ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΟΠΩΣ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑΝΓΚΟ (1200Χ848)

ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, ΟΠΩΣ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑΝΓΚΟ

Αγαπημένη μας Βασιλική σ’ευχαριστούμε από καρδιάς❤❤ για την μεγάλη σου υποστήριξη🙏🙏

ΤΕΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΕΟ: ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΑΣΠΗ

ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Το Ζεμπέκικο ή Ζεϊμπέκικο παραμένει βαθιά ριζωμένο στην κουλτούρα μας, και είναι πιο ενδιαφέρον που είναι εξαιρετικά δημοφιλές στη νέα Γενιά!
Το αυθεντικό Ζεμπέκικο δεν χάθηκε αλλά βρίσκει καταφύγιο σε βραδινές εξόδους, ρεμπετάδικα, κουτούκια, ταβέρνες, μουσικά σχολεία, γάμους, γιορτές, φιλικές και οικογενειακές συγκεντρώσεις, εκεί όπου οι άνθρωποι αισθάνονται οικεία και αφήνουν τον εσωτερικό τους κόσμο να εξωτερικευθεί!
Και λίγο πιο έξω, εκεί που περισσεύει η νοσταλγία, η ομοψυχία και η αλληλεγγύη, στα στέκια που συχνάζουν οι φαντάροι, στο ΚΨΜ ή στην καφετέρια του χωριού, υπό την επήρεια της απανταχού παρούσας γυναίκας μάνας, αδελφής, φίλης, αρραβωνιάρας, μπορείς ακόμα να δεις Ζεμπεκιές – σαν ζωγραφιές του Τσαρούχη – που θα σε συγκινήσουν!
Τεό

ΤΕΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Η ΡΑΓΔΑΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΙΜΗΜΑ
Η Ελληνική εκβιομηχάνιση ξεκίνησε από τον Πειραιά. Η πόλη του Πειραιά δεν υπερηφανευόταν μόνο για το εμπόριό της. Η αιχμή του δόρατος ήταν από τα χρόνια του 1860 και μετά η εκβιομηχάνιση. Το λιμάνι της πρωτεύουσας μετατρέπεται στην πιο μοντέρνα πόλη της Ελλάδας και του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός “Μάντσεστερ της Ανατολής”. Ο Πειραιάς βρίσκονταν στο κέντρο της εθνικής οικονομικής ζωής, εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου, της βιομηχανίας και της ναυτιλίας. Η τεράστια οικονομική ανάπτυξη του Πειραιά είχε όμως και το κοινωνικό της τίμημα. Οι εντυπωσιακές για τα Ελληνικά δεδομένα μεταβολές που συνέβησαν στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1860-1910), με την βιομηχανική ανάπτυξη, την αστική συσσώρευση και τις ευδιάκριτες κοινωνικές ανισότητες, θα προκαλέσουν την εμφάνιση ενός κόσμου παρανομίας, που ζει και κινείται στη σκιά αυτής της ανάπτυξης
Ετσι, σε αυτά τα πλαίσια, θα γεννηθεί ο τύπος του μάγκα και αυτή η πόλη θα γίνει η πρωτεύουσα της ρεμπέτικης κοινότητας, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΛΙΜΑΝΙ 1900

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ
Η ιστορία του ρεμπέτικου είναι κυρίως η ιστορία των Ελλήνων καταπιεσμένων σε μια αστική κοινωνία καθοδόν προς τον εκσυγχρονικμό και την Ελληνική εκβιομηχάνιση. Το ρεμπέτικο αποτέλεσε κατά τη διάρκεια μισού περίπου αιώνα, την αυθεντική κραυγή οδύνης και απελπισίας των πιο καταπιεσμένων, αμόρφωτων και περιθωριοποιημένων στρωμάτων των αστικών πληθυσμών. Όπως είπε ο Ηλίας Πετρόπουλος: Δεν υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος σκέψης, υπάρχει ρεμπέτικος τρόπος ζωής.

ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΚΟΜΠΑΝΙΑ

Η ΡΑΓΔΑΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ο Πειραιάς αναδεικνύεται στη δεύτερη πληθυσμιακά πόλη της Ελλάδας και στο κέντρο της εθνικής οικονομικής ζωής εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου, της βιομηχανίας και της ναυτιλίας. Την περίοδο κατά την οποία τα δύο παραδοσιακά αστικά κέντρα της χώρας, η Ερμούπολη και η Πάτρα αρχίζουν να φθίνουν ή να εισέρχονται σε μια παρατεταμένη στασιμότητα, ο Πειραιάς ακολουθεί αντίστροφη πορεία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχειά τους. Από τη μία, μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της ιστιοφόρας ναυτιλίας της Ερμούπολης στρέφεται προς τον Πειραιά, από την άλλη η σταφιδική κρίση, μετατρέπει την Πάτρα σε μέσο ανάπτυξης της Πειραϊκής οινοπνευματοβιομηχανίας.
Ο Πειραιάς, λοιπόν, γνωρίζει τεράστια οικονομική ανάπτυξη, η οποία συνοδεύεται από τη ραγδαία καθιέρωση της αστικής τάξης. Το λιμάνι της πρωτεύουσας μετατρέπεται στην πιο μοντέρνα πόλη της Ελλάδας και του αποδίδεται ο χαρακτηρισμός: ΄΄Μάντσεστερ της Ανατολής΄΄.

ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΜΑΪΟΣ 1928

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Η διαρκής μεταναστευτική ροή στην πολλά υποσχόμενη νέα πόλη, ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των εργοστασίων, η πολύβουη ζωή του λιμανιού με τα Ευρωπαϊκά και Ελληνικά ατμόπλοια να συνωστίζονται, γεμίζουν με περηφάνια τους πρωτεργάτες του τοπικού οικονομικού “θαύματος”, εμπόρους και βιομηχάνους. Ο Πειραιάς του πλήθους των μικρεμπόρων και των ελάχιστων μεγαλέμπορων που είχαν σχηματίσει την ολιγάριθμη τοπική ελίτ τη δεκαετία του 1850, παραχωρεί τη θέση του σε μια πόλη με πολύπλοκες επαγγελματικές δομές.
Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το λιμάνι του Πειραιά αποτελούσε τη σημαντικότερη είσοδο για το ξένο εμπόριο στην Ελλάδα. Ένα πυκνό δίκτυο θαλάσσιας επικοινωνίας ενώνει σε καθημερινή βάση τον Πειραιά με όλα τα Eλληνικά λιμάνια και τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου. Η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου το 1983, αλλά κυρίως η έναρξη κατασκευής μονίμων δεξαμενών λίγα χρόνια αργότερα που επέτρεπε τον καλύτερο ελλιμενισμό περισσότερων πλοίων, μετέτρεψαν των Πειραιά σε ΄΄ομφαλό της Ελλάδας΄΄. Η πόλη βέβαια δεν υπερηφανευόταν μόνο για το εμπόριό της. Η αιχμή του δόρατος ήταν από τα χρόνια του 1860 και μετά η εκβιομηχάνιση. Η Ελληνική εκβιομηχάνιση άρχισε από τον Πειραιά. Στη φωτογραφία το εργοστάσιο της Παπαστράτος στον Πειραιά. (Πειραιόραμα).

ΤΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ

ΠΕΙΡΑΙΑΣ, Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ
Ταυτόχρονα, μετά τη δεκαετία του 1850, ο πληθυσμός της πόλης γνωρίζει αυξητικές τάσεις με αποκορύφωμα τους πολυάριθμους πρόσφυγες από την Κρήτη μετά το 1869 και τους ομογενείς από την Αίγυπτο στις αρχές της δεκαετίας του 1880, όταν η εθνική επανάσταση των Αιγυπτίων εναντίoν των Βρετανών έκανε επίφοβη την εκεί παραμονή τους. Εκτός από τις δύο αυτές συγκυρίες συστηματοποιείται η εσωτερική μετανάστευση, κατά κύριο λόγο από τον νησιωτικό χώρο και τις παράκτιες περιοχές της ανατολικής Πελοποννήσου. Η δεκαετία του 1870 σηματοδοτεί την κρίση της οικονομίας της Ερμούπολης, γεγονός που θα στρέψει πολλούς Ευβοείς και Κυκλαδίτες από τη Σύρο προς τον Πειραιά. Η πόλη μεταβαλλόταν σε χώρο που δημιουργούσε προσδοκίες σε όλους. Τα μεσαία στρώματα των επαρχιών έβλεπαν ότι ο Πειραιάς μπορούσε να φιλοξενήσει τις δεξιότητές τους, τις εμπορικές φιλοδοξίες τους, το τόλμημά τους να ανοιχτούν στη βιομηχανία. Να σημειωθεί ότι αυτή τη περίοδο το ετήσιο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης για την πόλη του Πειραιά προσέγγιζε το 5%. Στη φωτογραφία από το παρελθόν, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΡΑΓΔΑΙΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
Πτωχεύσαντες επιχειρηματίες και φτωχοί εργάτες αποτελούν τη σκοτεινή πλευρά της ακμάζουσας Πειραϊκής κοινωνίας. Στις βιομηχανικές ζώνες, εκεί όπου υψώνονται τα φουγάρα των εργοστασίων, σύμβολα της Πειραϊκής προόδου, απλώνονται ταυτόχρονα οι πολυπληθείς εργατικές συνοικίες. Η απουσία των στοιχειωδών υποδομών, οι επιδημίες που ταλανίζουν τους κατοίκους και ο φόβος του θανάτου συνθέτουν το τοπίο της ανθρώπινης δυστυχίας. Οι εντυπωσιακές για τα Ελληνικά δεδομένα μεταβολές που συμβαίνουν στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις της Πειραϊκής κοινωνίας στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1860-1910) έχουν ως συνέπεια την εμφάνιση μιας πολύπλοκης κοινωνικής ιεραρχίας με ευδιάκριτα τα σημάδια της κοινωνικής ανισότητας. Η βιομηχανική ανάπτυξη και η αστική συσσώρευση προκαλούν την εμφάνιση ενός κόσμου παρανομίας, που ζει και κινείται στη σκιά αυτής της ανάπτυξης.

ΕΚΦΟΡΤΟΣΗ ΦΡΟΥΤΟΝ ΣΤΙΝ ΠΡΟΒΛΙΤΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1938

ΑΠΟ ΠΟΛΗ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ.. ΣΕ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ
Από τη δεκαετία του 1860 κάνουν την εμφάνισή τους στον τοπικό Τύπο ειδήσεις και άρθρα που υπογραμμίζουν ότι ο Πειραιάς έχει μετατραπεί σε ΄΄βασίλειο της ανηθικότητας και της παρανομίας” ή σε ΄΄άντρο των εγκληματιών΄΄. Μια διάχυση ανησυχίας για το παρόν και το μέλλον της τοπικής κοινωνίας εξαπλώνεται στην πόλη. Στην αρχή οι πόρνες και οι επαίτες, αργότερα οι εγκληματίες και τέλος οι χτυπημένοι από την επιδημία της ευλογιάς, κάτοικοι των υποβαθμισμένων εργατικών συνοικιών της πόλης, δίνουν τροφή στους αστικούς φόβους και συγκροτούν την αστική μυθολογία για τον ΄΄άλλο΄΄.
Από τη δεκαετία του 1880 και μετά, διαπιστωνόταν ότι ο Πειραιάς είχε εκθρέψει φαινόμενα εγγενούς εγκληματικότητας: ΄΄Η πόλις έλαβε φοβεράς διαστάσεις. Πανταχόθεν της Ελλάδος συνέρρευσαν άνθρωποι προς πορισμόν βιοποριστικής εργασίας, αι ανάγκαι επομένως εμεγαλύνθησαν, διότι σήμερον ο Πειραιάς μετά των παροίκων και του λιμένος αυτού όστις είναι μια ολόκληρος πόλις αριθμεί άνω των 40.000 κατοίκων και τούτων πάσης φυλής και εθνικότητος ΄΄ σημείωνε ο φαρμακοποιός Γ.Α. Ορλάνδος, στο άρθρο του με τίτλο ΄΄Η λωποδυσία εν Πειραιεί΄΄ (Εφ. Πρόνοια, 26.4.1884) και συνεχίζει επιχειρώντας να αναδείξει την κοινωνική διάσταση του προβλήματος, υποβαθμίζοντας όμως ταυτόχρονα την έκταση και τη σοβαρότητά του: ΄΄Η πόλις κατεκλύσθη υπό ελεεινών τινών και αθλίων ανθρωπάριων καλούμενων κατ’ ευφημισμόν λωποδυτών, λέγομεν δε κατ’ ευφημισμόν, διότι πράγματι οι εκ συστήματος και επαγγέλματος ούτως είπειν, τοιούτοι ουδέποτε ήθελον καταδεχθή και εκτεθώσι δι’ αρπαγήν ενός μαρουλιού τριανταπέντε λεπτών, ενός γκιουβετσιού, δύο φύλλων μπακαλιάρων […] ΄΄. Λίγους μήνες νωρίτερα η εφημερίδα Σφαίρα είχε δηλώσει καθαρά αυτό που υπονοούσε ο Ορλάνδος.: ΄΄Ο κόσμος ο μικρός ως υπερεκτιμήσεως των πάντων περιήλθε εις πενίας και εκ ταύτης εις απόγνωσιν. Ερρίφθη λοιπόν μέρος μεν ακατάσχετον προς την λωποδυσίαν, μέρος δε προς την οινοποσίαν, ήτις ενουμένη με τον απελπισμόν, γεννά το έγκλημα΄΄. (Εφ. Σφαίρα, 17.9.1883).
Η εγκληματικότητα γινόταν αντιληπτή ως μάστιγα που είχε διαχυθεί σε όλη την πόλη. Αν τις προηγούμενες δεκαετίες προκαλούσε εντύπωση η κλοπή σε κεντρικά καταστήματα, πλέον οι φόνοι και οι διαρρήξεις σε κεντρικά σημεία της πόλης, χαρακτηρίζονταν καθημερινά συμβάντα. (Εφ. Σφαίρα, 13.12.1888).
Στα τέλη του 19ου αιώνα λοιπόν ο Πειραιάς από πόλη πρότυπο σταδιακά μετατρέπεται στην πόλη της περιθωριακής κουλτούρας.

ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗΔΕΣ ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΝΤΑΗΔΕΣ
(από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη)
«Άρχισα να βλέπω και να γνωρίζω από κοντά τη ζωή του αλήτη, τον υπόκοσμο, την ατιμία, την χαρτοπαιξία, και όλα τα κακά της μοίρας.».
«Παλιοδουλειές, παλιάνθρωποι, διάφορα πράγματα γινόντουσαν. Ήταν διαφθορείο, διαφθορείο.»
«Εκεί μαζευόντουσαν διάφοροι κλεφταράδες, μυστήριοι απ’ όλα . Έρχονταν πολλές φορές και η αστυνομία.»
«Και το χασίσι από τη Σύρα ξεκίνησε στην Παλαιά Ελλάδα.»
«Και οι κουτσαβάκηδες εκεί υπήρχαν.»
«Στη Σύρα  ήτανε το καθ’ εαυτού νταραβέρι κι από εκεί  βγήκαν όλα αυτά.» 
«Είχανε γράψει μια φορά για τη Σύρα, σαράντα καφενεία και εξηνταριά τεκέδες.»
«Εγώ δεν τους πρόκανα εκεί τους τεκέδες γιατί είχαν τελειώσει.»
« Άκουσα όμως από μεγαλύτερους εκ των υστέρων ότι ήτανε διάφοροι μάγκες που πηγαίνανε και φουμέρνανε.»
«Τότε οι μάγκες είχανε μπέσα, φιλότιμο. Ο ένας τον άλλον τον πρόσεχε μα ότι και να κάνανε.»
«Και ντυνόντουσαν και πολύ ωραία. Αλλά όλοι εκείνοι οι μάγκες οι παλιοί, ήρθαν κατόπι εδώ πέρα στον Πειραιά.» Στη φωτογραφία ο Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972).

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

Ο ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
Στα παραπάνω αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη όπου μας μιλάει για την γενέτειρά του, την Ερμούπολη, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τον κοινωνικό τύπο του Κουτσαβάκη του 19ου αιώνα, ο οποίος θα δράσει αργότερα στου Ψυρρή, στην Πλάκα και στο Μεταξουργείο της Αθήνας, στην Τρούμπα, στο Παλιό Χωριό, στην Κρεμμυδαρού και στο Μπαϊκούτσι του Πειραιά. Ο Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει ότι οι πρώτοι κουτσαβάκηδες ήταν Αϊβαλιώτες, εγκατεστημένοι στη Σύρο και από εκεί πέρασαν στον Πειραιά και στην Αθήνα.

Η ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗΣ
Με τη χαρακτηριστική προσωνυμία κουτσαβάκης, ή και κουτσαβάκι (το), (πληθυντικός: κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια) φέρονταν στη Παλιά Αθήνα, περί το τέλος της Βασιλείας του Όθωνα και αρχές της Βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ διάφοροι επιδεικνυόμενοι ως δήθεν παλληκαράδες κοινώς «ψευτόμαγκες».

Η προσωνυμία αυτή κατά την επικρατέστερη άποψη προέρχεται εκ του «κουτσά» + «βαίνω», δηλαδή περπατώ σαν κουτσός χωλός, και αυτό επειδή οι κουτσαβάκηδες χάριν επίδειξης βάδιζαν αργά χαμηλώνοντας εναλλάξ τους ώμους τους κατ΄ αντίστοιχο πόδι, γυρνώντας ομοίως ελαφρά κατά πλευρά, το κεφάλι. Σύμφωνα με τον Επαμεινώνδα Στασινόπουλο το όνομα έχει προέλθει από τον Δημήτριο Κουτσαβάκη, δεκανέα του ιππικού επί Όθωνα και διάσημο καβγατζή. Οι κουτσαβάκηδες σύχναζαν κυρίως στη περιοχή του Ψυρρή, οι δε περίεργες συνήθειές τους και οι κάποιοι άθλοι τους άφησαν ιδιαίτερο λαογραφικό στίγμα για την εποχή τους.

Οι Κουτσαβάκηδες αποτελούν μια κοινωνική ομάδα η οποία αρνείται  αποφασιστικά να ενταχθεί στο κυρίαρχο σύστημα αξιών της αστικής τάξης και ζει στο κοινωνικό υπόγειο της πόλης. Πρόκειται για μια ξεχωριστή κοινωνία, μια επί μέρους κουλτούρα που αναπτύσσεται στα πλαίσια, στο περιθώριο μάλλον του εκσυγχρονισμού, μια κοινωνική ομάδα με δικές της αντι-αξίες και ηθικούς αντι-κανόνες. Οι Κουτσαβάκηδες αρνούνται αποφασιστικά να συμμορφωθούν με τις αξίες που προτείνουν οι μεσαίες τάξεις ενώ επιδιώκουν την απόκτηση των ίδιων υλικών αγαθών που έχουν κοινωνικά καταξιωθεί από τις τελευταίες, αλλά ακολουθώντας μεθόδους ολότελα διαφορετικές, που τους τοποθετεί έξω από το «κοινωνικό παιχνίδι». 
Φορούσαν μαύρο σακάκι, αλλά το φορούσαν μόνο απ’ το αριστερό μανίκι. Είχαν ριγέ χρωματιστό παντελόνι, που ήταν πολύ φαρδύ στα σκέλη, αλλά και πολύ στενό στους αστράγαλους. Στη μέση τους είχαν ζωσμένο ένα πολύ πλατύ και πολύπτυχο ζωνάρι, όπου τοποθετούσαν, τόσο τα όπλα τους (συνήθως κουμπούρες, αμφίστομες κάμες, λάζοι και μαγκούρες), όσο και τα καπνιστικά τους είδη. Στο κεφάλι φορούσαν μια μαύρη ρεπούμπλικα,  ενώ τα παπούτσια τους  ήταν στιβάλια με ψηλό τακούνι, στενά και μυτερά, που έπρεπε να είναι ανορθωμένα μπροστά στην άκρη, σαν ρύγχος. Κι έπρεπε να είναι πολύ τριζάτα. Τα μαλλιά τους ήταν πλούσια, κατέβαιναν ως τα μάτια, αφημένα με περίτεχνη αμέλεια και ήταν πάντα αλειμμένα με χοιρινό λίπος, ενώ τα μουστάκια τους ήταν άφθονα και στριμμένα στις άκρες.
Οι Κουτσαβάκηδες βάδιζαν λικνιστά, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο προς τα δεξιά και κουνώντας τα χέρια τους. Είχαν σχεδόν πάντα, ύφος βλοσυρό. Κάθε τόσο όμως αναστέναζαν, θέλοντας να δείξουν ότι έκρυβαν στην καρδιά τους κάποιο βαρύ «ντέρτι», δηλαδή στενοχώρια. Όταν κάθονταν στα καφενεία, έβγαζαν το ένα παπούτσι και τοποθετούσαν έπειτα το γυμνό πόδι ορθογώνια στο ύψος του γόνατος του άλλου ποδιού. Συνήθως κάρφωναν την κάμα τους πάνω στο ξύλινο τραπέζι, επίδειξη και σύμβολο εφεδρικού δυναμισμού για άμεση δράση, ενώ όταν χόρευαν κάρφωναν την κάμα τους στα μπούτια κα στις φτέρνες.

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗ ΜΑΓΚΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΕΙΧΑΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΑΡΓΚΟ
Είχαν καλλιεργήσει τη δική τους αργκό, τα κουτσαβάκικα, τα οποία αποτελούνται από Ελληνικές, Τούρκικες, Σλάβικες, Ιταλικές, ακόμη και ηχομιμητικές λέξεις. Στη δημιουργία αυτής της αργκό, οδήγησαν η άμυνα και η περιχαράκωση.
Οι κουτσαβάκηδες ασχολούνται με οτιδήποτε έχει σχέση με την παρανομία και την εγκληματικότητα ενώ παράλληλα συντείνουν στην εξισορρόπηση των κοινωνικών αντιθέσεων στις συνοικίες του Πειραιά και της Αθήνας, θα μπορούσαμε να τους συγκρίνουμε με τους κλέφτες και τους κοινωνικούς ληστές, οι οποίοι την ίδια περίοδο δρουν στην Ελληνική ύπαιθρο. Επίσης θα μπορούσαμε να τους συγκρίνουμε με τους καπανταήδες της πόλης, τους μόρτηδες της Σμύρνης, τους επτανήσιους μπράβους.
Στη φωτογραφία κουτσαβάκης ξαποσταίνει κοντά στην Πύργο των Ανέμων το 1880. (Βικιπαίδεια).

ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗΣ ΞΑΠΟΣΤΑΙΝΕΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ (1880)

Ο ΚΑΥΓΑΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗ
Το παρακάτω απόσπασμα ανήκει στον Καυγά του Μιχαήλ Μητσάκη, κείμενο το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1889:
Υπό το ρομαλέον φέγγος του φανού, συνεπλάκησαν οι δύο κουτσαβάκηδες. Προ ώρας ήδη, ερίσαντες έμπροσθεν της τραπέζης του παρακειμένου καφενείου, όπου εκάθηντο μαζί, είχαν εγερθή και ηπειλούντο. Εν τη ασελήνω νυκτί, επί της σκοτεινής πλατείας εριή το ράμφος του αεριόφωτος δέχονταν αμυδράν λάμψιν, ο εις είχεν ανασπάση πελώριαν κάμαν, εξαστράποτουσαν και ρεβόλβερ ο έτερος προτείνη.
Με την πλατύγυρον ρεπούμπλικαν ανερριμένην επί το ινίον του αυτός, τον κούκκον του ο δεύτερος προσπίπτοντα επί την όφρυν, ωχροί, άνευ γιλέκον, το υποκάμισον προβάλλον ανοικτόν επί του στήθους, την μίαν μόνην χειρίδα του επανωφορίου περασμένην με ευρύ ζωνάρι, κατακόκκινον κ οι δύο, περιτυλίσσουν την οσφύν, λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών, δραματικάς, ωστί ακατασχέτων εκ θυμού και μένους λυσσαλέων, παρασκευαζόμενων να ροφήσουν αίμα μεστοίς χειλέσι, χωρίς όμως εν τούτοις να μετακινούνται κατά βήμα.
Τι σκιάζεσαι ρε, τη μπαναγιά σου μέσα! Τι κάνεις έτσι σα γυναίκα; Θαρρείς μωρέ που θα σε φοβηθώ που έχεις περίστροφο; Να μωρέ, εγώ την πετάω και την κάμα! Έλα στα χέρια , σα σου βαστάει
Το σταυρό σου ρουφιάνε! Εγώ σε φοβάμαι ρε; … Πέταχτη ρε την κάμα να τ΄ αφήκω το περίστροφο… Τι την έβγαλες ρε
Τι σκούζεις έτσι ρε πεζεβέγκη; Για να μαζωχτή κόσμος: Που θα μου πας ρε, θα στο πιω το αιματάκι σου.
Εσύ θα μου το πιής ρέ; Κείνος που θα μου το πιή δε γεννήθηκε ρε ακόμα! Σου τώφαγα το μάτι κακομοίρη!
… Εκ των εγγύς ήμια οίκιων ταβερνών, άλλων καταγωγίων ανάλογων, από των αγόντων ιδίως προς το Ψυρρή πλαγινών δρομίσκων, εξήλθε προς τον θόρυβον κόσμος ποικίλος υπηρέται, καταστηματάρχαι ή θαμώνες, δύο ή τρείς διαβάται εκοντοστάθησαν, εφάνη δε μακρόθεν κ’ ερυθρόστολος κλητήρ.    

ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗΣ ΝΟΤΗΣ ΝΤΑΓΛΑΡΗΣ

ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΟΥ ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΗ
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κουτσαβάκης είναι ένας κοινωνικός τύπος, ο οποίος αναδύεται μέσα από τις ασυνέχειες στην κοινωνική οργάνωση, τα κοινωνικά ρήγματα, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, τις σιωπηλές μέσα στην ιστορία διαδικασίες, που πάνε μαζί με την πρόοδο και την παραγωγή νέων κυριάρχων, την εποχή και την εξουσία της πόλης. Ο κουτσαβάκης είναι γέννημα θρέμμα της πρώιμης εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης και φέρνει μαζί του στην πόλη παραδοσιακές αξίες της υπαίθρου, φέρνει στην πόλη του 19ου αιώνα, την πρωτόγονη επανάσταση.

ΠΕΙΡΑΙΑΣ, ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΚΑΙ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο Πειραιάς των αρχών του 20ου αιώνα συνιστά ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η πόλη δεν είναι καν φτιαγμένη, φτιάχνεται «στο περίπου» ενός σχεδίου που έχει να κάνει με τη λογική του εκσυγχρονισμού, της εκβιομηχάνισης και των προτεραιοτήτων τους. Η πόλη τώρα στήνεται στα γρήγορα, με διοικήσεις και στρατηγεία, αγορά και στο επίκεντρό της τα μπουρδέλα, νέες οικονομικές δραστηριότητες και νέου τύπου κοινωνικές συναρθρώσεις. Οι άνθρωποι που καταφθάνουν στην πόλη από κάθε γωνιά της Ελλάδας φέρνουν μαζί και τον πολιτισμό τους, εικόνες για τον εαυτό τους και τον κόσμο, την ιστορία και τη μοίρα τους. Αυτοί οι άνθρωποι συγκροτούν ιδιαίτερους τρόπους ζωής ανάλογα με τη θέση τους στην κοινωνική οργάνωση και ιεραρχία, την ένταξή τους στις διαδικασίες της εκβιομηχανιστικής ανάπτυξης. Οι άνθρωποι αυτοί όσο συγχέονται με τον πολιτισμό της υπαίθρου, μιας και το μεγαλύτερο μέρος τους έχει τις ρίζες τους στον αγροτικό κόσμο, άλλο τόσο συνδέονται με την καθημερινότητα και τις ιδιαίτερες συνθήκες της πόλης.

ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ ΔΕΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ


ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΘΕΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
Υπάρχουν χώροι σε αυτή τη πόλη όπου δε βασιλεύει ο σύγχρονος πολιτισμός και οι αξίες του και όπου οι άνθρωποι δεν ακολουθούν τη λογική οργάνωσης και διευθέτησης των ανθρώπινων σχέσεων κατά τα θέσφατα της σύγχρονης κοινωνίας. Είναι οι χώροι που δεν κυριαρχούνται, αλλά και υποβαθμίζονται, όπου οι άνθρωποι δεν ενσωματώνονται, αλλά περιθωριοποιούνται. Η περιθωριοποίηση αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού, είναι προϊόν της βίας που υποστυλώνει την ενσωμάτωση στη ζωή της πόλης και τους κανόνες της σύγχρονης οικονομίας.
Οι γειτονιές στις παρυφές του αστικού κέντρου, απομονωμένες και σε κοινωνική καραντίνα, αποτελούν χτυπητή αντίθεση με τις αστικές και αριστοκρατικές συνοικίες. Εδώ, οι στενοί χωματένιοι δρόμοι, οι μάντρες, τα σκουπίδια, η σκόνη, οι καπνοί από τα εργοστάσια, οι δυνατές φωνές, οι ορθάνοιχτες πόρτες των σπιτιών, η ελεύθερη επικοινωνία, ενώ στις αστικές συνοικίες οι φαρδείς δρόμοι από άσφαλτο, οι άνετες πλατείες, τα πάρκα, η καθαριότητα και η τάξη, η ησυχία και η διακριτικότητα. 
Η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη που σημειώνεται στον Πειραιά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μετασχηματίζει την κοινωνική ζωή της πόλης. Στις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα αναπτύσσεται η ταξική διαίρεση, σχηματίζεται από τη μία η βιομηχανική μεγαλοαστική και αστική τάξη και από την άλλη ένα προλεταριάτο και ένα υποπρολετάριο το οποίο περιλαμβάνει τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα της πόλης.
Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα σημειώνεται στροφή της μεγαλοαστικής και αστικής τάξης του Πειραιά προς την γειτονική Αθήνα με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση της κοινωνικής ζωής του Πειραιά. Καθώς υποχωρεί η αστική κοσμικότητα και ο πνευματισμός της αποχωρούσας διανόησης, τη φυσιογνωμική σφραγίδα της πόλης θα τη θέτουν όλο και περισσότερα τα λαϊκά στρώματα.
Ο Πειραιάς αυτή τη περίοδο θα γίνει διάσημος για την εγκληματικότητά του, την πορνεία του και τους μαζικούς θανάτους από τα ναρκωτικά. Θα γίνει γνωστός στο Πανελλήνιο ως ο ιδανικός τόπος για τις περιθωριακές τάξεις και για την ανάπτυξη των ιδιαίτερων πολιτιστικών τους εκφράσεων, πράγμα που γίνεται ανάγλυφο με τη συγκέντρωση των ρεμπετών στην πόλη. Ο Πειραιάς γίνεται η κατ’ εξοχήν πόλη με συμβολική χρήση και αναφορά μέσα στη ρεμπέτικη κοινότητα. Η περιθωριοποίηση γίνεται η δεσπόζουσα της ύπαρξης της πόλης. 

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗ Λ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α ΠΕΡΙ ΤΟ 1898-1900

Στα παρακάτω αποσπάσματα ο Μάρκος Βαμβακάρης περιγράφει όψεις του Πειραιά των αρχών του 20ου αιώνα:
«Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε, αρχίνησα και γω να καπνίζω.»
« Το λοιπόν, εκεί βρισκόμαστε στη βρωμολίμνη, τη Ζέα δηλαδή. Εκεί βούιζε η κλεψιά, ήτανε οι παπατζήδες, οι πορτοφολάδες, οι λαχανάδες και οι χασικλήδες και οι διάφοροι, και μάγκες και εγκληματίες και κουτσαβάκια».

Παρακάτω παραθέτω κάποιες περιγραφές του Νίκου Μάθεση οι οποίες ζωντανεύουν τον κόσμο της παρανομίας και τους χώρους δράσης του των αρχών του 20ου αιώνα, ο Μάθεσης μιλάει για τους Μάγκες, τους τεκέδες, τα μπουρδέλα και τον κόσμο του ρεμπέτικου:
Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος. Από την μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μας μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλαο, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες το δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσιο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Πειραιά μες τα λυσσασμένα τσακάλια.
Χαμαιτυπεία είχε μόνο στα Βούρλα, που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί. απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!
Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικο κ.λ.π.. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα Eυρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για Ταγκό κ.λ.π. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες, που έπαιζαν με την σειρά τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεφτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω!
Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος, και το ψυχικό γινότανε..
Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάμπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να πουν αμέσως φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και … όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλικαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στην καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες ανεγνωρισμένοι… Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής –ενός μαχαλά -γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως; Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο…
Η Aστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά… και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια…Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν.. Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες…

ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ Ο 1933

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΜΑΓΚΑ (ΡΕΜΠΕΤΗ) ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 2Οου ΑΙΩΝΑ
Στις παραπάνω περιγραφές του Νίκου Μάθεση ανιχνεύεται ο κοινωνικός τύπος του μάγκα των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος περιγράφει τον Μάγκα ή αλλιώς Ρεμπέτη, έναν άνθρωπο που ζει με ιδιόρρυθμο τρόπο έξω από τη συνηθισμένη κοινωνική ροή και με κάθε τρόπο δείχνει την περιφρόνησή του στα καθιερωμένα. Ο μάγκας έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: απορρίπτει την κυρίαρχη ιδεολογία, ζει σε μια κατάσταση ημι-παρανομίας, τον διακρίνει κοινωνική αδυναμία ενώ η στάση του απέναντι στην εργασία είναι διφορούμενη. Ο Μάγκας συνήθως δεν παντρεύεται, ενώ το κράτημα του λόγου, το οποίο στην ενδοστρεφή κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκει υποκαθιστά το συμβόλαιο της αστικής κοινωνίας, και η τιμή αποτελούν βασικές αξίες του. Επίσης έχει συγκεκριμένο ενδυματολογικό κώδικα ο οποίος μόνο σε κάποιες λεπτομέρειες διαφέρει από αυτόν του αστού: στενό παντελόνι, μυτερά παπούτσια με ψηλά τακούνια, σακάκι φορεμένο μόνο από το αριστερό μανίκι, στο κεφάλι ρεμπούπλικα. Ο «δρόμος» αποτελείται από το σύνολο των χώρων (όπως ο τεκές, η φυλακή, η ταβέρνα, ο οίκος ανοχής) όπου συχνάζει ο μάγκας και διαμέσου των επιμέρους πρακτικών που συντελούνται εκεί διαφοροποιείται από την κοινωνική ολότητα και καταξιώνεται στο χώρο της μαγκιάς. Στις πρακτικές αυτές συμπεριλαμβάνονται η χρήση χασίς, εγκλεισμός στην φυλακή, οι πρακτικές ανοδικής κινητικότητας (νταηλίκι, σερετιλίκι), η επιδεικτική κατανάλωση πλούτου (κουβαρνταλίκι), τα κεράσματα, η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια.
    «…αυτοί ως επί το πλείστον είχαν καφενεία και μέσα κρυφά Λέσχες (Ζάρια) με τσιλιαδόρους.»
Νίκος Μάθεσης

Παρακάτω παραθέτω κάποια σχετικά αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη
Ο Μάγκας εξωτερίκευε το νταηλίκι του με το κομπολόι, το σπάσιμο του ποτηριού με τη γροθιά, το χτύπημα του γονάτου χάμω όταν χόρευε ζεϊμπέκικο, φιγούρα παρμένη από τους ντερβίδησες, το στραβοκοίταγμα, την βραχνή φωνή (χασίσι), το ιδιάζον περπάτημα, τα τριζάτα πατούμενα κλπ… 
«Οι κουτσαβάκηδες ήταν ντυμένοι καλά. Δακτυλίδια, ρολόγια, παπούτσι γυαλισμένο, μουστάκι τσιγγέλι. Μαλλιά χωρίστρα. Καλό κούρεμα, ξυρισμένο σβέρκο, καπέλο ρεπούμπλικα.»
«Οι κουτσαβάκηδες φορούσαν το σακάκι μόνο το ένα μανίκι, το άλλο κρεμότανε.»
«Μαχαίρια κρατούσανε πάντα. Μάλωναν μόνο αν τους πείραζες.»
Με την ενεργοποίηση πρακτικών φυσικής και συμβολικής βίας αναδεικνύεται και επιβεβαιώνεται η μαγκιά που, σε τελική ανάλυση, είναι μία από τις διαφορετικές «αναγνώσεις», δηλαδή εκδοχές, της ανδροπρέπειας στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΓΚΙΑΣ
Η λέξη μάγκας υποδεικνύει τον «κόσμο της μαγκιάς», τον κοινωνικό χώρο που όσοι μετέχουν δεν δηλώνουν «είμαι μάγκας», αλλά «εμείς οι μάγκες». Δημιουργείται έτσι το πλαίσιο για τη συγκρότηση μιας ξεχωριστής ταυτότητας, μέσω της οποίας αναγνωρίζονται και διακρίνονται από τους «άλλους», όσους δεν προσδιορίζονται ως μάγκες. Σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο οι μάγκες μεταξύ τους προσαγορεύονταν αδερφάκια. Επίσης στα Ρεμπέτικα Τραγούδια αναφέρει μια σειρά επιθέτων που χαρακτηρίζουν τον υπόκοσμο: μάγκες, σκυλόμαγκες, νταήδες, ρεμπέτες, τσίφτηδες, βλάμηδες, τσακάλια, μόρτηδες, μαγκιόροι, αλάνια.
«Ο κόσμος πολλά κακά λέει για τους ανθρώπους του τεκέ. Πάντως για μένα αυτοί οι άνθρωποι και καλοί και κακοί ήταν, όπως υπάρχουν παντού. Όμως κυρίως καλοί.»
«Ο κόσμος σου λέει, μάγκας είναι άνθρωπος που μην τον εζυγώνεις. Αλλά σας διαβεβαιώ ότι ο μάγκας είναι ήσυχος, πολύ ήσυχος. Δεν πειράζει κανέναν.»
«Κάποιοι μάγκες ήταν αιμοβόροι, κάποιοι κλεφταράδες, οι υπόλοιποι ήταν καλοί.»
«Πάντως εμείς οι μάγκες δεν πειράζαμε κανέναν κι ούτε θέλαμε να μας πειράζουνε»
Τα άτομα, λοιπόν, που στεγάζονται και αναφέρονται στους χώρους αυτούς επιχειρούν «τη σχετική αυτονομία τους σε σχέση με τον κυρίαρχο πολιτισμό», γεγονός που αντανακλάται και στις διάφορες εκφάνσεις του ιδιαίτερου πολιτισμού τους, όπως στα τραγούδια και στους χορούς, το λεκτικό ιδίωμα που χρησιμοποιούν και την εκφορά του, τις χειρονομίες και το περπάτημα, τις ενδυματολογικές συμπεριφορές κλπ..
«Όχι όμως να φαίνομαι φαινόμενος στην αριστοκρατία. Όχι. Ταπεινά, ωραίο το παπούτσι μου κανονικό, ίσιο στιβάλια. Όχι με κορδόνια. Μ’ αρέσει το καλό ντύσιμο.»
«Ο κόσμος από το ντύσιμό μας ή δεν ξέρω πως, μας καταλάβαινε πως ήμαστε μάγκες. Είμαστε ντυμένοι καλά.»
(αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη)

Ο Παναγιώτης Μιχόπουλος σε ένα άρθρο του με τίτλο «τρεις μάγκικες φιγούρες» περιγράφει τον μάγκα Σταύρακα, πρωταγωνιστική φιγούρα του Καραγκιόζη:
«Ο Σταύρακας φόραγε σταυρωτό σακάκι και παντελόνι τζογέ (στενό κάτω-κάτω), φορούσε ζουνάρι κόκκινο, παπούτσια με ψηλό τακούνι, και δεν ήτανε δετά τα παπούτσια, φορετά με λάστιχα στις πάντες, ήτανε ψηλά παπούτσια, όχι σκαρπίνια, μποτάκια. Επίσης φορούσε καβουράκι, καπέλο, και στο ζουνάρι του είχε καμία κάμα και κανένα πιστόλι, παλιομπίστολο. Είχε μουστάκι στριφτό και τζουλούφι στο μέτωπό του.»  

Στον κόσμο της μαγκιάς υπήρχε ιεραρχία. Κάπου λέει ο Μάρκος Βαμβακάρης:
«Κουτσαβάκης, δερβίσης, μάγκας. Δερβίσης ο ανώτερος.»
Ο Νίκος Μάθεσης δηλώνοντας ότι δεν κάνει παρέα με «χάληδες», αλλά με τους «μεγαλύτερους μάγκες», κάνει λόγο για την ύπαρξη ιεραρχίας στο χώρο των ρεμπετών. Ο Μάθεσης χρησιμοποιεί στην αυτοβιογραφία του αρκετά παράγωγα της λέξης μάγκας: πρωτόμαγκες, σκυλόμαγκες και αρκουδόμαγκες, τρελόμαγκες, μοσχόμαγκες και γεροντόμαγκες, μαχαλόμαγκες, μαγκάκια, πορδόμαγκες και αποφάγια μάγκες, κοροϊδόμαγκες.

Ο ΜΑΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΜΑΓΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟ 1933

… όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλικαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στην καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες ανεγνωρισμένοι… Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής –ενός μαχαλά -γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως; Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή.
Στην παραπάνω περιγραφή του Νίκου Μάθεση ανιχνεύεται ο τύπος του Μαχαλόμαγκα του οποίου η δράση και το κύρος περιοριζόταν σε μια συγκεκριμένη συνοικία και του πρωτόμαγκα ή σκυλόμαγκα του οποίου οι «ηρωικές» πράξεις τον έκαναν γνωστό σε όλο τον Πειραιά.
Στο λόγο των ρεμπετών η μαγκιά προβάλλεται και στις ιδιαίτερες περιοχές όπου μπορούν να κινούνται και να συναλλάσσονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μάθεσης διαβαθμίζει του μάγκες προβάλλοντας τους σε ένα χώρο που προσλαμβάνεται ως τόπος εμπέδωσης της κυριαρχικής τους ικανότητας και επιβολής της εξουσίας τους. Στο χώρο αυτό η μετακίνηση και η άσκηση δραστηριοτήτων συναρτάται με τις ισορροπίες και τους συσχετισμούς δύναμης στο εσωτερικό των διάφορων ομάδων:
«Ο Σκριβάνος σκότωσε έναν ενωματάρχη, και κάτι χωροφύλακες γιατί είχε πάει μακριά απ’ τα στέκια του κι οι χωροφύλακες δεν τον γνώριζαν, τον προκαλέσανε και τους καθάρισε.»
Ενδεικτικό της σύνδεσης της κυριαρχικής ικανότητας με τον έλεγχο μιας περιοχής είναι και το ότι αποκαλούν «μαχαλόμαγκỨτο μάγκα περιορισμένης κυριαρχικής ικανότητας, εκείνον που η φήμη του περιορίζεται στη γειτονιά του και μόνο εκεί του αρμόζει να φέρεται ως «μάγκας». Αντίθετα σύμφωνα με τους ίδιους όρους χρήσης του χώρου, εκείνοι που το κύρος τους είναι ευρύτερα αναγνωρισμένο μπορούν να πηγαίνουν σε όποια γειτονιά θέλουν: «Μάγκες (…) Μοσχόμαγκες της φυλακής, Σκυλόμαγκες. Όχι κοπρίτες της συνοικίας, μαχαλόμαγκες, που έκαναν τον Μάγκα γύρω στον μαχαλά τους αυτή την ακτίνα δράσεως είχαν αποχτήσει! (…) οι Μάγκες και οι Σκυλόμαγκες δεν είχαν Ορόσημα, όλος ο Πειραιάς ήταν δικός τους, ήταν ανεγνωρισμένοι ανεξαρτήτων Συνοικιών, τους εθαύμαζαν και εδήλωναν επί την εμφάνισή τους, υποταγή οι φιγουρατζήδες της Συνοικίας, οι Σαχλαρόμαγγες.»
Η λογική σύμφωνα με την οποία η κυριαρχική ικανότητα προβάλλεται στο χώρο, με τον έλεγχο μιας περιοχής, φαίνεται πως συνιστά επιβίωση, στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, της παράδοσης των αρματολών, στο πλαίσιο της οποίας η εξουσία του ενόπλου προσδιορίζεται από τον έλεγχο μιας περιοχής (το αρματολίκι), ως τόπου εμπέδωσης της εξουσίας του (αρματολός). Η απρόσκλητη είσοδος ενόπλων στην αρματολική περιφέρεια εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση της αρματολικής αυθεντίας, ως «πάτημα του τόπου», ως προσβολή που οδηγεί σε σύγκρουση.
(Να αναφέρω εδώ ότι σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο τον 19ο αιώνα η Μάγκα ήταν μικρή ομάδα ενόπλων, συγκεκριμένα μία μικρή ομάδα άτακτων Αλβανών που δεν είχαν συγγένεια (όταν είχαν συγγένεια λεγόταν φάρα). Ο Πετρόπουλος επίσης αναφέρει ότι το 1821 οι Έλληνες ονόμαζαν Μάγκα τη δεκαετία και ότι τη λέξη Μάγκες αναφέρουν ο Μακρυγιάννης και ο Παπαδιαμάντης.)
Όμως, καθώς οι Μάγκες  ζουν σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον, δεν είναι δυνατό να συνδέσουν την κυριαρχική τους ικανότητα με τον αποκλειστικό έλεγχο ή την προστασία μιας περιοχής. Κι αυτό γιατί τους ρόλους αυτοί έχουν αναλάβει οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους. Η δράση τους, λοιπόν, εντοπίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ., γειτονιά, αγορά, λιμάνι), τα όρια των οποίων είναι δυσδιάκριτα και στις οποίες, παρ ‘ότι επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν τη δική τους εξουσιαστική παρουσία, να τις καταστήσουν δηλαδή «τόπο» τους, η εξουσία τους δεν είναι ποτέ ούτε μοναδική, ούτε νόμιμη.   
«…εβρέθηκα στην ψαραγοράν (του Πειραιά)!!! Το 1922 μέσα σε μια βαβυλωνία κακοποιών, που το λόγω είχε το δίκοπο μαχαίρι για ψύλλου πήδημα, χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, βαρκάρηδες, αμαξάδες, χασισοπότες και Νταήδες. Ονειρευόμουνα Παράδεισον και βρέθηκα στην Κόλαση, μέσα στο Βούρκο της Αγοράς, της τότε βέβαια.
Νίκος Μάθεσης

Ο ΝΙΚΟΣ ΜΑΘΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΜΑΡΙΝΟ ΤΟΝ ΜΟΥΣΤΑΚΙΑΣ

Η ΗΡΩΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΜΑΓΚΙΑΣ
Ο Μάρκος Βαμβακάρης μας δίνει στοιχεία για ένα φαινόμενο που παρατηρείται στον κόσμο της μαγκιάς, την ηρωοποίηση των μεγάλων προσωπικοτήτων της μαγκιάς. Διηγείται:
«Γαβάλας,  μεγάλο παλικάρι. Μεγάλος κακοποιός και άνθρωπος όχι καλός. Σ’ όλες τις φυλακές του κράτους πήγε, σ’ όλες εγκλημάτισε. Σκότωνε παλικάρια του κάθε τόπου π.χ. στην Καλαμάτα σκότωσε τον Καλαματιανό, τον πιο νταή, και πήρε όλα τα κλειδιά κι έκανε κουμάντο στους κατάδικους και τους φυλακισμένους.»
«…κι ύστερα άκουσα το όνομά του εδώ στον Πειραιά και για την τάδε φυλακή τι έκανε, εκεί εσκότωσε τον τέτοιονε, εκεί εσκότωσε τον άλλονε, εκεί πολλά πράματα.»
«Ο Μπουντρούμης, ο πιο νταής από τους νταήδες που σκοτώθηκε από την Ασφάλεια Πειραιώς, «μάγκας με όλη τη σημασία της λέξεως» και που «εσκότωσε, τραυμάτισε και ύστερα έπεσε.»
«Ο Γραβαράς, «διαρρήκτης απο τους πρώτους» και κατά τα άλλα «ησυχώτατος άνθρωπος, κύριος.»
«Ο Σκριβανός, που «όπου να πήγαινε στις φυλακές τον εσεβόντουσαν όλοι» και «που εμάλωνε, σκότωνε, δεν άφηνε, ήτανε όμως ήσυχος, ήσυχος είπαμε…»
«Ο διάσημος διαρρήκτης Σχίζας που «μόλις έριχνε ματιά στα λουκέτα άνοιγαν μονάχα τους» και που συνεχιστής της παράδοσης των κλεφτών και ληστών της υπαίθρου, μοίραζε τη λεία του στους «φτωχούς που πεινάγανε».       

Ο ΝΙΚΟΣ ΣΚΡΙΒΑΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΜΑΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΟ 1932

Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
To 1922 o Πειραιάς θα δεχθεί το μερίδιο της Μικρασιατικής Καταστροφής, που θα αλλάξει τη δημογραφική του όψη. Ο πειραϊκός τύπος ανακοινώνει τις επιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής στη δημογραφία της πόλης, το Μάιο του 1928:
«Κατά την ενεργηθείσαν την 15ην Μαΐου 1928 απογραφήν (τελική απογραφή του πληθυσμού της χώρας εις τον Πειραιά) υπό την Διεύθυνσιν του Δήμου κ. Β. Τσοκόπουλου διεπιστώθη ότι ο πληθυσμός της πόλεως ανέρχεται εις 254.584 ψυχάς.».
Οκτώ χρόνια νωρίτερα, το 1920 ο πληθυσμός του Πειραιά ανερχόταν σε 133.482 κατοίκους. Μεταξύ των νέων κατοίκων, οι 79.373 προέρχονται από τη Μικρά Ασία και οι υπόλοιποι από άλλες περιοχές της Τουρκίας.
Στο κέντρο του Πειραιά, η πλατεία Καραϊσκάκη καλύπτεται από έναν προσωρινό καταυλισμό κατοίκων. Οι άλλοτε έρημες η εξοχικές περιοχές του Πειραιά έχουν πυκνοκατοικηθεί: η Δραπετσώνα, Ανάσταση, το Κουτσικάρι, ο Καραβάς, τα Ταμπούρια, η Ανάληψη, ο Άγιος Διονύσιος, ο Άγιος Βασίλειος, τα Λιπάσματα, ο Κορυδαλλός, η Κρεμμυδαρού, δημιουργούν το πολεοδομικό τοπίο του προσφυγικού Πειραιά, που για καιρό θα το προσδιορίζουν οι αριθμοί των ξύλινων παραπηγμάτων. Η περιοχή όπου δημιουργήθηκε η Νέα Κοκκινιά, μία ολόκληρη πολιτεία, ήταν χώρος αποκομιδής σκουπιδιών. Στη φωτογραφία πρόσφυγες Ελληνες και Αρμένιοι, στην Αθήνα το 1923.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1923

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΠΛΗΘΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΤΑΦΘΑΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Το 1922, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, πλήθος προσφύγων καταφθάνουν στον Πειραιά. Διηγείται ο Μάρκος Βαμβακάρης:
«Πώς να σας το χαρακτηρίσω αυτό το πράμα. Καταστροφή. Δεν ήσαστε από μια μεριά να βλέπατε τι είχε γίνει.»
«Έμενε ο κόσμος εκεί στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμμιά αποθήκη εγκατελλειμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή μεγάλη. Το τι ετραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δε λέγεται. Ατιμαστήκανε, γίνανε χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκαν και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια.»
«Και οι ντόπιοι δεν τους βλέπανε με καλό μάτι. Αλλά τους πρήζανε. Χίλια δυο. Φύγετε από δω ρε. Πηγαίνετε παρα πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου συγγενείς μας Έλληνες. Ήθελαν να τους κλέψουν, να τους γελάσουν, απατεώνες.»
Μας περιγράφει ο Μάρκος Βαμβακάρης τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων, την περιθωριοποίησή τους, και την αρνητική στάση της μικροαστικής και αστικής τάξης προς αυτούς. Οι Μάγκες θα είναι αυτοί που θα υποδεχτούν στην μικρή ενδοστρεφή τους κοινωνία πολλούς πρόσφυγες, αν και πολλοί από αυτούς αν και ιδιοποιούνται τον τρόπο ζωής και τις πολιτισμικές πρακτικές της ρεμπέτικης κοινότητας, δημιουργούν δικούς τους κύκλους έξω από αυτή. Διηγείται ο Βαμβακάρης:
«Στον Αη Γιώργη στη σπηλιά του κουλού υπήρχε ένα απόκρημνο μέρος, το οποίο κατεβαίναμε κάτω και πηγαίναμε και φουμέρναμε διάφοροι, πολύς κόσμος. Πολύ πήγαιναν οι χασικλήδες εκεί, για πιο πολύ ησυχία για να μη μας κυνηγάει η αστυνομία.»
«Οι πρόσφυγες των Ταμπουρίων δεν ερχόντουσαν μαζί μας στη σπηλιά όπου πηγαίναμε οι Πειραιώτες. Είχανε δικό τους νταραβέρι.»
«Ανάμεσα σ’ αυτούς (τους πρόσφυγες των Ταμπουρίων) ήτανε και κλέφτες και πορτοφολάδες. Διάφοροι Σμυρνιοί να πούμε».
Στη φωτογραφία πρόσφυγες, από το βιβλίο της Κυριακής Αρσένη «Η Αθήνα του Μεσοπολέμου μέσα από τις φωτογραφίες του Πέτρου Πουλίδη» (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος).

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1923 ΠΟΔΟΝΙΦΤΗΣ ΝΕΑ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ

ΟΙ ΤΕΚΕΔΕΣ

Ο ΤΕΚΕΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
Είμαστε σε μία εποχή που το κάπνισμα του χασισιού προϋποθέτει μια ολόκληρη ιεροτελεστία, όπου ο τεκές είναι σχεδόν εκκλησία και το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς όργανα «ιερά».
Ο τεκές αποτελεί για τους μάγκες τον κυριότερο χώρο κοινωνικής τους ολοκλήρωσης. Είναι ο χώρος όπου επιδίδονται στη χασισοποτεία και ο χώρος όπου συζητάνε, παίζουν μουσική, τραγουδάνε και χορεύουν. Ο τεκές αποτελεί το λίκνο του ρεμπέτικου τραγουδιού και το φυτώριο στο οποίο πρωτοκαλλιεργήθηκε ο χορός του ζεϊμπέκικου.

ΤΕΚΕΣ ΓΕΛΟΙΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ 1969

Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΤΕΚΕΣ
Η λέξη τεκές πέρασε στα Ελληνικά από τα Αραβικά, μέσω Τουρκικών [τουρ. tekke, το μουσουλμανικό μοναστήρι]. Τα tekke ήταν μοναστήρια, ασκητήρια των δερβίσηδων, λέξη η οποία επίσης πέρασε στην ρεμπέτικη αργκό από τα Τουρκικά. Δεν είναι τυχαίο που η ετυμολογία του όρου τεκές μας παραπέμπει σε μοναστήρια-χώρους όπου οι άνθρωποι υποβάλλουν το σώμα τους σε δοκιμασίες και επιδιώκουν την επικοινωνία με το θείο. Στη χριστιανική παράδοση η «αγιότητα», ως ιδιότητα, συχνά αποκτάται εξαιτίας της ειδικής σχέσης του ατόμου με το χώρο του εξωπραγματικού, του φανταστικού. Ο Μάγκας, που συχνάζει στους τεκέδες και διαμέσου της χρήσης χασίς, βλέπει οράματα, εκστασιάζεται, συμμετέχοντας στον κόσμο του φανταστικού, καταλαμβάνεται από ένα διαφορετικό «πνεύμα» και μετατρέπεται σε «καλό» και «άγιο» άνθρωπο, σε δερβίση.
«Για να πούνε ότι ο τάδε είναι δερβίσης είναι μεγάλο πράγμα. Εμείς εννοούμε καλό παιδί, έξυπνος, ήσυχος. Όλες του οι δουλειές είναι φρόνιμες, είναι καλές, ότι κάνει. Δερβισόπαιδο. Αυτή η κουβέντα είναι τουρκικιά  και μάλλον θέλει να πει ότι είναι παπάς ή μάλλον μοναχός.» «Κουτσαβάκης, δερβίσης, μάγκας. Δερβίσης ο ανώτερος.»  (αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη)

ΛΑΪΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΕΚΕ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ο ΑΡΓΙΛΕΣ, Ο ΤΕΚΕΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΖΑΚΤΣΗΣ
Μέσα στους τεκέδες επικρατεί τάξη, ησυχία, ιεραρχία. Τα σημαντικότερα πρόσωπα είναι ο τεκετζής και ο τζακτσής, δηλαδή αυτός που με τον αντίχειρά του πατάει τους λουλάδες και τους σερβίρει. Ο τυπικός αργιλές αποτελείται απο ένα απλό σύστημα δύο σωλήνων τοποθετημένων σε ένα κλειστό σφαιρικό δοχείο γεμάτο με νερό. Επειδή ο καθαυτού αργιλές είναι ακριβός και δύσκολα κρύβεται, κάνουν πρόχειρους αργιλέδες από σταμνάκια, καρύδες, πήλινους κουμπαράδες, τενεκεδάκια, ποτήρια, ακόμη και από μελιτζάνες, κολοκύθια, πεπόνια, ψωμιά πατάτες και μήλα. Συνήθως γέμιζαν τον αργιλέ με νερό, κρύο γάλα ή ούζο.

ΑΡΓΙΛΕΔΕΣ

Ο Μάρκος Βαμβακάρης μας δίνει πολύ σημαντικές πληροφορίες για τους τεκέδες του Πειραιά. Διηγείται:
«Ο Πειραιάς τότε ήταν γεμάτος τεκέδες. Ο πρώτος τεκές, έχω ακούσει ήτανε του Ζουάνου του Καλοκαιρινού, τα λουτρά. Έπαιζε μπουζούκι και χόρευε ζεϊμπέκικο καλό.»
«Σύχναζα σε πολλούς τεκέδες. Στου Κολομπότση, στου Μίχαλου, στου Σάλωνα, στου Αβίγλη. Όλοι οι τεκέδες ήταν ίδιοι, ίδιοι και απαράλλαχτοι.»
«Μια καμάρα ήτανε τεκές. Ένα σπιτάκι ήτανε τεκές. Ένα άλλο παραγκάκι. Δεν υπήρχε δηλαδή σαλόνι να το κάνουνε τεκέ. Όχι. Μια κάμαρα μεγάλη και καθαρή αυτό.»
«Ο τεκές του Σάλωνα ήταν δυο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι  που ήταν οι πρόσφυγες.
«Το ίδιο ήτανε και του Μίχαλου, στα Χιώτικα. Μια παραγκούλα με διάφορα μικρά παραγκακια»
«Κάπως διαφορετικό, πιο εξευγενισμένο πάλι. Εκεί ερχόντουσαν οι πρώτης τάξεως χασικλήδες, δηλαδή οι πιο σοβαροί, οι πιο καλοντυμένοι, οι πιο λεφτάδες, οι πιο κουτσαβάκηδες.»
«Κάτω αλλού είχε χώμα, αλλού σανίδια αλλά περισσότερο χώμα, γιατί κάπου κάπου επετάζαμε  και κανένα ζαφείρι. Είχαμε δε εκεί στο λουλά, το μαγκάλι με τις φωτιές. Από διάφορα καρβουνάκια, από καρύδια, από αμύγδαλα, από θυμάρια του βουνού.»
«Βέβαια στον κύκλο που γύριζα να πούμε, τον μάγκικο αυτό, στους τεκέδες που πήγαινα, ακούγαμε πολλά για διάφορους κουτσαβάκηδες προσωπικότητες…Εκεί, όταν είχα γνωρίσει τον Αλέκο τον Σχίζα να πούμε, κάθε μέρα επήγαινα στο σπίτι αυτουνού, εκεί στην Κρεμμυδαρού που ήταν το Καστράκι. Πίναμε χασίσι. Είχε λεφτά αυτός. Επήγαινα και του μάθαινα μπουζούκι και φουμέρναμε κιόλας ε? Αυτός έμενε εκεί κάτω στην Κρεμμυδαρού, εδώ στο λιμάνι του Πειραιώς. Και πήγαινα κάθε μέρα στην κάμαρά του. Ώσπου τώρα αυτόν τον ζήταγε η Ασφάλεια Αθηνών για κάτι κλοπές που γινόντανε. Και ξέρανε αυτοί ότι άλλος δε μπορεί να τις κάνει ειμή αυτός, αλλά δεν ξέρανε που βρίσκεται…»
«Τεκές πραγματικός και κανονικός ήταν του Γραβάρα στο Μενίδι, ο οποίος ήταν άμεμπτος τεκές, ωραία σάλα, ωραίο μαγαζί. Μέσα είχε το παν. Ότι ζητούσες θα το έβρισκες. Μέσα είχε μια κάμαρα και φουμέρναμε και μετά βγαίναμε και καθόμαστε στη σάλα. Είχε ορχήστρα μέσα, έπινες ότι ήθελες.»
«Όλοι αυτοί οι τεκετζήδες φουμέρνανε. Εκαθότανε κι έκανε δυο, τρεις, πέντε ναργιλέδες, μαστούρωνε κι αυτός.»

Τεκέδες του Πειραιά τους οποίους αναφέρει ο Μ. Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του:
1. Τεκές Αθάνατα του Αη Γιώργη, δίπλα στην Ανάσταση.
2. Τεκές του Αβίγλη στον Αη Γιώργη στη σπηλιά του Κουλού. Λέγεται και «Απαγορεύεται».
3. Τεκές του Λαμπράκη στον Αη Γιάννη το Μαύρο.
4. Τεκές του Μίχαλου στα Χιώτικα, απέναντι από τα Βούρλα.
5. Τεκές του Ζουάνου του Καλοκαιρινού, στα Λουτρά.
6. Τεκές του Γεράσιμου, στο Γκαζοχώρι.
7. Τεκές του Σάλωνα, στο Καστράκι στην Κρεμμυδαρού.
8. Τεκές του Σωτηράκη
9. Τεκές του Κολομπότση
10. Τεκές του Λυκαδιώτη

Τεκέδες για τους οποίους έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες από αφηγήσεις ρεμπετών ή από τραγούδια:
1. Ο τεκές του Καρίπη
Ο Γιώργος Κατσαρός, που χρονολογικά προηγείται όλων των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου, ήδη από το 1905 παίζει κιθάρα και τραγουδάει σε κέντρα της Καστέλας, του Φαλήρου, της Πειραϊκής ακτής και σε διάφορα στέκια της Αθήνας και του Πειραιά. Στον Πειραιά και τη Δραπετσώνα έρχεται σε επαφή με τους μάγκες και γνωρίζει τους χώρους που συχνάζουν. Το κλίμα αυτής της εποχής μεταφέρουν πολλά από τα τραγούδια που ηχογράφησε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Αμερική.
Στο τραγούδι του Χτες το βράδυ στου Καρίπη, αναφέρεται σε έναν από τους παλιότερους τεκέδες του Πειραιά, τον τεκέ του Καρίπη που βρισκόταν δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά προς την πλευρά της Δραπετσώνας
2. Ο τεκές του Μάνθου
Σύμφωνα με το Γιώργο Κατσαρό ο τεκές του Μάνθου ήταν ένας από τους παλιότερους και ο πιο ονομαστός τεκές, δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά, προς την πλευρά της Δραπετσώνας.
3. Ο τεκές του Ζαμπίκου
Αναφορά στον τεκέ αυτόν έχουμε στο τραγούδι του Κώστα Τζόβενου “Μες του Ζαμπίκου τον τεκέ”. Ο ίδιος ο Κώστας ο Τζόβενος, αφηγείται: Ο Ζαμπίκος είναι στον Πειρααιά. Δεν τον γνώριζα. Εκεί που καθόμαστε στου “Μουρούζη”, ήρθε ένα βράδυ ένας από την αγορά. Έμπορος. Αυτός είχε μαζί του μια Ειρήνη. Ήταν η ανηψιά του Ζαμπίκου…
Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης στο Λευτέρη Παπαδόπουλο: “Εδώ στον Βρυώνη από πίσω, η οδός που πάει για το Τζάνειο. Κανθάρου, ήτανε ο τεκές του Τσαμπίκου. Στην Τερψιθέα, πάλι του Τσαμπίκου. Ο ίδιος δηλαδή, ο Αντρέας. …. Μετά στα Βούρλα άνοιξε.
Και αλλού, αφήγηση του Γιάννη Πολυκανδριώτη: Μπουζούκι μάθαμε όλοι στην Τερψιθέα. Στον τεκέ του Τσαμπίκου, στη Φραγκολησιά. Εκεί τα μάθαμε όλα. Και να παίζουμε και να πίνουμε.
4. Ο τεκές του Μίχαλου στα Σάλωνα
Αναφέρονται στο τραγούδι του Μάρκου «Ο χαρμάνης». Αφηγείται ο Νίκος Μάθεσης:
Έχουμε τον άλλονα, του Σάλωνα του Γιώργου, ακριβώς στα σκαλάκια που πάμε για τον Άγιο Διονύση. Στα Βούρλα, του Γιάννη του Μίχαλου».
Και ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του:
Ο τεκές του Σάλωνα ήτανε δυο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι που ήτανε οι πρόσφυγες. …Ο Σάλωνας ήταν πάντοτε ντυμένος πολύ καλά. Με τα δαχτυλίδια του, με το κουστούμι του. Κύριος. Αυτός ήταν μάλλον από τη Σαλονίκη.
…, ο (Νίκος) Αϊβαλιώτης… εσύχναζε κι αυτός στους τεκέδες, ένα βράδυ συναντηθήκαμε στον τεκέ του Μίχαλου στα Χιώτικα Πειραιώς, έναντις των Βούρλων.
… Τα ίδια ήταν και του Μίχαλου. Μια παραγκούλα με διάφορα παραγκάκια εκεί όπου έμενε αυτός μέσα με τη γυναίκα του. Στου Μίχαλου πηγαίνανε οι πιο φίνοι μάγκες. Στου Σάλωνα πηγαίνανε οι πιο φουκαράδες ενώ στου Μίχαλου οι πιο λεφτάδες, οι πιο ντερβίσηδες οι πιο καλοί.
Και ο Μπαγιαντέρας:
-Εσείς πότε πήγατε για πρώτη φορά σε τεκέ, για να μας τον περιγράψετε;
-Να σας πω. Κάποιο βράδυ, κάποιος άλλος, … γίνεται μια εορτούλα, μου λέει, σ’ ένα μαγαζί, στου Μίχαλου, χωρίς να μου πει ότι είναι τεκές και τέτοια, ξέρω ‘γω τί. Εγώ, όμως, έλα που είχα ακουστά. …, και πήγα, έπαιξα τρία τέσσερα τραγουδάκια έτσι κι έφυγα.
Και σε άλλο σημείο:
Γιατί το πρώτο τραγούδι του Μάρκου έλεγε χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί,… Βγήκανε οι πλάκες αυτές στην κυκλοφορία, ακούει η αστυνομία στου Μίχαλου πάω να φουμάρω, ποιος είν’ ο Μίχαλος, που είν’ ο Μίχαλος, ξέρω ‘γω τι, βγήκε το άντρο του στην επιφάνεια.
5. Ο τεκές του Σταύρου
Αναφέρεται στο τραγούδι του Μάρκου «Κάντονε Σταύρο κάντονε». Ο Σταύρος (γνωστότερος ως Σταύρακας) είχε τεκέ στα Σίδερα του Πειραιά.
Μία αφήγηση του Στέλιου Κηρομύτη:
… το ’33, ’32 μάλιστα, τον ακούω σ’ ένα τεκέ στου Σταύρακα, στην Παλιά Κοκκινιά, από κάτω, που περνάει το τρένο της Πελοποννήσου. Και είχε μια μάντρα αυτός, μέσα εκεί, ο Σταύρακας, και είχε τεκέ. Και εμείς, παρέα, με έξι εφτά παιδιά, είχαμε κάτι γκομενίτσες και περνάγαμε από εκείνα τα σίδερα -με συγχωρείς, είχαμε πάει σε κάποια ζούλα εκεί- και ακούμε μέσα στη μάντρα έναν και έπαιζε μπουζούκι. Μου λένε οι καημένοι οι φίλοι μου, Στυλιανέ, μπουζούκι, μου λένε, ξέρω ‘γω τι. Δεν ξέραμε ότι ήταν τεκές τώρα μέσα εκεί εμείς. Κάνω έτσι, λοιπόν, από μια τρύπα, και βλέπουμε. Είχανε μια θράκα, λοιπόν, μέσα στη μέση, φωτιά, και ο Μάρκος. Καμιά φορά, λοιπόν, ακούσαμε το όνομα Μάρκος, να πούμε. Ε, Μάρκο, του φωνάζω, λοιπόν, εγώ από τη μάντρα. Μάρκο. Ε, ποιος είναι; Σκοτεινά, ε; Του λέω, εγώ είμαι, ο Στέλιος ο Κηρομύτης. Ελάτε μέσα, ρε, λέει. Μπαίνουμε εκεί μέσα, να πούμε. Τότε ο Μάρκος έφτιαχνε το τραγούδι, “Καν’ τόνε Σταύρο”, καν’ τόνε – γι’ αυτόν το είχε βγάλει το τραγούδι, τον Σταύρακα, που είχε τον τεκέ….
6. Ο τεκές του Περδικάκη
Ο τεκές του Περδικάκη αναφέρεται σε τρία τουλάχιστον διαφορετικά τραγούδια:
α. Στον τεκέ του Περδικάκη, του Κ. Τζόβενου (1935)
β. Απ’ την Πόλη ένας μόρτης του Α. Νταλγκά (1931)
γ. Ένας μάγκας στο Βοτανικό του Σ. Περιστέρη (1933)
Ο Κώστας Τζόβενος αφηγείται:
Α! με τον Περδικάκη δεν είχα σχέση. Δεν τον γνώριζα. Κι αυτός στον Πειραιά ήτανε. Είχα ακουστά. Υπήρχε. “
Πολύ σημαντικές πληροφορίες για τους τεκέδες του Πειραιά μας δίνει ο Νίκος Μάθεσης:
«Ο Μάρκος εσύχναζε στου Καραϊσκάκη και προπάντος στον Άγιο Διονύση που υπήρχαν τρία τέσσερα Καταγώγια και εδούλευαν καλά, διότι ήταν κοντά τα Βούρλα, τα απέραντα μαντρωμένα χαμαιτυπεία, όπου τώρα είναι οι φυλακές των Βούρλων. Ταχτικά ο Μάρκος εκεί εβρίσκεται διότι καταγώγιο με δίχως πενιά είναι σαν χωριάτικος γάμος με δίχως όργανα, αλλά στο Καταγώγιο είναι το αντίθετο. Όταν παίζει ο Μπουζουξής το ταξίμι του, κανείς δε μιλάει λες και γίνεται ιεροτελεστία σε ναό του Βούδα.
Στα Καταγώγια εσύχναζαν όλο μάγκες, κλέφτες, διαρρήκτες, πορτοφολάδες, χασισοπότες, ήσυχοι που τους αρέσει να μπερδεύονται και αυτοί με τον υπόκοσμο, μόνο ομοφυλόφιλοι δεν έμπαιναν μέσα, απαγορευόταν αυστηρώς και δια καρπαζάς.
Όσο για φασαρίες στους Ντεκέδες είναι άγνωστο έστω και να πάει ένας μπελαλής μεθυσμένος μόλις πιει τον αργιλέ παραδίνεται αμέσως στη νάρκη!
Οι Ντεκέδες ήταν κρυφοί και κλειστή η πόρτα, έμπαινες και χτυπούσες συνθηματικά αν και ο Ντεκνετζής σε έβλεπε απο κάποια τρύπα της πόρτας. Είπαμε άλλο Καταγώγιο και άλλο Ντεκές. Το Καταγώγιο είναι απόκεντρο και έχει ανοιχτά την πόρτα διότι έχει άδεια καφενείου. Στα Καταγώγια υπήρχαν μόνο τσιγαριλίκια (τσιγάρα γεμισμένα με χασίς).  

ΤΟ ΧΑΣΙΣΙ

Ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφέρει ότι το χασίσι ήρθε στην Ελλάδα από την Ανατολή κυρίως από τέως φυλακισμένους των μπουντρουμιών της Σμύρνης, της Προύσας και της Αραπιάς από το 1880 και μετά.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης λέει ότι το χασίσι ήρθε στον Πειραιά μέσω της Σύρου: «Και το χασίσι από τη Σύρα ξεκίνησε στην Παλαιά Ελλάδα.»
Οι Μάγκες κάπνιζαν το χασίσι κυρίως στους τεκέδες και στα καταγώγια, αλλά επίσης στα κράσπεδα της πόλης, σε σπηλιές, σε έρημες ακρογιαλιές κ.α.. Το χασίσι το κάπνιζαν είτε με τον αργιλέ είτε με το τσιγαριλίκι.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης μας δίνει πληροφορίες για το χασίσι, το εμπόριο και τη δίωξή του από τις αρχές: «Το χασίσι άλλο ήταν σα μαστίχα, άλλο το τρίβαμε. Πάντα ψάχναμε το καλύτερο. Το καλύτερο ήταν της Προύσας.»
«Και από Ελλάδα της Ιτιάς και της Καλαμάτας.»
«Είχαμε και Βουλγάρικο και Αιγυπτιακό.»
«Στην Κοκκινιά ήταν οι πρόσφυγες. Εκεί έβρισκες ότι ήθελες από χασίσι.»«…έμποροι. Ο Βαγγέλης ο Σμυρνιός και η Ειρήνη η Σταμπουλού.»
Ο Βαμβακάρης μας πληροφορεί ότι μέχρι το 1936 ο νόμος για την χασισοποτεία ήταν σχετικά ελαστικός, ενώ από αυτή τη περίοδο και έπειτα οι αρχές προσπαθούν να εξαρθρώσουν το φαινόμενο. Ακολουθούν χρόνια άγριων διώξεων.
«Τότες ο κόσμος, χωρίς από κανέναν, τρεις μέρες κράτηση μονάχα για όποιον πιαναν να φουμάρει, κάπνιζε χασίσι εύκολα χωρίς να νιώθει πως τον πειράζει.»
«Τους πήγαιναν στην αστυνομία για να τους βλέπουνε με τον αργιλέ στο χέρι και να λένε. Να οι χασικλήδες.»
«Ξυλιές, κλωτσιές και την άλλη μέρα για το πλημμελειοδικείο. Τότε μας έδινε δύο, τρεις μέρες κράτηση. Και όσες φορές και αν μας πιάνανε.»
Το γεγονός της περιορισμένης αυστηρότητας της αστυνομίας απέναντι στη χασισοποτεία μαρτυρούν και οι παρακάτω περιγραφές του  Ιωάννη Κανακάρη υπασπιστή του περιβόητου ενωματάρχη της Ασφάλειας Πειραιώς Γιάννη Γαλιγάλη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο: 
«Αρκετές φορές (η αστυνομία συνεργαζόταν με τους τεκετζήδες). Όχι όμως για να πιάνει τους χασικλήδες, αλλά για να συλλαμβάνει τους κλέφτες. … Μόλις, λοιπόν ο τεκετζής έβλεπε στον τεκέ ένα άγνωστο πρόσωπο που είχε πάει για να φουμάρει δήθεν, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί από την Ασφάλεια, …, έκανε το εξής κόλπο: κουνούσε στο παράθυρο του τεκέ μια μικρή σημαιούλα, που την είχε δεμένη μ’ ένα σπάγκο. Κάποιος πιτσιρίκος, που τον είχαμε επιτούτου έξω από τον τεκέ, έβλεπε τη σημαιούλα που κουνιόντανε κι έτρεχε αμέσως και μας ειδοποιούσε.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης παρακάτω περιγράφει την κατάσταση που άρχισε να επικρατεί μετά το 1936:
«Πριν το 36 ήταν φθηνό το χασίσι.»
«Το χασίσι ερχόταν από την Τουρκία. Λαθραίο.»
«Το 36-37, 38, έγινε σύμβαση Ελλάδα-Τουρκία. Τότε έγινε η μεγάλη δουλειά, συμβάσεις για την υπόθεση του χασισιού.»
«Τότε αν πιάνανε έπρεπε να βρούνε την πηγή. Έπεφτε ξύλο και μαρτύρια και βάζανε και χρόνια φυλακή.»
«Στην κατοχή εβρισκότανε χασίσι και μάλιστα πιο αβέρτα πουλιότανε.»«Αλλά μόλις φύγαν οι Γερμανοί, μόλις ησύχασε ο κόσμος, έπεσε η ασφάλεια να τα εξεμηδενίσει όπως και τα εξεμηδένισε. Και τώρα μπορεί  να υπάρχουν. Τώρα το χασίσι για να το βρείς πρέπει ναχεις πολλά λεφτά, να είσαι πλούσιος πολύ. Οι αφεντάδες φουμέρνουνε σπίτι τους.»

ΤΕΚΕΣ, ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Η παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα μετά την εισβολή των νέων βιομηχανικών σχέσεων βρίσκει καταφύγιο εκεί ακριβώς που οι νέες αυτές σχέσεις δεν έχουν ακόμα εισχωρήσει.
Ο τεκές αποτελεί εστία παραγωγής συλλογικών και αυθεντικά λαϊκών δημιουργημάτων στο αστικό περιβάλλον, όπως είναι το ρεμπέτικο τραγούδι και το ζεϊμπέκικο. Ο ρόλος αυτής της εστίας δεν περιορίζεται μονάχα σε μια απλή αναπαράσταση ή ανάπλαση κάποιων επιβιώσεων της αγροτικής λαϊκής παράδοσης αλλά φέρνει στην επιφάνεια καινούργιες μορφές πολιτισμικής έκφρασης., πρωτότυπες και πηγαίες.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΓΚΙΑΣ
Ο κόσμος της μαγκιάς αποτελεί περίπτωση κοινωνικής ομάδας, όπως συμβαίνει και με εθνικές, θρησκευτικές ή φυλετικές μειονότητες, η οποία μετά από τις μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αναστατώσεις, δεν βρίσκει πια θέση και περιθωριοποιείται στην υποκουλτούρα. Απόρριψη και αποβολή εκτός συστήματος που αναφέρονται όχι μόνο στους όρους κοινωνικής ύπαρξης, στη θέση μέσα στις παραγωγικές σχέσεις και στον τρόπο ζωής, αλλά που επενεργούν και στην ιδεολογία, τις κοινωνικές αξίες, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις συλλογικές παραστάσεις, τις πεποιθήσεις, τα ήθη, τα έθιμα κ.ο.κ., σε όλα εκείνα τα ειδοποιά χαρακτηριστικά που δίνουν μιαν αυτόνομη κοινωνική φυσιογνωμία στην κοινότητα.
Κάτω από αυτούς τους όρους ο τεκές, χώρος ευκαιριακής ή μόνιμης συνάθροισης των πιο περιθωριοποιημένων στρωμάτων από τους αστικούς πληθυσμούς, μπορεί να μεταβληθεί σε χώρο όπου βρίσκει ελεύθερη διέξοδο μια αυθόρμητη καλλιτεχνική δημιουργικότητα, σε χώρο όπου εκδηλώνεται ένα λαϊκό πολιτισμικό δυναμικό, του οποίου οι μορφές έκφρασης τόσο από πλευράς εξωτερικών χαρακτηριστικών, όσο και από πλευράς ιδεολογικού περιεχομένου και κοινωνικής λειτουργίας, τοποθετούνται στους αντίποδες της ανώτερης λόγιας κουλτούρας.

ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ ΤΟ 1972

ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΕΚΕΔΕΣ
Ο τεκές αποτελεί μία σαφώς περιχαρακωμένη περιοχή της πόλης, η οποία διατηρείται σε αυστηρή απομόνωση από την υπόλοιπη κοινωνία, μέσα στην οποία ο «καθώς πρέπει» αστός δεν εισέρχεται.
Το ρεμπέτικο τραγούδι και το ζεϊμπέκικο γεννήθηκαν μέσα στους τεκέδες και στα καταγώγια του Πειραιά και κύριος συντελεστής της γένεσής τους υπήρξε το περιθώριο, ο υπόκοσμος της πόλης.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος μας δίνει την πληροφορία ότι ο μεγαλύτερος και ωραιότερος νταής του Πειραιά, ο φοβερός και τρομερός Νίκος Σκριβάνος, έπαιζε μπουζούκι σε διάφορους τεκέδες. Επίσης μας πληροφορεί ότι ο καλύτερος ερασιτέχνης μπουζουξής ήταν ο Μιμίκος ο Μπογιατζής, ο οποίος ήταν δάσκαλος του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Στέλιος Κηρομύτης αναφέρει ότι ένας από τους καλύτερους μπουζουξήδες του Πειραιά στα 1919-20 ήταν ο Ζυμαρίτης, ο οποίος, όπως λέει ήταν εγκληματίας.

Ο ΓΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΝΝΟΥ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΜΠΟΥΖΟΥΞΗΔΕΣ
«Στον Πειραιά έπαιζε ο Σκριβάνος, ήταν νταής, αλλά καλό παιδί, ο Σκούρτης, ο πατέρας του συναδέλφου μας του Κερομύτη, ο Χαρίλαος και κάτι λίγοι ακόμα.»
«…λεγότανε Ασημαρήτης. Αυτός ήταν νταής, μεγάλο κουτσαβάκι, εγκληματίας. Έμαθε μπουζούκι στη φυλακή, είχε κάνει παλιά στην Παλιά Στρατώνα, πριν γεννηθώ εγώ.» (ο Παπαϊωάννου γεννήθηκε το 1914).
«Κάθε καρυδιάς καρύδι, που λένε, μαζευόταν εκεί. μάγκες κουτσαβάκια, παλιοί κατάδικοι, πιτουρόμαγκες, κουτόμαγκες, και ότι βάλει ο νους σου. Παίζαμε (μπουζούκι) και είχαμε πιστόλια ζούλα στο παντελόνι. Κίνδυνος-Θάνατος! Βάραγαν πιστολιές, χωρίς λόγο. Έτσι για φιγούρα. Σκότωναν με άνεση, για γούστο, παρεξήγηση για το τίποτα. Δύσκολα χρόνια.»

O ΝΙΚΟΣ ΜΑΘΕΣΗΣ ΤΟ 1969 ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
«…προ 35ετίας κάθε συνοικία στον Πειραιά είχε και τα καταγώγια της και κάθε καφενείο τα μπουζούκια του κρεμασμένα για τους μάγκες που εσύχναζαν εκεί. Ο Μάρκος, Μπάτης, Ανέστος (Δελιάς ) εσύχναζαν στου Καραϊσκάκη και στον Άγιο Διονύση, ο Κερομύτης στου Βάβουλα τη Γούβα, ο Μπαγιαντέρας στο Χατζηκυριάκειο, ο Παπαϊωάννου στις Τζιτζιφιές.»
«Μπουζούκι στο Πειραιά έπαιζαν πάμπολλοι μάγκες, άνθρωποι εργατικοί, μοσχόμαγκες της φυλακής, σκυλόμαγκες. Όχι  κοπρίτες της συνοικίας, μαχαλόμαγκες, που έκαναν τον μάγκα γύρω στον μαχαλά τους.»

Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΥΝΑΔΗ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
«Επειδή ορισμένοι άνθρωποι πού’ χανε σκουριασμένα μυαλά, εκείνα τα χρόνια, θεωρούσανε ότι το μπουζούκι, όσοι το παίζουνε ότι είναι κακοποιοί. Εμείς ναι μεν λέμε ότι το παίζαν κακοποιοί, αλλά εμείς σαν πιο νεότεροι, το πήραμε από τους κακοποιούς που τ’ ακούγαμε, το μάθαμε και το ΄΄μορφώσαμε΄΄.
«Θυμάμαι το ’31. Μια μέρα όπως ερχόμαστε με τον Μάρκο, το συγχωρεμένο, από τον Άγιο Διονύση, κι είχαμε ένα μπουζούκι μαζί μας από γλέντι ερχόμαστε και πέφτουνε απάνω στην Ασφάλεια. Και μας λένε: «Πάλι με το μπουζούκι στα χέρια σας εσείς;»

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
«…κάναμε τότες κομπανία και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη, γιατί εδώ μας κυνήγαγε η αστυνομία.»
«Εμείς δεν κάναμε τέτοια, επειδή όμως τα κάνανε κάτι παλιοί κατάδικοι, η ρετσινιά έπεφτε πάνω μας , εμείς την πληρώναμε. Γι’ αυτό κάθε μπουζουξής ήταν περιφρονημένος, ακόμα κι από τους συγγενείς του.»
«…Δεν ήταν τυχαίο, βέβαια που ο Μάρκος το βαλε στα πόδια μόλις είδε τους αστυφύλακες. Ξέρανε αυτοί ότι ο Μάρκος ήτανε μπουζουξής και ότι πήγαινε μέσα στα παραγκάκια της Δραπετσώνας. Δηλαδή στους τεκέδες, στις φυλακές και όπου συχνάζανε άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού, παίζανε μπουζούκι, πριν να βγούμε εμείς στη δουλειά, νομίζανε ότι κι εμείς είμαστε τέτοιοι.» 
Επίσης αναφέρεται σε μία ιστορία με πρωταγωνιστή τον Νίκο Μάθεση. Αφηγείται:
«Ο Μάθεσης είχε τσαμπουκάδες. Ήταν νταής, καυγατζής, αλλά καλό παιδί, τρελλάκιας ήτανε… πλησιάζει ένας της Ασφάλειας και λέει του Μάθεση ότι, «εσείς μας βάζετε και στο γραμμόφωνο, εννοούσε τους δίσκους, και μας προκαλείτε». Κουβέντα στην Κουβέντα ο Μάθεσης είπαμε τρελός, αρπάχτηκε μ’ αυτόνε. Χάλασε ο κόσμος εκείνη τη μέρα! Έβρισε άσχημα ο Μάθεσης. «Θα σου βάλω έναν αργιλέ στον πάτο, γαμώ το στέμμα σου» του λεγε ο Μάθεσης! Τελικά ο αστυφύλακας έφυγε άρον-άρον χωρίς να προσπαθήσει να πιάσει τον Μάθεση. Τον φοβότανε γιατί ο Μάθεσης μόλις είχε βγεί από τη φυλακή, από ένα φόνο που είχε κάνει στην ψαραγορά, μέρα μεσημέρι! Δεν κώλωνε ο Μάθεσης ήταν παλικάρι.»
Μετά ο Νίκος Μάθεσης έγραψε το:
Μας κυνηγούν τον αργιλέ
γιατί τον πίνουν μάγκες
και ζούλα τον φουμάρουνε
Όλοι οι αριστοκράτες

ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΘΕΣΗ ΤΟ 1969

ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Το Ζεϊμπέκικο είναι ένας χορός που ταιριάζει στους κλειστούς και περιορισμένους χώρους του αστικού περιβάλλοντος, καθώς εκτελείται σε χώρο που δεν ξεπερνά μερικά τετραγωνικά μέτρα, σε αντίθεση με τους ομαδικούς χορούς της υπαίθρου, οι οποίοι καλύπτουν ολόκληρη την έκταση της πλατείας του χωριού.
Οι μάγκες θα οικειοποιηθούν αυτόν τον παραδοσιακό χορό των Ζεϊμπέκων και θα τον «αστικοποιήσουν» μεταφέροντάς τον από τα βουνά της Μικράς Ασίας στα καταγώγια του Πειραιά. Ο χορός που αντιπροσωπεύει την παραδοσιακή κοινωνία των Ζεϊμπέκων θα εισχωρήσει στον τεκέ και θα γίνει αστικός, θα γίνει ο χορός του μάγκα. Οι συμβολικές προεκτάσεις του ζεϊμπέκικου θα ανανοηματοδοτηθούν, ο χορός θα αποκτήσει νέα νοήματα και συμβολισμούς. Τώρα το ζεϊμπέκικο δεν αναπαριστά μια παραδοσιακή κοινωνία, αλλά αποτελεί μέρος του επικοινωνιακού, κοινωνικού κώδικα του ρεμπέτη, αλλά και έκφραση της ψυχικής και κοινωνικής του κατάστασης, επιπλέον αποτελεί μέσο αντίστασης και απόδρασης και ταυτόχρονα έκφραση θετικών και αρνητικών συναισθημάτων.

ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΓΚΑ ΕΧΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΚΩΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ
Ο μάγκας, περιθωριοποιημένος από την κυρίαρχη αστική τάξη και μη υποταγμένος στην κυρίαρχη ιδεολογία αποτελεί μέρος μιας κοινωνικής ομάδας, η οποία έχει δικούς της κώδικες και αξίες. Το ζεϊμπέκικο είναι ο χορός που αναπαριστά αυτές της αξίες, ένα μέσο που κωδικοποιεί και σωματοποιεί αυτές τις αξίες. Ο μάγκας όταν χορεύει μετατρέπεται σε φορέα κοινωνικών μηνυμάτων και αξιών και σε ερμηνευτή μιας κοσμοθεωρίας, η οποία έρχεται σε σύγκρουση με το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Ο Μάγκας οικειοποιείται αυτόν τον ανατολίτικο, ασύμμετρο χορό ως αντίδραση στην συμμετρία και τάξη της δυτικής μουσικής και γενικότερα κουλτούρας. Η ασυμμετρία του ζεϊμπέκικου ωθεί τον χορευτεί να αποδράσει από τον κοινωνικό χωροχρόνο και να συγκρουστεί συμβολικά με την κοινωνία. Το ζεϊμπέκικο είναι γι’ αυτόν μια επαναστατική πράξη, μια ηρωική πράξη καθώς ένα μόνο άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την κοινωνική τάξη. Η ατομικιστική αυτή πράξη δεν σημαίνει μόνο σύγκρουση και ασυμφωνία μεταξύ εαυτού και κοινωνίας, αλλά σημαίνει και απομόνωση, το ζεϊμπέκικο είναι ενδοστρεφής χορός. Ο χορευτής κλείνεται στον εαυτό του και αισθάνεται μια ηρεμία, η οποία οφείλεται στην πλήρη άρνηση του χορευτή να συνδιαλλαγεί με τον κοινωνικό περίγυρο. Αυτή η στιγμή απομόνωσης και μυσταγωγίας δεν πρέπει να διακοπεί, κανείς δεν πρέπει να ενοχλήσει τον χορευτή τη στιγμή που αυτός αποχωρίζεται στιγμιαία από τις συλλογικές δομές. Η παραβίαση της ιδιωτικότητας του χορού μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση. Το ζεϊμπέκικο καθώς ταυτίστηκε με το ρεμπέτικο, το περιθώριο, τους τεκέδες και τη χασισοποτεία θεωρείτο απαγορευμένος χορός και περιθωριοποιημένος από το σύνολο των αστών.
O Jacques Lacarriere αναφερόμενος στον χορό του Ζεϊμπέκικου σχολιάζει:
«Η βραδύτητα που το χαρακτηρίζει, αυτό το γύρισμα το μετρημένο ζύγισμα του κορμιού με ακίνητα τα πόδια, είναι ίσως η χορευτική απόδοση της μαστούρας, της μέθης από χασίσι.»
Ο Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει ότι έχει δει με τα μάτια του Μάγκες οι οποίοι κατά τη διάρκεια του χορού καρφώνουν την κάμα (μαχαίρι) τους στα μπούτια και στις φτέρνες τους. Αυτή η πρακτική μοιάζει με την ανάλια την οποία γνωρίζουμε από τους Ζεϊμπέκους της Μικράς Ασίας, αλλά και από τους Καπανταήδες της Πόλης και με το χαρακίρι στο οποίο κατέφευγαν οι φυλακισμένοι στις Ελληνικές φυλακές.

ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΡΕΜΠΕΤΗΣ

Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ ΔΙΝΕΙ ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ:
«Πολύ καλός στο ζεϊμπέκικο ήτανε ο Πανανάκιας… Αυτός όταν χόρευε, με το αριστερό του χέρι πάντα βαστούσε τ’ αχαμνά του και σε κάθε στροφή τα τράβαγε προς τα πάνω… Μία άλλη φιγούρα που έκανε ήταν να βάζει ένα ποτήρι με κρασί στο κεφάλι του και μετά από μερικές στροφές το έβαζε κάτω στα πόδια του, γονάτιζε, γονάτιζε, το πιανε με τα δόντια, σηκωνότανε πάνω και το πινε. Φυσικά αυτά όλα στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου έτσι; Ο Πανανάκιας όταν χόρευε ήταν πάρα πολύ σοβαρός, μπορεί να πει κανείς ότι έκανε ιεροτελεστία. Όταν χόρευε το μάτι του αγρίευε και νόμιζε κανείς ότι αυτός ήταν το κέντρο της γης».
Το γλέντι του χωριού ήταν λαϊκό ξεφάντωμα στην πλατεία του χωριού (πανηγύρι) ή στην αυλή του σπιτιού (γάμος), ήταν τουλάχιστο ημερήσιο, όλο χοροπηδητό, πολλές φωνές και γέλια, με καμαρωτούς χορευτές.
Αντιθέτως τώρα γλεντούν σε τεκέδες ή ταβέρνες τη νύχτα, καθιστοί, σχεδόν μελαγχολικοί, με απότομα ξεσπάσματα, σπάζουν πιάτα ή επιδιώκουν καυγά, χορεύουν σκυφτοί και τότε με περίσκεψη χτυπούν τη γη…

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΧΟΡΕΥΕΙ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ

TO ZΕΜΠΕΚΙΚΟ KAI ΤΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΣΤΥΛ ΤΟΥ ΤΕΟ
Ο Τεό με το ιδιαίτερο στυλ που είχε, σε νεαρή ηλικία χορεύει ζεμπέκικο, σε εκδήλωση πολιτισμού στην πόλη των Σερρών. Φωτογραφία από αρχείο Ζείδωρος.

ΤΕΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΣΕ ΕΚΔΓΛΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ

ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ ΤΗΣ ΑΫΛΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
Το Ρεμπέτικο, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του Ελληνικού αστικού λαϊκού πολιτισμού, με επιρροές από το δημοτικό και το μικρασιάτικο τραγούδι που αντικατοπτρίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής όπου αναπτύχθηκε, και ιδιαιτέρως τη ζωή των φτωχότερων τάξεων και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων στις αρχές του 20ου αιώνα. Στην πορεία, η κοινωνική του βάση επεκτάθηκε στους πρόσφυγες, στην εργατική και τη μεσοαστική τάξη, ενώ σήμερα αποτελεί ζωντανή και δημοφιλή πολιτιστική κληρονομιά που αναγνωρίζεται πλέον όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά από ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Για τον λόγο αυτό η UNESCO το 2017, συμπεριέλαβε το Ρεμπέτικο στον κατάλογο της άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας!

UNESCO REBETIKO GREECE 2017

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ

ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑΝΓΚΟ
Αρχές του 20ου αιώνα, στην Μπόκα, μια κακόφημη συνοικία του λιμανιού του Μπουένος Άιρες. Η γενέτειρα του Τάνγκο αποτελεί ταυτόχρονα και καταφύγιο για χιλιάδες μετανάστες που αναζητούν μια θέση στον ήλιο, σ΄ έναν κόσμο καλύτερο. Εδώ κυριαρχεί ο νόμος του υποκόσμου, ενώ συγχρόνως ο έρωτας είναι υπηρεσία προς πώληση. Οι άνθρωποι των κατώτερων κοινωνικών τάξεων πίνουν και χορεύουν προσπαθώντας να απωθήσουν τη μοναξιά και τη μιζέρια τους.
Το Μπουένος Άιρες ενώ το 1895 είχε 3.954.911 κατοίκους, το 1914 φτάνει τους 7.885.237 από τους οποίους το 42% είναι μετανάστες, κυρίως  Ισπανοί, Ιταλοί και Εβραίοι.
Αυτή τη περίοδο το Μπουένος Άιρες αποτελεί ένα γιγάντιο σωρό από μοναχικούς άντρες. Στα μπαρ και στα πορνεία συναντιέται ένας συρφετός από εκφορτωτές και νταβατζήδες, χτίστες και φονιάδες κατά παραγγελία, ντόπιους και ξένους μουσικούς, βυρσοδέψες και μαστροπούς..

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ
Το λιμάνι του Μπουένος Αϊρες, Archivo General de la Nacion Argentina

ΤΟ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1900
Η βίαιη και ταραχώδης ανάπτυξη του Μπουένος Άιρες, η άφιξη χιλιάδων ανθρώπων γεμάτων ελπίδα και η σχεδόν αναπόφευκτη απογοήτευσή τους, η νοσταλγία της μακρινής πατρίδας, η πίκρα των ντόπιων για την εισβολή, η αίσθηση ευθραυστότητας και ανασφάλειας σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ιλιγγιωδώς, η αδυναμία εύρεσης ενός σίγουρου νοήματος της ύπαρξης, η έλλειψη σταθερών ιεραρχιών, όλα αυτά εκδηλώνονται στο Τάνγκο.
Όλα αυτά κάνουν το Τάνγκο στη γέννησή του έναν χορό ενδοστρεφή, ενδοσκοπικό, μία θλιβερή σκέψη που χορεύεται, αντίθετα με άλλους χορούς που είναι εξωστρεφείς και χαρωποί, θορυβώδεις και χαρούμενα ερωτικοί.

ΤΟ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1900

GUAPOS ΣΤΟ BUENOS AIRES, ΟΠΩΣ ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αυτή τη περίοδο στον υπόκοσμο του Μπουένος Άιρες κυριαρχεί μία κοινωνική ομάδα η οποία έχει πολλά κοινά με τους Μάγκες του Πειραιά, οι Guapos. Οι τρεις αρχετυπικές μορφές της μαγκιάς ενσαρκώνονταν από τρεις τύπους: τον Compadre ή αλλιώς Σκυλόμαγκα, τον Compadrito ή αλλιώς Πρωτόμαγκα και τον Compadron ή αλλιώς Μαχαλόμαγκα.
Οι Guapos φορούσαν σκουρόχρωμο ή μαύρο σακάκι, παντελόνι με γκρι ρίγες, παπούτσια με ψηλό τακούνι, άσπρο φουλάρι στο λαιμό, μαύρη ρεπούμπλικα στο κεφάλι και γιλέκο, στη σούρα του οποίου έφεραν μαχαίρι το οποίο αποτελούσε το κύριο όπλο τους. Οι κινήσεις τους ήταν επιτηδευμένες, ενώ το βλέμμα τους ήταν υπεροπτικό και το ύφος τους κατακτητικό και επιθετικό. Μιλούσαν μία αργκό, την lunfardo, η οποία γεννήθηκε ως κώδικας επικοινωνίας των φυλακισμένων και των lunfardos, ονομασία με την οποία συνήθως αυτοαποκαλούνταν οι κλέφτες..  

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ
Αρχικά χόρευαν χωριστά όπως στο Πειραϊκό ζεϊμπέκικο. Μετά άρχισαν να χορεύουν σε ζευγάρια, κατά προτίμηση άντρες μεταξύ τους, και έτσι διατηρήθηκε ο χορός μέχρι που πέρασε στα πορνεία τα οποία αποτέλεσαν τον κατεξοχήν χώρο του Τάνγκο. Οι άντρες περιμένοντας τη σειρά τους στα σαλόνια των πορνείων χόρευαν τανγκό μεταξύ τους για να εκπαιδεύονται και να γίνονται καλύτεροι παρτενέρ. Υπήρχαν άντρες που έκαναν 2 και 3 χρόνια για να εμφανιστούν δημόσια σε μιλόγκες, αν δεν ένιωθαν σίγουροι για τον εαυτό τους, ότι θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τις ντάμες στις πίστες του Τανγκό.

Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΤΑΝΓΚΟ
Κανείς μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να εξηγήσει με ακρίβεια την έννοια και την προέλευση της λέξης Τανγκό, αφού έχει τόσες πολλές έννοιες, που καθιστούν πολύ δύσκολη την ανάλυση της ακριβούς ετυμολογίας της. Μία από τις πολλές ερμηνείες αποδίδει στο Τανγκό την ονομασία του στην Πορτογαλική λέξη Tangere που σημαίνει αγγίζω ή ακουμπάω, μια λέξη που συμβαδίζει με τη στάση και την επαφή των σωμάτων στο χορό!

TANGO ARGENTINO PABLO ETCHEVERS

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΤΑΝΓΚΟ ΣΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
• 1900 → Πρώϊμο Τάνγκο
• 1900 → 1920 Μεταβατική περίοδος ωρίμανσης (Τανγκομανία)
• 1920-1935→ Κυριαρχούν μουσικοί με κλασική παιδεία | Carlos Gardel
• 1935-1955 → Η μουσική στρέφεται προς το χορό (Η χρυσή εποχή)
• 1955-1983 → Τα σκοτεινά χρόνια | Περιθωριοποιείται λόγω του πραξικοπήματος, επιτρέπονταν μόνο σε παραστάσεις
• 1983-2023 → Η αναγέννηση! Το Τανγκό χορεύεται ξανά σε όλο τον κόσμο!

COMBADRITOS EN BUENOS AIRES 1906

Ο CARLOS GARDEL (ΚΑΡΛΟΣ ΓΑΡΔΕΛ) 1890-1935
Ο Carlos gardel ήταν εξαιρετικά διάσημος Αργεντινός τραγουδιστής του Τανγκό κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Ο θάνατός του σε αεροπορικό δυστύχημα στο απόγειο της καριέρας του, δημιούργησε την εικόνα του τραγικού ήρωα και στις δύο πλευρές του Ρίο ντε λα Πλάτα. Για πολλούς θαυμαστές του, ο Gardel ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του Τανγκό!

CARLOS GARDEL 1890 -1935

ΜΕ ΑΛΑΝΘΑΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Ο Carlos Gardel ήταν βαρύτονος, με αλάνθαστη μουσικότητα και δραματική έκφραση, και δημιούργησε μικρά αριστουργήματα μέσα από τις εκατοντάδες τρίλεπτων Tανγκό που ηχογράφησε στη ζωή του. Μαζί με τον μακρόχρονο συνεργάτη του, τον στιχουργό Αλφρέδο Λε Πέρα, ο Gardel επίσης έγραψε αρκετά κλασικά Τανγκό, όπως το Mi Buenos Aires querido, Amores de Estudiante, Soledad, Volver, Por una cabeza και El día que me quieras.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ASTOR PIAZZOLLΑ ΜΕ ΤΟΝ GARLOS GARDEL ΚΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ (1934)
Μετά την επιστροφή τους στην πόλη της Νέας Υόρκης από μια σύντομη επίσκεψη στο Μαρ ντελ Πλάτα, το 1930, η οικογένειά του πήγε να ζήσει στη συνοικία Little Italy στο κάτω Μανχάταν, και το 1932 ο Πιατσόλα συνέθεσε το πρώτο του Τάνγκο, το La Catinga. Το επόμενο έτος ο Piazzolla πήρε μαθήματα μουσικής από την Ουγγαρέζα κλασική πιανίστα Bela Wilda, μαθήτρια του Ραχμάνινοφ, η οποία τον δίδαξε να παίζει Bach στο μπαντονεόν του. Το 1934 γνώρισε τον Κάρλος Gardel, και έπαιξε έναν ρόλο cameo ως ένα νεαρό αγόρι (ήταν 13 χρονών) που μοίραζε εφημερίδες στην ταινία του “El día que me quieras”. Ο Carlos Gardel κάλεσε τον Πιατσόλα για να τον ενσωματώσει στην τρέχουσα περιοδεία του.
Προς μεγάλη απογοήτευση του Πιατσόλα, ο πατέρας του αποφάσισε ότι δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να πάει μαζί του. Αυτή η πρώιμη απογοήτευσή του να μην του επιτραπεί να ενταχθεί στην περιοδεία του Carlos Gardel, αποδείχθηκε να είναι μια ευλογία στη μεταμφίεσή του, αφού ήταν που σε αυτή την περιοδεία του ο Gardel και ολόκληρη η ορχήστρα του σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα το 1935 στην Κολομβία. Το 1936, επέστρεψε με την οικογένειά του στη Mar de Plata, όπου άρχισε να παίζει σε μια ποικιλία από ορχήστρες Τάνγκο και γύρω από αυτό το διάστημα ανακάλυψε τη μουσική του σεξτέτο Elvino Vardaro για το ραδιόφωνο. Η νέα ερμηνεία του Τάνγκο Vardaro έκανε μεγάλη εντύπωση στον Piazzolla και χρόνια αργότερα θα γίνει ο βιολιστής Πιατσόλα στο έργο του Orquesta de Cuerdas και του πρώτου Quintet.

ASTOR PIAZZOLLA KAI CARLOS GARDEL

ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ → Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΤΑΝΓΚΟ
Το μπαντονεόν είναι η ψυχή της μουσικής του Τανγκό! Αυτό το ασθματικό όργανο που μοιάζει με αναστεναγμό είναι άηχο χάρη σε ένα μοχλό που κλείνει τον αεραγωγό. Σχεδιάστηκε το 1854 από τον Γερμανό Χάινριχ Μπάντ στο Κρέφελντ για τη θρησκευτική μουσική! Προοριζόταν για τις φτωχικές ενορίες των εκκλησιών της Γερμανίας, που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ένα εκκλησιαστικό όργανο.
Από τις φτωχές ενορίες των εκκλησιών της Γερμανίας το κρουστό αυτό όργανο, βρέθηκε στα Μπορντέλα του Μπουένος Αϊρες! Οι Γερμανοί μετανάστες το έφεραν μαζί τους στην Αργεντινή στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου ενσωματώθηκε στη ντόπια μουσική.
Η φτώχεια και η αθλιότητα έμεινε πιστή στο μπαντονεόν, όταν αντί για τις εκκλησίες, βρέθηκε στα μπορντέλα του Μπουένος Αϊρες και εκεί με την κλαψιάρικη φωνή του, εκτόπισε γρήγορα το φλάουτο από τη μουσική του Τανγκό και του δάνεισε το μελαγχολικό, γεμάτο πόνο ύφος του.
Από αυτό το κρουστό παράγεται η μεγαλύτερη δύναμη απ’ότι από οποιοδήποτε άλλο όργανο του Τανγκό!

Bandoneon Tango Argentino

ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ
Mε ποιόν τρόπο θα μπορούσε καλύτερα σε αυτή τη μουσική να βρει την έκφρασή της η πανταχού παρούσα δυναμική ανάμεσα στους πόλους, αν όχι στο φύσημα και το σφίξιμο των καναλιών του, μέσα από τα οποία πολλές φορές μοιάζει να φυσάει η ίδια η ζωή; Ο χειρισμός των τάστων δείχνει αρχικά να είναι πολύ μπερδεμένος και δύσκολος, αφού οι νότες είναι διαρρυθμισμένες σε σχήμα κουμπιών, και μοιάζουν με πούλια του ντόμινο που δύο παίκτες έστησαν στην τύχη. Τα κουμπιά της μπάσας πλευράς, αριστερά, δεν είναι σαν τα ακόρντα του ακορντεόν, – και ακόμα πιο ασυνήθιστο είναι ότι τα κουμπιά παράγουν διαφορετικό τόνο όταν τα πατάει ο μουσικός και διαφορετικό όταν τα αφήνει! Ομως, όπως μας διαβεβαιώνουν οι μoυσικοί του μπαντονεόν, αυτό το χάος έχει το σκοπό του, αφού επιτρέπει να υπάρχει μια απεριόριστη ελευθερία σε μουσικές δυνατότητες! Αν το δούμε από αυτή την πλευρά, ταιριάζει απόλυτα με το Τάνγκο, αφού αυτό είναι ένα από το χαρακτηριστικά του. Επιπλέον εξυπηρετεί τον γεμάτο δύναμη ρυθμό να παρακινήσει το σώμα να κινηθεί, όπως και οι μελωδικές διαδρομές της μουσικής.
Στη φωτογραφία η Yani Corvalan στο Cafe Vinilio, Buenos Aires, Argentina. Τον Οκτώβριο του 2017 είχε παίξει Bandoneon και στην πόλη των Σερρών, ως μέλος της Orquesta Tipica Andariega, στη μοναδική Συναυλία με Μιλόνγκα που είχε διοργανώσει η επιχείρηση Ζείδωρος.

YANI CORVALAN CAFE VINILIO

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ ΣΤΟ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ
Το La Casa del Bandoneón στο Buenos Aires είναι ένα εργαστήρι αποκατάστασης, διάθεσης ανταλλακτικών, αλλά επίσης και ένα σχολείο απόκτησης γνώσεων για το Bandoneon και επιπλέον ένα μουσείο Πολιτιστικής κληρονομιάς!
Στο σπίτι του Bandoneon το κάθε όργανο κατασκευάζεται από τον Luthier Oscar Fischer, με το Αργεντίνικο σύστημα 71 πλήκτρων.

LA CASA DEL BANDONEON

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Στο ξαναγεννημένο και πολύ διαδεδομένο στυλ της χρυσής εποχής, το Τανγκό του δρόμου είναι πλέον για το Μπουένος Αϊρες καθημερινότητα. Αξιοπρόσεκτα στοιχεία του είναι η κοντινή αγκαλιά, η συγκέντρωση, το ντύσιμο που τονίζει το “αρσενικό” και το “θηλυκό“, και η αρμονία στην κίνηση, που κάνει το ζευγάρι να κινείται σαν μια ενιαία οντότητα. Στη φωτογραφία ζευγάρι χορεύει Τανγκό σε δρόμο του σύγχρονου Μπουένος Άϊρες.

TANGO STREET BUENOS AIRES ARGENTINA

ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΡΙΟ ΝΤΕ ΛΑ ΠΛΑΤΑ
Ένας Πολιτισμός μπορεί να χαθεί, αν αλλοιωθούν σε μεγάλο ποσοστό στοιχεία της πολιτιστικής του ταυτότητας. Παρόλο που πολιτισμοί χάνονται ή μεταλλάσσονται σε πολιτισμικά μορφώματα, κάποιοι αφήνουν πίσω τους πνευματικά επιτεύγματα, ως παγκόσμια κληρονομιά!
Το Αργεντίνικο Τανγκό είναι ένα πολιτιστικό δημιούργημα των ανθρώπων του Ριο ντε λα Πλάτα που κατέκτησε τον κόσμο! 

Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
Το Αργεντίνικο Τανγκό είναι η συνεισφορά της Αργεντινής στον Παγκόσμιο Πολιτισμό και για το λόγο αυτό η UNESCO το 2009, το συμπεριέλαβε στον κατάλογο της άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας!
Εθνική ημέρα του Τανγκό στην Αργεντινή αλλά και σε όλο τον κόσμο, είναι η 11η Δεκεμβρίου κάθε έτους.

UNESCO TANGO ARGENTINO 2009

“Στην Αργεντινή όλα μπορούν να αλλάξουν εκτός από το Τανγκό”

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Βέλλου – Κάιλ Αγγέλα, Μάρκος Βαμβακάρης-Αυτοβιογραφία, 1978
2. Γιαννιτσιώτης Γιάννης, Η Κοινωνική Ιστορία του Πειραιά-1860-1910, 2006
3. Δαμιανάκος Στάθης, Ήθος και πολιτισμός των επικίνδυνων τάξεων στην Eλλάδα, 2004
4. Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, 1975
5. Καραντής Τάσος, «Νίκος Μάθεσης, Ο θρυλικός Τρελλάκιας του ρεμπέτικου», 1999
6. Κοταρίδης Νίκος, Ρεμπέτες και Ρεμπέτικο Τραγούδι, 1999
7. Κουνάδης Παναγιώτης, Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών, 2000
8. Λευτέρης Παπαδόπουλος, Να συλληφθεί το ντουμάνι, 2004
9. Παπαϊωάννου Γιάννης, Ντόμπρα και Σταράτα, 1982
10. Πετρόπουλος Ηλίας, Το Άγιο Χασισάκι, 1991
11. Πετρόπουλος Ηλίας, Καπανταήδες και Μαχαιροβγάλτες, 2011,
12. Παπαϊωάννου Γιάννης, Μύθος Ρεμπέτικος, 1997
13. Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, 1968
14. Salas Oracio, To Τανγκό, 2000

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Theodoros Evangeloudis (Teo) 1985-2023
Αρχαιολόγος ΑΠΘ – Ιστορικός ερευνητής Ρεμπέτικου -Τανγκό
Απόφοιτος Instituto Cervantes
Απο την μεταπτυχιακή του εργασία και το ιστορικό του αρχείο για το Ρεμπέτικο και το Τανγκό

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ
Ο Τεό κατάφερε να μεταφέρει έμπρακτα την κουλτούρα του Ρεμπέτικου και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και να αναδείξει την ομοιότητά του με το Τανγκό της Αργεντινής, κυρίως σε ότι αφορά την αφετηρία τους και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν. Γιατί και οι δύο αυτοί πολιτισμοί ξεκίνησαν από τις φτωχογειτονιές του Πειραιά και του Μπουένος Αϊρες αντίστοιχα, την ίδια περίπου χρονική περίοδο, από απλούς ανθρώπους, σε δύσκολες εποχές, μέσα από την επανάσταση της ζωής που διψούσε για ομορφιά και δράση, ενάντια στις συνθήκες που οδηγούσαν στην αντίθετη κατεύθυνση..
Και η μουσική τους όμως, σύμφωνα με τον Αργεντινό συνθέτη – μουσικό Γκουστάβο Σανταολάγια, ο οποίος έχει τιμηθεί με δύο Οσκαρ μουσικής, έχει κάποιες ομοιότητες, ο ίδιος δε κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα είχε δηλώσει: “Προσωπικά νοιώθω την ύπαρξη μιας υπόγειας σύνδεσης, μεταξύ Ελλάδος – Αργεντινής, μεταξύ των δύο Πολιτισμών. Νοιώθω πως η μουσική μας συγγενεύει κάπως με την δική σας και αυτήν την συγγένεια την εντοπίζω ανάμεσα στο Τανγκό και στο Ρεμπέτικο”.

ΤΕΟ ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΟΦΙΛ

ΤΕΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

PAULA Y THEO
Paula y Theo Rebetiko-Tango. Crete, Greece.
Rebetiko-Tango στη Βαρκελώνη Διοργάνωση Τεό
Παράσταση Rebetiko-Tango στην Ισπανία (Βαρκελώνη)
ΤΕΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΣΕ ΕΚΔΓΛΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ
Ο Τεό με το ιδιαίτερο στυλ που είχε, σε νεαρή ηλικία χορεύει ζεμπέκικο σε εκδήλωση πολιτισμού στην πόλη των Σερρών. Φωτογραφία από αρχείο Ζείδωρος.
THEO - PAULA
Theo – Paula Portesio, Ρεμπέτικο in Italy
ΤΕΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Ο Teo desde pequeño baila Zebekiko..
PARASTASH REBETIKO-TANGO VARKELONI 2011
Rebetiko-Tango Varkeloni 2011 on
Theo Zempekiko
Theo Zebekiko Dance στην Ισπανία
Ο ΤΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΟ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ
Ο Τεό με τον φίλο του τον Θάνο, όταν χόρευαν Ρεμπέτικο στους δρόμους της Γαλλίας, διαδίδοντάς το στην Ευρώπη. Αυτόν τον πολιτισμό του Ρεμπέτικου που αυτά τα παιδιά ζωντανά και με τόσο πάθος διέδιδαν, η Unesco το 2017, τον συμπεριέλαβε στην αϋλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας!
Art Kata Rebetiko
Teo junto con Giovanna Lacorazza, Pablo Bravo con Art Kata, Rebetiko-Hasapiko, en Escuela de Tango en Barcelona. El Desbande. Φωτογραφία: Alberto-Zegarra.
ΘΕΟΔΩΡΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ
Ο Τεό χορεύει σε παράσταση Rebetiko – Tango στην Βαρκελώνη
O Teo με Giovanna Lacorazza και Katalina Ka
Rebetiko Tango. O Teo με την Katalina Ka και την Giovanna Lacorazza στην Ισπανία.
ΤΟΕ ΚΑΙ ΠΑΟΥΛΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Theo-Paula Rebetiko Dance in Italy
ΤΕΟ ΖΕΜΠΕΚΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
Ο Τεό χορεύει Ζεϊμπέκικο στην Ισπανία
ΤΕΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΧΑΣΑΠΙΚΟ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Ρεμπέτικο-Χασάπικο, Τεό – Πάμπλο, Βαρκελώνη Ισπανία
THEO REBETIKO TANGO VARKELONI
Rebetiko – Tango in Varkeloni
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ ΜΕ ΤΕΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Παράσταση Ρεμπέτικου – Τανγκό στην Ισπανία (Βαρκελώνη)
ΤΕΟ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Τεό, ανοιχτά μαθήματα Ελληνικών αστικών χορών στη Βαρκελώνη, Ισπανία
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑΝΓΚΟ ΤΕΟ ΣΤΗ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Παράσταση Ρεμπέτικου Τανγκό στη Βαρκελώνη. Προετοιμασία γυναικών πριν βγουν στη σκηνή..
REBETIKO TANGO GROUP ME TEO IN SPAIN
Στιγμιότυπο από παράσταση Ρεμπέτικο Τανγκό στην Ισπανία (Βαρκελώνη)
Ο ΤΕΟ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΣΥΡΤΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ
Sirtaki lesson from Teo to friends in Turkey
Ο ΤΕΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΣΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
Ο Τεό μαζί με άλλους ρεμπέτες σε παράσταση για το Ρεμπέτικο και το Τανγκό στη Βαρκελώνη
ΑΦΙΣΑ ΒΡΑΔΙΑΣ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΜΕ ΤΟΝ ΤΕΟ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
Αφίσα από παλαιότερη Ρεμπέτικη βραδιά που διοργάνωσε ο Τεό με τους συνεργάτες του στην Κρήτη!
DEIGO MASTRANGELO EVI ANESTI
Μία πρωτοποριακή εκδήλωση στις Σέρρες που είχε διοργανώσει παλαιότερα η επιχείρηση πολιτισμού Ζείδωρος, είχε την σφραγίδα του Τεό. Στη φωτογραφία ο Ντιέγκο Μαστράντζελο και η Εύη Ανέστη, σε μια μοναδική χορογραφία!
ΤΕΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ
Τεό, σε παράσταση Ρεμπέτικο – Τάνγκο, Βαρκελώνη, Ισπανία
ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ
Συννεφιασμένη Κυριακή, Βασίλης Τσιτσάνης. Ενα θρυλικό τραγούδι που ακουγόταν, ακούγεται και πάντα θα ακούγεται, πάντα θα μνημονεύεται σαν ένας ύμνος!
Ο ΤΕΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Ο Τεό μπροστά από την Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη
Ο ΤΕΟ ΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
Τεό-Βασιλική

Τεό αγαπημένε μας, καλό ταξίδι!

Teo – Thanos, Zorba Dance in Athens Greece

ΧΩΡΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ “ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥΔΗΣ”
Ο Θεόδωρος πίστευε ότι ο ζωντανός πολιτισμός μας δεν βρίσκεται στα Μουσεία, αλλά στο παρόν και το μέλλον. Αυτός ήταν και ο λόγος που παράλληλα με την έρευνά του, χόρευε ανιδιοτελώς με τους φίλους του Ρεμπέτικο και Τάνγκο στους δρόμους, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης.
Εμπνεόμενοι από όσα έκανε ο Θεόδωρος εμείς οι συνεργάτες και οι φίλοι του, νιώθουμε την υποχρέωση να δημιουργήσουμε έναν χώρο Πολιτισμού “ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΑΝΓΚΟ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥΔΗΣ”, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του.
Εναν λιτό, αλλά πραγματικό χώρο ζωντανού πολιτισμού, που να συνεισφέρει πρακτικά στην εγκύκλια παιδεία με τις έννοιες που αυτή συνδέεται, όπως, η μόρφωση, ο πολιτισμός και η κουλτούρα στις διάφορες εκφάνσεις τους.
Σχετικές πληροφορίες σχετικά με την δημιουργία αυτού του χώρου πολιτισμού θα αναρτώνται εδώ σε αυτόν τον διαδικτυακό χώρο, για όσους, εμπνεόμενοι από τον πολιτιστικό και εκπαιδευτικό σκοπό αυτής της δράσης, θα ήθελαν να υποστηρίξουν την ανιδιοτελή μας προσπάθεια..

Shares