πτολεμαϊκών νομισμάτων, τα οποία παρέδωσε στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών το 1892. Θεωρείται από τους μεγάλους ευεργέτες της Λήμνου.
Το Σχολείο: Το 1919 ιδρύθηκε το σχολείο του χωριού και το 1924 στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε με δαπάνη του αιγυπτιώτη Ευστράτιου Καλογερά. Λειτούργησε ως μονοθέσιο ως το 1973 που συγχωνεύτηκε με της Νέας Κούταλης. Μακροχρόνια υπηρεσία στο σχολείο του Πεδινού πρόσφεραν οι εκπαιδευτικοί: Εμμανουήλ Ιωαννίδης (1920-31) και Βασίλειος Κουρνιώτης (1954-70).
Το χωριό σήμερα: Τα τελευταία χρόνια πολλοί επιστρέφουν στο παλιό χωριό και επισκευάζουν τα πατρικά τους σπίτια για θερινές κατοικίες. Στο Παλιό Πεδινό έχει παραμείνει αναλλοίωτος ο γραφικός χαρακτήρας του. Τα καλντερίμια, η λιθόστρωτη πλατεία, τα πέτρινα αρχοντικά με τα λιθανάγλυφα διακοσμητικά μοτίβα, ο ναός του Αγ. Ιωάννου προσελκύουν πολλούς περ

ΤΟ ΠΟΡΤΙΑΝΟΥ
Το Πορτιανού είναι πανέμορφο παραδοσιακό χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Νέας Κούταλης, του Δήμου Λήμνου, της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, με πληθυσμό 236 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το χωριό Πορτιανού βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού, ανάμεσα στα χωριά Αγκαρυώνες και Τσιμάνδρια. Το όνομά του σημαίνει «καινούριο λιμάνι» (new port) και δόθηκε κατά την κυριαρχία των Ενετών στη Λήμνο, πιθανότατα κατά τον 17ο αιώνα. Της εποχής εκείνης χρονολογείται και η οχύρωση του Πορτιανού, από την οποία σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να δουν τα ερείπια ενός πύργου, στην τοποθεσία Μέλαγγας, όπου ήταν και το τότε λιμάνι του χωριού. Αρχικά, το χωριό βρισκόταν δυτικότερα στη θέση Άγιος Σπυρίδων, όπου υπάρχουν κατάλοιπα του παλιού οικισμού. Σύμφωνα με παλαιές μαρτυρίες, που δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθούν, πριν από τρεις αιώνες περίπου μια επιδημία ανάγκασε τον πληθυσμό να μετακινηθεί στη σημερινή θέση.
Ονομασία: Tο όνομα του χωριού δεν αναφέρεται σε κανένα μοναστηριακό έγγραφο της βυζαντινής εποχής, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα χωριά της Λήμνου. Για πρώτη φορά σημειώνεται το 1785 στο χάρτη του Choiseul-Gouffier με το όνομα Portiano, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πράγματι δημιουργήθηκε πριν από τρεις αιώνες. Από τους μεταγενέστερους περιηγητές: Conze (1858), De Launay (1898) και Fredrich (1904), το τοπωνύμιο σημειώνεται ως αρσενικό: Πορτιανός (ο). Στα κοινοτικά έγγραφα αναγράφεται στη γενική: “Πορτιανού”. Τελικά, το 1918 όνομα του χωριού καταγράφηκε ως ουδέτερο: Πορτιανόν (το).
Το τοπωνύμιο είναι Λατινογενές και φαίνεται να προέρχεται από τις λέξεις: «porto juno: νέο λιμάνι», από ένα λιμάνι που υπήρχε νοτιοανατολικά του παλιού χωριού, στη θέση Μέλαγγας (=μέλαινα γη). Εκεί σώζονται τα ερείπια του μικρού πύργου (βίγλας) που επόπτευε το λιμάνι, ο οποίος μάλλον κτίστηκε στη διάρκεια της ολιγόμηνης Ενετικής κατοχής του νησιού στα 1656-57. Ως το 1940 σωζόταν σε ύψος έξι-επτά μέτρων, αλλά στην κατοχή σχεδόν καταστράφηκε.
Ο Ναός του χωριού: Το 1835, στα χρόνια του μητροπολίτη Νεκταρίου, όπως σημειώνεται σε σχετική επιγραφή, κτίστηκε ο κεντρικός ναός του χωριού, αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το 1858 που πέρασε από το χωριό ο Conze, θαύμασε τα χρώματα της εκκλησίας, στην οποία σωζόταν και μια μαρμάρινη σαρκοφάγος. Μια νεότερη επιγραφή, του 1875, και μια άλλη στην οποία ως πρωτομάστορας αναγράφεται ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΖΑΝΙΣ, αφορά κάποια σημαντική ανακαίνιση. Πρόκειται για τον ίδιο ναοδόμο που έκτισε τους ναούς Ατσικής (1868), Πλατύ και Βάρους. Διακοσμητής ήταν ο Άγγελος Μπινέτας από το Σαρπί.
Ο ναός, ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής, είναι εντυπωσιακός και δεσπόζει του χωριού καθώς είναι κτισμένος πάνω σε έναν μικρό λόφο. Φέρει περίτεχνο σκαλιστό τέμπλο, επιχρυσωμένο και αγιογραφίες του Γρ. Παπαμαλή. Οι κίονες του εξωνάρθηκα είναι μαρμάρινοι και προέρχονται από παλαιότερο κτίσμα. Τέλος, το καμπαναριό είναι μεταγενέστερο.
Το σχολείο του χωριού: Tο σχολείο του χωριού λειτούργησε το 1870 καιονομαζόταν Χριστοδουλίδειον Αρρεναγωγείον, προς τιμήν των ιδρυτών και ευεργετών Κυριάκου (1884) και Μαρίας Χριστοδούλου, εύπορων ομογενών του Καΐρου, που υπήρξαν από τους πρωτεργάτες στην ανέγερση του μητροπολιτικού ναού της Μύρινας και στην ίδρυση της Λημνιακής Αδελφότητας. Στο σχολείο φοιτούσαν 80 μαθητές περίπου και το 1874 έγινε κοινοτικό. Αρχικά ήταν τριτάξιο, το 1909 έγινε τετρατάξιο και το 1912 πεντατάξιο.
Το 1905 ιδρύθηκε ξεχωριστό παρθεναγωγείο που ονομάστηκε Φεργαδιώτειο, προς τιμήν του ιδρυτή Αθανάσιου Φεργαδιώτη, ομογενή της Σμύρνης.
Το 1920 τα δυο σχολεία συγχωνεύτηκαν σε εξατάξιο μικτό δημοτικό σχολείο, το οποίο στεγάστηκε σε νέο εντυπωσιακό διδακτήριο το 1931. Λειτούργησε αρχικά ως τριθέσιο, αργότερα διθέσιο και μονοθέσιο από το 1963. Έκλεισε στα τέλη της δεκαετίας ’80. Ως δωρητές του σχολείου αναφέρονται επίσης τα ζεύγη Βασίλειος και Πηνελόπη Τσέλιου, Γεώργιος και Μυρσίνη Κωνσταντίνου και ο Αντώνιος Βελισσαρίδης.
Μεταξύ άλλων στο σχολείο Πορτιανού δίδαξαν οι εκπαιδευτικοί: Χρήστος Κοντέλλης (1916-22, 1923-44), Εμμανουήλ Ιωαννίδης (1922-23, 1928-37), Ευαγγελία Μαυρουδή (1948-63), Βάιος Ρηγόπουλος (1955-63), Ιγνάτιος Παπαδόπουλος (1966-76 περίπου) κ.ά.
Αξιοθέατα: Τα παλιά αρχοντικά που στολίζουν το Πορτιανού εντυπωσιάζουν εξαρχής τους επισκέπτες του πανέμορφου αυτού χωριού. Το σπουδαίο Λαογραφικό Μουσείο στο Πορτιανού, με εκθέματα που εξιστορούν την καθημερινότητα της ζωής αλλοτινών εποχών, είναι επίσης ένας σταθμός για τους επισκέπτες, όπως και το παλιό κτήριο του δημοτικού σχολείου.
Η κεντρική εκκλησία στο Πορτιανού είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, χρονολογείται από το 1835 και δεσπόζει στο τοπίο από την κορυφή του λόφου που είναι χτισμένη. Φωτισμένη τα βράδια, είναι σημείο αναφοράς για τις ήσυχες νύχτες της Λήμνου, καθώς είναι ορατή από όλα τα γύρω χωριά.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ: Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ, Βρετανός πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρατανίας, κατά τις περιόδους 1940-45 και 1951-55 και ηγέτης της χώρας του από την άνοιξη του 1940 έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμμαχικής νίκης γι’ αυτό και ονομάστηκε «Πατέρας της νίκης», καθώς συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του καθεστώτος των διεθνών συσχετισμών κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ως Στρατηγός κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, βρέθηκε το ‘ετος 1915 στο Πορτιανού της Λήμνου και έστησε εκεί το στρατηγείο του, για την οργάνωση της εκστρατείας της Καλλίπολης. Σήμερα στο Πορτιανού μπορεί κανείς να δει την παλιά πολυθρόνα που συνήθιζε να κάθεται (ένα από τα εκθέματα του Λαογραφικού Μουσείου), το αρχοντικό του Γ. Κωνσταντίνου όπου έμενε, αλλά και το Συμμαχικό Νεκροταφείο που υπάρχει στο χωριό.

Ο ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ
Ο Δήμος Αγίου Ευστρατίου έχει έκταση 43,3 τ.χλμ. και πληθυσμό 257 κατοίκους. Εδρα του Δήμου είναι ο Αγιος Ευστράτιος. Δήμαρχος του Δήμου Αγίου Ευστρατίου, είναι ο κ. Κωνσταντίνος Σινάνης.
Ο Δήμος Αγίου Ευστρατίου ανήκει στην Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και περιλαμβάνει το νησί Αγιος Ευστράτιος, καθώς επίσης και τις νησίδες Ρούμπος και Αγιοι Απόστολοι.

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ
Ο Αγιος Ευστράτιος είναι νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου με 257 κατοίκους. Διοικητικά ανήκει στην Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Ονομασία: Το νησί στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αλόννησος, από τις λέξεις ἅλς και νήσος (θάλασσα και νησί). Ο Παυσανίας την καταγράφει με το όνομα Νέα, διότι θεωρούνταν πως αναδύθηκε από τη θάλασσα την εποχή που καταποντίστηκε η ομηρική νήσος Χρυσή, η οποία κατά πάσα πιθανότητα βρισκότανε κοντά στο ακρωτήριο Μέθωνες, στο βορειοανατολικό τμήμα της νήσου Λήμνου.
Η ονομασία Άγιος Ευστράτιος συνδέεται με τον Όσιο Ευστράτιο τον Θαυματουργό, ο οποίος καταγόταν από τη Βιτζιανή της Βιθυνίας (αρχαία Ταρσό). Βλέπε όλη την περιγραφή για την ονομασία του νησιού σε Αγιος Ευστράτιος στην επόμενη παράγραφο.
Γεωγραφία: Tο νησί βρίσκεται ανάμεσα στη Λέσβο και τη Σκύρο και έχει έκταση 43 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το έδαφος του νησιού χαρακτηρίζεται ως ορεινό και ηφαιστειογενούς σύστασης. Το ένα τρίτο μόνον καλύπτεται από καλλιέργειες, ενώ έχουν βρεθεί και κατάλοιπα οικισμού της Μυκηναϊκής εποχής. Οι υψηλότερες κορυφές είναι το Σημάδι (298 μέτρα), ο Άγιος Αλέξης και ο Προφήτης Ηλίας. Ανάμεσα στους λόφους της δυτικής πλευράς σχηματίζονται μικρές κοιλάδες που τελειώνουν σε αμμουδερές ακρογιαλιές. Μεγαλύτερη από όλες είναι η κοιλάδα, όπου βρίσκεται και ο μοναδικός οικισμός. Στη βορειοανατολική πλευρά του νησιού απλώνεται μια επικλινής πεδινή ζώνη μήκους περίπου ενός χιλιομέτρου.
Επίγεια τρεχούμενα ή στάσιμα νερά δεν υπάρχουν, μόνο υπόγεια. Η μεγαλύτερη πηγή είναι στη Μεγάλη Παναγιά ανατολικά του χωριού, από όπου γίνεται και η ύδρευση των κατοίκων.
Προστατευόμενη τοποθεσία: Το νησί και η παράκτια θαλάσσια ζώνη του είναι προστατευόμενος βιότοπος του δικτύου Natura 2000. Βλέπε σχετική περιγραφή στη μεθεπόμενη παράγραφο.
Ιστορία: Ο οικισμός του νησιού βρισκόταν αρχικά στην κορυφή του μικρού λοφίσκου, όπου οι κάτοικοι ακολουθώντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Αιγαίου είχαν χτίσει τις κατοικίες τους μαζί με τους απαραίτητους για την εποχή ανεμόμυλους. Οι σεισμοί του 1968 έγιναν η αιτία για να καταστραφεί ο ιστορικός οικισμός και ακολούθως να κτισθεί νέος στην έκταση της κοιλάδας.
Αρχαιότητα: Το νησί, που κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Αλόννησος ή Νέα, σύμφωνα με τον Παυσανία, κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους ενώ στην ανατολική ακτή του νησιού βρέθηκαν πολλά ευρήματα ανθρώπινης παρουσίας που χρονολογούνται στη Mυκηναϊκή περίοδο. Επίσης λείψανα των ιστορικών χρόνων υπάρχουν σε όλη σχεδόν τη δύσβατη και άγονη έκταση και περιλαμβάνουν κίονες, νομίσματα, θραύσματα, αγγείων, γλυπτά κ.ά.
Ξεχωρίζουν οι αναλημματικοί τοίχοι των αρχαϊκών χρόνων κοντά στο κοιμητήριο και Eλληνιστικοί τάφοι γύρω από το λιμάνι.
Τη σπουδαιότητα της αρχαίας Αλοννήσου και τη σημαντική γεωγραφική της θέση στον μεγαλύτερο εμπορικό θαλάσσιο δρόμο της αρχαιότητας, επισημαίνει στους Αθηναίους ο ρήτορας Δημοσθένης στους Φιλιππικούς λόγους του.
Μεσαιωνικοί χρόνοι: Στα τέλη του 15ου αιώνα, το νησί κατοικήθηκε ξανά μετά από ερήμωση δυο αιώνων. Κατά την ίδια περίοδο κτίστηκε έξω από το κάστρο και το χωριό (στη θέση που βρισκόταν μέχρι τον σεισμό του 1968). Στα 1540 ανακαινίστηκε μέσα στο κάστρο ο προϋπάρχων ναός των Αγίων Πέντε Μαρτύρων. Από το 16ο αιώνα και έπειτα, το νησί αναπτύσσεται οικονομικά με τη συλλογή βελανιδιών και την κτηνοτροφία.
Βαλκανικοί πόλεμοι: Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το Eλληνικό Πολεμικό Ναυτικό με το πλοίο «Κανάρης» κατέλαβε το πρωί της 18ης Οκτωβρίου 1912 το νησί του Αγίου Ευστρατίου χωρίς κάποια σύγκρουση, αφού δεν υπήρχαν Τούρκοι στο νησί και ο πληθυσμός του ήταν πάντα αμιγώς Eλληνικός. Η Eλληνική κυριότητα στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου αναγνωρίστηκε επίσημα από τις Μεγάλες Δυνάμεις στις 31 Ιανουαρίου 1914.
Οικονομία: Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την αλιεία και την κτηνοτροφία και αντιμετωπίζουν συχνά, ιδίως τον χειμώνα, προβλήματα στη συγκοινωνία με τα άλλα νησιά και την ηπειρωτική Ελλάδα.
Αξιοθέατα: Η εκκλησία του Χριστού στην πλατεία • Οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Βασιλείου (1727). Ο τελευταίος αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μνημεία αρχιτεκτονικής της μεταβυζαντινής εποχής • Το Μουσείο Δημοκρατίας • Η Μαράσλειος Σχολή, έργο της Αδελφότητας Αγιοστρατιτών της Αιγύπτου, με σημαντική δωρεά του εθνικού ευεργέτη Γρηγορίου Μαρασλή • Ο αρχαιολογικός χώρος του κατεδαφισμένου, από το 1968, παλαιού ναού των Αγίων Πέντε Μαρτύρων • Η σπηλιά του Οσίου Ευστρατίου του Θαυματουργού στο Αλονίτσι, αλλά προς το παρόν δεν είναι επισκέψιμο (12/2023), όπως γράφουν στον ιστότοπο που θα δείτε, γιατί έπαθε μεγάλη ζημιά στο σεισμό του 1968 • Το εξωκκλήσι του Αγίου Μηνά • Το μνημείο Ικάρου Σιαλμά με την επιγραφή Μολών λαβέ • Οι πανέμορφες παραλίες του νησιού • Οι θαλάσσιες σπηλιές και οι γεωλογικοί σχηματισμοί, κατά μήκος των ακτών του νησιού.

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ
Η ονομασία Άγιος Ευστράτιος συνδέεται με τον Όσιο Ευστράτιο τον Θαυματουργό, ο οποίος καταγόταν από τη Βιτζιανή της Βιθυνίας (αρχαία Ταρσό). Ήταν ηγούμενος της Ι. Μονής Αυγάρων ή Αγαύρων, του μεγαλύτερου μοναστηριού του Ολύμπου Βιθυνίας, αλλά κατά την εποχή της Β΄ Εικονομαχίας, επειδή ήταν αντίθετος προς την εικονομαχική πολιτική του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου και υπέστη τις συνέπειες των διωγμών των μοναχών, όπως και τόσοι άλλοι, αναγκάστηκε να φύγει μακριά. Ταξιδεύοντας με πλοίο προς άγνωστη κατεύθυνση, ζήτησε να αποβιβαστεί στον Αγιο Ευστράτιο, λόγω ανυπόφορης ναυτίας, εξαιτίας μεγάλης θαλασσοταραχής. Εκεί έζησε, άγνωστο για πόσα χρόνια και για ποιό ακριβώς χρονικό διάστημα, σε μία σπηλιά που σώζεται μέχρι σήμερα, στην περιοχή Αλονίτσι.
Αν και έπαθε μεγάλη ζημιά στον καταστροφικό σεισμό του 1968. Ο τάφος του λέγεται πως βρίσκεται στο νησί, αλλά προήλθε από ανακομιδή των Ι. Λειψάνων Του, καθόσον δεν κοιμήθηκε στο νησάκι, αλλά σε μετόχι της Ι. Μονής του στην Κωνσταντινούπολη.
Το Ι. Σκήνωμά Του στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του, όπου ο Όσιος επιτελούσε πολλά και παράδοξα θαύματα, όπως και όταν βρισκόταν στη ζωή, γι’ αυτό και ονομάστηκε ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ. Κάποτε, άγνωστο πότε ακριβώς, το νησάκι αυτό πήρε τιμητικά το δικό Του όνομα και οι ντόπιοι τον τιμούν σαν προστάτη του και πολιούχο, όπως και τους Πέντε Μάρτυρες (13/12), μεγάλος Ι. Ναός των οποίων υπήρχε στο νησί, αλλά έπαθε μεγάλη ζημιά στο σεισμό του 1968 και κατεδαφίστηκε.
Εκεί τιμούσαν και τον Όσιο Ευστράτιο (9/1). Εν τω μεταξύ, βρέθηκαν χρήματα για να ξαναχτιστεί, αλλά επειδή τον είχαν χτίσει πάνω από τα ερείπια αρχαίου ναού της Θεάς Αθηνάς, η αρχαιολογική υπηρεσία δεν τους το επιτρέπει.
Σημειωτέον, ότι μεγάλα τμήματα γης στον Άη Στράτη ανήκουν σε Αγιορείτικα μοναστήρια και κυρίως στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου φυλάσσεται η Ι. Κάρα του Αγίου Ευστρατίου του Μεγαλομάρτυρα (13/12). Λείψανα του Οσίου Ευστρατίου δεν αναφέρεται να υπάρχουν κάπου. Αν όντως, ο τάφος του βρισκόταν εκεί, ίσως κάποια μέρα αποκαλυφθούν.
Το νησί αναφέρεται στο Νησολόγιο του Κριστόφορο Μπουοντελμόντι το 1420 ως Sanstrati και στον Άτλαντα του Laurenberg το 1656 καταγράφεται ως Chryse S. Stratj (Χρυσή – Άγιος Ευστράτιος). Στη Χάρτα του Ρήγα, το έργο του Ρήγα Βελεστινλή που τυπώθηκε το 1797 στη Βιέννη, το νησί αναγράφεται ως Νέα Άγιος Ευστράτιος.

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ NATURA 2000
Το νησί και η παράκτια θαλάσσια ζώνη του είναι προστατευόμενος βιότοπος του δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR4110002 κατά μία έκταση 62,84 τ.χλμ.. Η βλάστηση του νησιού περιλαμβάνει θαμνώτοπους με φρύγανα, αγκαθωτές κενταύριες στις παραθαλάσσιες περιοχές, απομεινάρια από δάση δρυός, λευκές ιτιές και ασημόλευκες κοντά στο χωριό, πικροδάφνες και λυγαριές στις παραποτάμιες περιοχές. Οι μεσογειακές φώκιες μοναχοί χρησιμοποιούν τα σπήλαια του νησιού ως τόπους αναπαραγωγής. Στην προστατευόμενη χλωρίδα περιλαμβάνονται: κρίνοι της θάλασσας, ενδημικοί μελίλωτοι, ανθέμιδες, καλλίτριχα, και τα υποθαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας. Στην προστατευόμενη πανίδα περιλαμβάνονται: ελληνικές χελώνες, ρινοδέλφινα, έφιοι, κυρτοδάκτυλοι, σαμιαμίδια, φιδόσαυρες, κ.ά.. Στην προστατευόμενη ορνιθοπανίδα περιλαμβάντονται: μαυροπετρίτες, μύχοι και θαλασσοκόρακες.
Στην φωτογραφία κρίνοι της θάλασσας στην Παραλία Αγίου Δημητρίου..

ΟΙ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ
Οι παραλίες του νησιού Αγιος Ευστράτιος είναι οι εξής: το Αλονίτσι, το Παχύ, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Αντωνίου, το Τρυγάρη, η Τρυπητή, το Φτελιό, του Γκουρνιά, το Λυδαριό κ.ά.
Στην φωτογραφία η παραλία Τρυγάρι που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού, ανάμεσα από τον Άγιο Δημήτριο και το Λιδαριό. Αποτελεί έναν από τους πιο όμορφους και ανεξερεύνητους προορισμούς της περιοχής, με αρκετά μεγάλη έκταση και χρυσαφένια άμμο που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής. Πίσω από την παραλία, επιβλητικές βελανιδιές προσφέρουν φυσική σκιά, ιδανική για στιγμές χαλάρωσης μακριά από τον ήλιο του καλοκαιριού. Η περιοχή επηρεάζεται συχνά από τους βόρειους ανέμους, προσφέροντας δροσερό αεράκι και κρυστάλλινα, αναζωογονητικά νερά.

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΛΗΜΝΟΥ “ΗΦΑΙΣΤΟΣ”
Η Λήμνος διαθέτει το αεροδρόμιο με τον μεγαλύτερο διάδρομο στην Ελλάδα και ένα από τα πιο μεγάλα αεροδρόμια του Αιγαίου. Βρίσκεται 22 χλμ. Ανατολικά της πρωτεύουσας του νησιού Μύρινας. Η Olympic Air συνδέει το διεθνές αεροδρόμιο Ηφαιστος της Λήμνου (LXS) με το Ελευθέριος Βενιζέλος της Αθήνας. Τα δρομολόγια είναι κάθε μέρα εκτός Σαββάτου από τον Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, και διπλασιάζονται σε δύο τους υπόλοιπους μήνες. Η διάρκεια τη πτήσης, ανάλογα με τον τύπο του αεροσκάφους, είναι 30-45 λεπτά. Η εταιρεία Sky Express, συνδέει 4 φορές την εβδομάδα τη Λήμνο με τη Θεσσαλονίκη, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, την Ικαρία, τη Σάμο και τη Ρόδο. Τους καλοκαιρινούς μήνες η Λήμνος συνδέεται και με πήσεις Charter με αρκετές Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

ΚΤΕΛ ΛΗΜΝΟΥ
Το ΚΤΕΛ ΛΗΜΝΟΥ Α.Ε.με τα σύγχρονα λεωφορεία που διαθέτει πραγματοποιεί δρομολόγια από την πρωτεύουσα του νησιού Μύρινα προς χωριά και παραλίες του νησιού και αντίστροφα.
Με το ΚΤΕΛ Λήμνου μπορείτε να επισκεφθείτε παραλίες όπως το Πλατύ, ο Θάνος, ο Μούδρος, ο Άγιος Ιωάννης και χωριά όπως η Πορτιανού, τα Τσιμανδριά, ο Κοντιάς, το Κατάλακκο κ.α..

ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ









ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Πηγές: Ιστορία της Ελλάδας, ιστορίας της Ευρώπης, ιστορικό αρχείο-παρακαταθήκη Θεόδωρου Ευαγγελούδη, Βικιπαίδεια, ιστότοποι και Σελίδες (Κοινωνικών Δικτύων) Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, των Δήμων της Περιφερειακής Ενότητας Λήμνου, καθώς και από ιδιωτικές σελίδες (Fb Pages) ή ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, τις οποίες αναγράφουμε στις επί μέρους αναφορές μας.
Σημείωση: Για όσους δημιουργούς φωτογραφιών έχουμε στοιχεία, αναγράφουμε το όνομά τους, για όσους δεν έχουμε στοιχεία, αναγράφουμε την πηγή προέλευσης.
Κεντρικό αφιέρωμα για την Ελλάδα → Χωριά και Πόλεις της Ελλάδας
