Η Σάμος στις αρχαίες πηγές εμφανίζεται με πολλά ονόματα: Υδρήλη, λόγω των πηγών της, Μελάμφυλλος, Μελάνθεμος, Φυλλίς και Ανθεμίς για την πλούσια και ξεχωριστή χλωρίδα της, που τη χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα, και Δόρυσσα, Δρυούσα και Κυπαρισσία για τα δέντρα της, που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την ανάπτυξη της ναυπηγικής τέχνης.
Πιθανότατα τα περισσότερα από τα παραπάνω ονόματα ήταν απλώς επίθετα, αφού παράλληλα το όνομα Σάμος εμφανίζεται σταθερά στις αρχαίες πηγές και μάλλον προέρχεται από μια αρχαία ρίζα (sama), που σημαίνει τόπο με ψηλά βουνά. Στις πηγές συναντάται και μία μεταγενέστερη παρετυμολογική αιτιολογική παράδοση, που ερμηνεύει το όνομα από τον Σάμο, γιο του Αγκαίου, του πρώτου μυθικού οικιστή του νησιού.

Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ
Η Σάμος απέχει 10 μίλια από την Ικαρία, ενώ από τη μικρασιατική ακτή χωρίζεται με δίαυλο πλάτους μόλις 1.300 μέτρων. Το μέγιστο μήκος της νήσου από Δυτικά προς προς Ανατολικά είναι 26 μίλια και το μέγιστο πλάτος της από Βόρεια προς Νότια είναι 11 μίλια, ενώ το μέγιστο υψόμετρο είναι 1.443 μ. (κορυφή του όρους Κερκετεύς). Η περίμετρος της ακτογραμμής της φθάνει τα 86 ναυτικά μίλια και η συνολική της επιφάνεια τα 477 τ. χλμ..
Στην φωτογραφία η νήσος Σάμος όπως φαίνεται από το διάστημα.

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ
Η Σάμος είναι γενέτειρα του μεγάλου μαθηματικού της αρχαιότητας Πυθαγόρα, του αστρονόμου και μαθηματικού Αρίσταρχου του Σάμιου, του φιλόσοφου Επίκουρου και κατά πολλούς του Αισώπου.
Στην εικόνα ο μεγάλος μαθηματικός της αρχαιότητας γνωστός ανά την οικουμένη, ο Πυθαγόρας.

ΣΑΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Στη νήσο Σάμο ο Ελληνικός πολιτισμός και η παράδοσή της βαδίζουν τον ίδιο δημιουργικό δρόμο με σκοπό να διατηρηθούν τα ήθη και τα έθιμα των τοπικών κοινωνιών, συμβάλλοντας ιδιαίτερα και στη συνοχή τους. Παραδοσιακοί Σύλλογοι δραστηριοοιούνται σε όλη την επικράτεια του νησιού με ευγενείς σκοπούς διαφύλαξης και διάδοσης της παράδοσης, σε αρμονία με τις σύγχρονες δημιουργικές πολιτιστικές τάσεις της εποχής.
Ενα τρανό παράδειγμα είναι ο Ιωνικός Αθλητικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Καρλοβάσου, ένας δραστήριος Σύλλογος που δραστηριοποιείται στην διαφύλαξη και διάδοση της τοπικής παράδοσης του νησιού της Σάμου και για το σκοπό αυτό λειτουργεί χορευτικά τμήματα παραδοσιακών χορών αλλά και σύγχρονου χορού, ενώ διοργανώνει αξιόλογες πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις λειτουργώντας παράλληλα και τμήματα ρυθμικής γυμναστικής και άλλων ειδών χορού.

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΜΟΥ
Η Περιφερειακή Ενότητα Σάμου συγκροτήθηκε στο πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού προγράμματος “Καλλικράτης” και περιλαμβάνει τον Δήμο Ανατολικής Σάμου, ο οποίος διαιρείται σε 2 Δημοτικές Ενότητες (Βαθέος και Πυθαγορείου) και τον Δήμο Δυτικής Σάμου που επίσης διαιρείται 2 Δημοτικές Ενότητες (Καρλοβασίου και Μαραθοκάμπου).
Η Περιφερειακή Ενότητα Σάμου έχει έκταση 477 τ.χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 32.642 κατοίκους. Πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Σάμου είναι η Σάμος, με πληθυσμό 5.900 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήμταος μαζί με το Άνω Βαθύ, ξεπερνά τις 8.500 κατοίκους. Αντιπεριφερειάρχης της Περιφερειακής Ενότητας Σάμου είναι ο κ. Μαυρατζώτης Ελισσαίος.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στον παρακάτω χάρτη εμφαίνεται η θέση της νήσου Σάμου στην Ελλάδα, μαζί με τα υπόλοιπα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου δηλ. την Χίο, τις Οινούσσες, τα Ψαρά, την Ικαρία, τους Φούρνους Κορσεών, τον Αγιο Ευστράτιο, την Λέσβο και τη Λήμνο καθώς και εκατοντάδες μικρά νησι, νησίδες και βραχονησίδες.

Ο ΔΗΜΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΣΑΜΟΥ
Ο Δήμος Ανατολικής Σάμου είναι Δήμος της Περιφερειακής Ενότητας Σάμου στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, που αποτελείται από 20 Κοινότητες οι οποίες περιλαμβάνουν 77 οικισμούς και 5 ακατοίκητες νησίδες. Εδρα του Δήμου είναι το Βαθύ και ιστορική έδρα το Πυθαγόρειο.
Η έκταση του Δήμου Ανατολικής Σάμου είναι 289.80 τ.χλμ και ο πληθυσμός του 17.959 κάτοικοι.
Δήμαρχος του Δήμου Ανατολικής Σάμου είναι ο κ. Παρασκευάς Παπαγεωργίου.
Ο Δήμος Ανατολικής Σάμου διαιρείται σε 2 Δημοτικές Ενότητες την Βαθέος και του Πυθαγορείου, με τις Κοινότητες και τους οικισμούς (σε παρένθεση) όπως αναγράφονται παρακάτω:
1. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΑΘΕΟΣ: Περιλαμβάνει τις Κοινότητες Σαμίων (Σάμος, Αγία Παρασκευή, Αγιος Νικόλαος, Ασπροχώρι, Γαλάζιο, και τις ακατοίκητες νησίδες Διαπόρτι, Κασονήσι, Μακρόνησο, Πρασονήσι, Στρογγυλό), Αγίου Κωνσταντίνου (Αγιος Κωνσταντίνος, Βαλεοντάδες), Αμπέλου (Αμπελος, Λιβαδάκι, Πεταλίδες), Βαθέος (Βαθύ, Αγία Ζώνη, Αγία Μαρκέλλα, Αγία Τριάδα, Αη Θανάσης, Βαρέλλα, Δροσιά, Ζερβού, Ζωοδόχος Πηγή, Καμάρα, Κέδρος, Κουμαριώνας, Μεσόκαμπος, Μωραϊτοχώρι, Νικόλα, Παναίτσα, Πλάτανος, Τουρκομυλωνάς, Φλόκα), Βουρλιωτών (Βουρλιώτες, Αυλάκια, Κάμπος, Μονή Βροντά), Κοκκαρίου (Κοκκάρι), Μανολατών (Μανολάτες, Μαργαρίτες), Παλαιοκάστρου (Παλαιόκαστρο, Αργυρός, Κλήμα, Ποσειδώνιο, Χαραυγή, Ψιλή Αμμος), Σταυρινήδων (Σταυρινήδες).
2. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΥ: Περιλαμβάνει τις Κοινότητες Πυθαγορείου (Πυθαγόρειο, Καρπόβουλος, Νέα Πόλη, Πούντες), Κουμαραδαίων (Κουμαραδαίοι, Μονή Μεγάλης Παναγίας), Μαυρατζαίων (Μαυρατζαίοι, Γιώνηδες, Μονή Τιμίου Σταυρού), Μεσογείου (Μεσόγειο), Μύλων (Μύλοι), Μυτιληνιών (Μυτιληνιοί, Καμάρα, Μονή Αγίας Τριάδας, Ποτάμι Μεσοκάμπου, Ριζοβράχος), Παγώνδου (Παγώνδας, Ηραίο, Κολόνα), Πάνδροσου (Πάνδροσο), Πύργου (Πύργος), Σπαθαραίων (Σπαθαραίοι, Αβάντι [Ζέφυρος], Απόστολος Παύλος, Βεργή, Καλογερικό, Κύργιαννη, Λιμνονάκι, Μετόχι, Σαμιοπούλα, Συκιά), Χώρας (Χώρα, Ποτοκάκι).

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΑΘΕΟΣ
Η ΣΑΜΟΣ
Η Σάμος είναι πόλη και πρωτεύουσα της νήσου Σάμου και της ομώνυμης Περιφερειακής Ενότητας. Ο πληθυσμός της πόλης της Σάμου είναι 5.900 κάτοικοι, ενώ ο πληθυσμός μαζί με το Άνω Βαθύ, ξεπερνά τις 8.500 κάτοικοι. Το Ανω Βαθύ είναι κωμόπολη της Σάμου χτισμένο στην πλαγιά του λόφου πάνω από την πόλη της Σάμου, με την οποία ουσιαστικά αποτελεί ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα. Συχνά οι κάτοικοι ονομάζουν Βαθύ το σύνολο της πόλης μαζί με το Ανω ή Παλαιό Βαθύ. Το όνομά του Βαθύ το οφείλει στη θέση του στο βάθος ενός κόλπου.
Γεωγραφία: Η Σάμος είναι κτισμένη αμφιθεατρικά στο βορειοανατολικό και ανατολικό μυχό του κόλπου Βαθέος Σάμου, στη βόρεια – βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Αποτελεί έδρα του Δήμου Ανατολικής Σάμου και πρωτεύουσα του νησιού.
Ιστορία: Xτίστηκε περίπου στα μέσα του 18ου αιώνα ως λιμάνι του Βαθέος. Η πόλη αρχικά έφερε την ονομασία Κάτω Βαθύ ή Γιαλός και Λιμένας Βαθέος για να ξεχωρίζει από τον παλαιότερο οικισμό Βαθύ (σημερινό Άνω Βαθύ), το οποίο ήταν χτισμένο στην πλαγιά του λόφου πίσω ακριβώς από το λιμάνι. Αναπτύχθηκε περισσότερο μετά την ίδρυση της Ηγεμονίας της Σάμου, οπότε και αποτέλεσε διοικητικό κέντρο του νησιού. Στο διάστημα 1834-1849 η πόλη είχε μετονομαστεί σε Στεφανούπολη, από το
όνομα του πρώτου Ηγεμόνα της Σάμου, Στέφανου Βογορίδη. Μετά την καθαίρεση του Βογορίδη επανήλθε το παλαιότερο όνομά της. Κατά τη διάρκεια του 2ου μισού του 19ου αιώνα σημειώθηκε αύξηση του πληθυσμού της και ανοικοδόμηση πολλών δημόσιων κτιρίων.
Μετά την ενσωμάτωση της Σάμου στο Ελληνικό κράτος τον Νοέμβριο του 1912, η πόλη παρέμεινε διοικητικό κέντρο, καθώς ορίστηκε έδρα του νομού Σάμου. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου υπήρξε έδρα των Ιταλικών δυνάμεων κατοχής. Τον Νοέμβριο του 1943 βομβαρδίστηκε από Γερμανικές αεροπορικές δυνάμεις και υπέστη μεγάλες καταστροφές. Το 1958, απέκτησε επίσημα την ονομασία Σάμος που αντικατέστησε την παλαιότερη ονομασία Λιμένας Βαθέος.
Αξιοθέατα: Το κεντρικότερο σημείο της πόλης είναι η πλατεία Πυθαγόρα, η οποία κατασκευάστηκε το 1864. Η πόλη αποτελεί το διοικητικό κέντρο του νησιού και διαθέτει τουριστικές υποδομές υψηλής ποιότητας, καθώς και κέντρα σίτισης και ψυχαγωγίας. Αξιοθέατα της πόλης είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο με ευρήματα από το Ηραίο, το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, η Πινακοθήκη, η Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο.
Το λιμάνι της Σάμου: Το λιμάνι της Σάμου ή παλαιότερα Λιμήν Βαθέος Σάμου, βρίσκεται στο βόρειο μυχό του μεγάλου βορειοανατολικού φυσικού κόλπου, όπου και η πρωτεύουσα της νήσου Βαθύ, απ΄ όπου και η ομώνυμη ονομασία του. Θεωρείται ως ένα από τα ασφαλέστερα φυσικά λιμάνια της ακριτικής νησιωτικής Ελλάδας (ανατολικού Αιγαίου).
Ακτοπλοϊκή Σύνδεση: Η πόλη της Σάμου συνδέεται ακτοπλοϊκώς με τον Πειραιά. Το πλοίο της γραμμής συνήθως πιάνει και στο δεύτερο λιμάνι του νησιού, το Καρλόβασι που βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Σάμου. Επίσης υπάρχει αραιή ακτοπλοϊκή σύνδεση και με τα υπόλοιπα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Υπάρχει επίσης σύνδεση με τουριστικά πλοιάρια με το λιμάνι Κουσάντασι της Τουρκίας, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση ανατολικά.
Το αεροδρόμιο της Σάμου: Ο Κρατικός Αερολιμένας Σάμου «Αρίσταρχος ο Σάμιος» βρίσκεται περίπου 15 χιλιόμετρα νότια της πόλης, κοντά στο χωριό Πυθαγόρειο. Το αεροδρόμιο συνδέεται με τακτικά δρομολόγια λεωφορείων τόσο με την πόλη της Σάμου, μέσω του Πυθαγορείου, όσο και μέσω των Μυτιλινιών με άλλες περιοχές.
Οδικές συγκοινωνίες: Το ΚΤΕΛ Σάμου με έδρα το Βαθύ Σάμου συνδέει με τακτικά και έκτακτα όταν απαιτείται δρομολόγια την πόλη της Σάμου με τα χωριά του νησιού, ενώ εκτελεί δρομολόγια από και προς το αεροδρόμιο. Διαθέτει σύγχρονα λεωφορεία και άριστα καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό με τη συνεισφορά του να είναι πολύτιμη και ταυστισμένη με την νεότερη ιστορία της Σάμου και της Ευρύτερης περιοχής.

ΒΑΘΥ ΣΑΜΟΥ → ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ
Το Βαθύ (ή αλλιώς Άνω Βαθύ και Παλαιό Βαθύ), είναι κωμόπολη της Σάμου. Είναι χτισμένο στην πλαγιά του λόφου πάνω από την πόλη της Σάμου με την οποία ουσιαστικά αποτελεί ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα. Συχνά οι κάτοικοι του νησιού ονομάζουν Βαθύ το σύνολο της πόλης της Σάμου, μαζί με το Άνω ή Παλαιό Βαθύ. Το όνομά του το οφείλει στη θέση του στο βάθος ενός κόλπου. Το Βαθύ αποτελεί Κοινότητα και Δημοτική Ενότητα του Δήμου Ανατολικής Σάμου και έχει πραγματικό πληθυσμό 1.888 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός ολόκληρου του πολεοδομικού συγκροτήματος Βαθέoς – Σάμου είναι συνολικά περίπου 8.500 κάτοικοι.
Ιστορία: Το Βαθύ θεωρείται από τους παλαιότερους οικισμούς της Σάμου. Για την προέλευση της ονομασίας του, κυριαρχεί η άποψη που την αποδίδει στη θέση του οικισμού, στο βάθος μεγάλου κόλπου. Στην αρχική σύνθεση του πληθυσμού του οικισμού περιλαμβάνονται πληθυσμιακές ομάδες από την Πελοπόννησο άλλα και τη Χίο. Το Βαθύ εξελίχθηκε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα σε έναν από τους μεγαλύτερους οικισμούς του νησιού.
Αξιοθέατα: Το Βαθύ διατηρεί αναλλοίωτα στοιχεία της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και έχει ανακηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός. Στο Βαθύ στεγάζεται το αρχαιολογικό μουσείο και διατηρείται εκκλησιαστική συλλογή της Βυζαντινής περιόδου. Στο δημαρχείο φυλάσσεται αξιόλογη συλλογή πινάκων και το Σύνταγμα της Σάμου. Το Βαθύ είναι σήμερα χαρακτηρισμένος ως ένας τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.
Πρόσωπα: Από το Βαθύ Σάμου κατάγεται ο πρωτεργάτης της ενσωμάτωσης της Σάμου στην Ελλάδα και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας Θεμιστοκλής Σοφούλης.

ΤΟ ΚΟΚΚΑΡΙ
Το Κοκκάρι είναι γραφικό χωριό της Σάμου και αποτελεί Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Βαθέος του Δήμου Ανατολικής Σάμου στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 973 κατοίκους.
Γεωγραφία: Βρίσκεται στις βόρειες ακτές του νησιού, σε υψόμετρο 10 μέτρων, επάνω στη επαρχιακή οδό Σάμου – Καρλοβασίου, απέχει δε περίπου 11 χλμ. Βορειοδυτικά της πόλης της Σάμου.
Ονομασία: Το όνομά του γραφικού αυτού χωριού αποδίδεται στην εκτεταμένη καλλιέργεια του κοκκαριού, ενός είδους μικρού κρεμμυδιού.
Οικονομία: Η κύρια απασχόληση των κατοίκων του Κοκκαριού είναι ο τουρισμός, καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο αναπτυγμένα τουριστικά θέρετρα του νησιού.
Αξιοθέατα: Πόλο έλξης στο Κοκκάρι αποτελούν τα καλοδιατηρημένα παλιά σπίτια, το μικρό λιμάνι και οι παραλίες (Τσαμαδού, Λεμονάκια και Τσάμπου) που το περιβάλλουν. Ένα από τα σημαντικά αξιοθέατα του Κοκκαριού είναι και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ενώ μεγάλο πανηγύρι διεξάγεται στις 27 Ιουλίου, εορτή του Αγίου Παντελεήμονα.

ΟΙ ΒΟΥΡΛΙΩΤΕΣ
Οι Βουρλιώτες είναι χωριό και Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Βαθέος του Δήμου Ανατολικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 369 κατοίκους. Bρίσκονται στο κεντρικό βόρειο τμήμα του νησιού, σε υψόμετρο 340 μέτρα, στις πλαγιές του όρους Άμπελος. Απέχουν περίπου 19 χλμ. Δυτικά-Βορεοδυτικά από την πόλη της Σάμου.
Ιστορία: Στον Ιωσήφ Γεωργειρήνη οφείλεται μια περιγραφή για τον οικισμό γραμμένη το 1677. Ο Γεωργειρήνης αναφέρει ότι είναι αποικία των Βουρλών, μιας μικρής πόλης κοντά στη Σμύρνη (που είναι γνωστή κυρίως ως τόπος γέννησης του ποιητή Γιώργου Σεφέρη). Υπήρχαν τότε περί τα εκατό σπίτια και μια εκκλησία. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων ήταν στην υλοτομία, δεδομένου ότι η περιοχή καλυπτόταν από δέντρα κατάλληλα για την κατασκευή οικοδομών και πλοίων. Αναφέρει επίσης την κοντινή Παναγία του Βροντά. Το 1702 πέρασε από τους Βουρλιώτες και φιλοξενήθηκε στη μονή Βροντά στις τρεις μέρες μιας κακοκαιρίας ο περίφημος Γάλλος περιηγητής και βοτανολόγος Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ.
Σύμφωνα με τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη ο οποίος αναφέρεται και στο χρονικό της δημιουργίας του χωριού, παραθέτει την άποψη ότι οι πρώτοι κάτοικοι ερχόμενοι από τα Βουρλά δημιούργησαν οικισμό στο Παλαιοχώρι (σήμερα πάνω από τον Κάμπο Βουρλιωτών), αλλά εξ αιτίας των πειρατών υποχώρησαν προς τη σημερινή θέση του χωριού. Ωστόσο η τοποθεσία αυτή ήταν κατοικημένη πριν την ερήμωση της Σάμου. Ένα πλήθος οικισμών προέρχεται από τη βαθμιαία επέκταση των κατοίκων των Βουρλιωτών, οι οποίοι στράφηκαν βαθμιαία στην αμπελουργία και επεκτάθηκαν προς τον κάμπο και προς τη θάλασσα, η οποία εξασφάλιζε τη μεταφορά του κρασιού. Τον καιρό της ηγεμονίας της Σάμου (1834-1912) δημιουργήθηκε από μέρος αυτών των οικισμών ο Δήμος των Έξι Γειτονιών (Άγιος Κωνσταντίνος, Βαλεοντάδες, Μανολάτες, Σταυρινήδες, Νενέδες και Μαργαρίτες).
Η Κοινότητα Βουρλιωτών: Εκτός από τους Βουρλιώτες στην Κοινότητα Βουρλιωτών υπάγονται και οι οικισμοί Αυλάκια, Κάμπος και η Μονή Βροντά, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεται στους 602 κατοίκους.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΥ
ΤΟ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟ
Το Πυθαγόρειο είναι κωμόπολη, Κοινότητα, Δημοτική Ενότητα, καθώς και ιστορική έδρα του Δήμου Ανατολικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 1.277 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η κωμόπολη βρίσκεται νότια της πόλης της Σάμου και σε απόσταση 12 χιλιόμετρα από αυτήν. Στη θέση του Πυθαγορείου στην αρχαιότητα βρισκόταν η αρχαία πόλη της Σάμου. Το λιμάνι του σημερινού οικισμού ταυτίζεται με το λιμάνι της αρχαίας πόλης, το οποίο ο Ηρόδοτος το περιγράφει ως ένα από τα θαυμαστά έργα του νησιού και θεωρείται το αρχαιότερο τεχνητό λιμάνι της Μεσογείου.
Ιστορία: Το Πυθαγόρειο οικοδομήθηκε πάνω στην αρχαία πρωτεύουσα της Σάμου, τα ερείπια βρίσκονται ενσωματωμένα στα σημερινά σπίτια του Πυθαγορείου. Η αρχαία πόλη έφτανε στο μέγιστο της ισχύος της γύρω στα 530 π.Χ. την εποχή που κυβέρνησε το νησί ο Τύραννος Πολυκράτης, τότε έγινε πανίσχυρο ναυτικό κράτος. Η ισχύς οδήγησε σε ευημερία και μεγάλα πλούτη με αποτελέσματα τα μεγάλα έργα του Πολυκράτη που ήταν το Ευπαλίνειο όρυγμα, το Ηραίο Σάμου και το αρχαίο λιμάνι της Σάμου, να βρίσκονται τα ερείπιά τους σήμερα στην ευρύτερη περιοχή της πόλης, ενώ διακρίνονται και οι αρχαίες οχυρώσεις. Η Σάμος κατακτήθηκε από τους Πέρσες και έπεσε σε μεγάλη παρακμή, ακολούθησαν άλλοι δύο περίοδοι ευημερίας τον 3ο αιώνα π.Χ. που έζησε ο Αρίσταρχος ο Σάμιος και στην ύστερη Αρχαία Ρώμη. Τα ερείπια της Ρωμαϊκής Σάμου διακρίνονται σήμερα περίπου μισό χιλιόμετρο δυτικά από το Πυθαγόρειο.
Ο Πύργος του Λογοθέτη: Νεότερο αξιόλογο κτίσμα στο Πυθαγόρειο αποτελεί ο πύργος του Λυκούργου Λογοθέτη, που δεσπόζει στη δυτική πλευρά του οικισμού. Χτίστηκε το 1824 και πρόκειται για διώροφο κτίσμα σε οχυρωματική διάταξη.
Το άγαλμα του Πυθαγόρα: Στο λιμάνι ξεχωρίζει το άγαλμα του Πυθαγόρα, ένα σύγχρονο γλυπτό που απεικονίζει τον Πυθαγόρα με το περίφημο θεώρημά του,, το Πυθαγόρειο θεώρημα.
To λιμάνι του Σάμου: Το λιμάνι της Σάμου είχε σημαντικό ρόλο στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, τα ερείπια από το Βυζαντινό ημερολόγιο είναι ορατά σήμερα από τον Πύργο του Λογοθέτη στη δυτική πλευρά του λιμανιού. Ακολούθησε παρακμή στη Λατινοκρατία και οι παραλιακοί οικισμοί ερημώθηκαν, στην Οθωμανική αυτοκρατορία η νέα πρωτεύουσα Χώρα κτίσθηκε 4 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το αρχαίο Πυθαγόρειο. Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ο Σάμιος ηγέτης Λυκούργος Λογοθέτης οικοδόμησε την περίοδο 1824 – 1827 έναν πύργο, αργότερα (1831) έκτισε κοντά στον πύργο μια εκκλησία. Την περίοδο 1859 – 1866 έγινε το νεότερο λιμάνι της πόλης στη θέση του αρχαίου που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Το όνομα του νέου οικισμού στην πορεία του χρόνου (1955) μετονομάστηκε σε Πυθαγόρειο από το όνομα του κορυφαίου αρχαίου σοφού Πυθαγόρα, που ήταν από τη Σάμο.
Τουρισμός: Η κωμόπολη Πυθαγόρειο βρίσκεται στην πιο ανεπτυγμένη τουριστικά περιοχή του νησιού, διαθέτει εξαιρετικά καλές τουριστικές υποδομές και προσφέρει πολλές εναλλακτικές λύσεις για διαμονή τόσο μέσα στην πόλη, όσο και σε κοντινή απόσταση στην ευρύτερη περιοχή.
Η ύπαρξη αξιόλογων Μουσείων, η διοργάνωση πολλών εκθέσεων (Ζωγραφικής, Φωτογραφίας κλπ) κυρίως τη θερινή περίοδο, όπως επίσης και Διεθνών Συνεδρίων, διαλέξεων διεθνούς ακτινοβολίας (Φιλοσοφίας, Επιστημών, Τεχνών, Νέων τεχνολογιών, Αρχαιολογίας κλπ) και η οργάνωση Φεστιβάλ (Θεάτρου, Μουσικής κλπ), αποτελούν πόλο έλξης σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Αξιοθέατα: To άγαλμα του Πυθαγόρα στο λιμάνι • το Παλιό Βυζαντινό Κάστρο, που ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 • ο Πύργος του αρχηγού της επανάστασης Λυκούργου Λογοθέτη • ο Ιερός Ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, που τον οικοδόμησε το 1831 ο Λυκούργος Λογοθέτης και οι άλλοι αρχηγοί του νησιού, εκπληρώνοντας τάμα που έκαναν μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Μυκάλης τον Αύγουστο του 1824 • η Παλαιοχριστιανική βασιλική του Κάστρου (6ος αιώνας), που οικοδομήθηκε στη θέση και με τα υλικά δύο πολυτελών εξοχικών κατοικιών των Ελληνιστικών χρόνων.
Διάσημες Προσωπικότητες: Ο Πυθαγόρας διάσημος μαθηματικός και φιλόσοφος, γεωμέτρης και θεωρητικός της μουσικής, γεννήθηκε στο Πυθαγόρειο (580 – 496 π.Χ.) • ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, αστρονόμος και μαθηματικός, γέννημα-θρέμμα του Πυθαγορείου (310 – 230 π.Χ.).

Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος (580 – 496 π.Χ.) ήταν σημαντικός Ελληνας φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης και θεωρητικός της μουσικής. Παντρεύτηκε τη φιλόσοφο και επιστήμονα Θεανώ.
Ο βίος του Πυθαγόρα: Ο Πυθαγόρας είναι ο κατεξοχήν θεμελιωτής των Ελληνικών μαθηματικών, δημιούργησε ένα άρτιο σύστημα για την επιστήμη των ουρανίων σωμάτων που κατοχύρωσε με όλες τις σχετικές αριθμητικές και γεωμετρικές αποδείξεις και ήταν ιδρυτής ενός μυητικού φιλοσοφικού κινήματος, του οποίου τα μέλη αποκαλούνταν Πυθαγόρειοι. Οι Πυθαγόρειοι ήταν οι εκλεκτοί μαθητές του εσώτερου κύκλου, ενώ υπήρχαν και οι μαθητές που δεν ανήκαν στην σχολή του, αλλά τον ακολουθούσαν και που λέγονταν Πυθαγοριστές. Η διαφορά ήταν σε επίπεδο ψυχικής εξέλιξης και αυτοπειθαρχείας και οι Πυθαγόρειοι ήσαν σαφώς ανωτέρου επιπέδου μαθητές και Μύστες των Πυθαγοριστών. Ο Πυθαγόρας επηρέασε σημαντικά τη φιλοσοφία και τη θρησκευτική διδασκαλία στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., συχνά αναφέρεται ως σπουδαίος μαθηματικός και επιστήμονας και είναι γνωστός για το Πυθαγόρειο Θεώρημα που έχει το όνομά του. Οι υποστηρικτές του Πυθαγόρα ακολούθησαν τις πρακτικές που ανέπτυξε και μελέτησαν τις φιλοσοφικές του θεωρίες. Τα μέρη συνάντησης των Πυθαγόρειων κάηκαν και ο Πυθαγόρας αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη.
Το Πυθαγόρειο Θεώρημα: Σύμφωνα με το Πυθαγόρειο Γεωμετρικό Θεώρημα σε κάθε ορθογώνιο τρίγωνο, το τετράγωνο της υποτείνουσας (της πλευράς απέναντι από την ορθή γωνία), είναι ίσο με το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών (a2+b2=c2).

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ
Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310 π.Χ. – περίπου 230 π.Χ.) ήταν Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός, που γεννήθηκε στη Σάμο. Είναι ο πρώτος επιστήμονας (μετά τους Πυθαγορείους) ο οποίος πρότεινε το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Ηλιακού Συστήματος, θέτοντας τον Ήλιο και όχι τη Γη, στο κέντρο του γνωστού Σύμπαντος. Οι ιδέες του περί Αστρονομίας φαίνεται να μην είχαν γίνει αρχικά αποδεκτές και θεωρήθηκαν κατώτερες από εκείνες του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ελλιπή. Δύο χιλιάδες (2000) χρόνια μετά, ο Κοπέρνικος στηριζόμενος στις θεωρίες του Αρίσταρχου και των Πυθαγορείων, όπως ο ίδιος επισημαίνει στην εισαγωγή του έργου του, ανέλυσε περαιτέρω το ηλιοκεντρικό σύστημα, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Ηλιοκεντρισμός: Η μοναδική εργασία του Αρίσταρχου η οποία έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, «Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης» (Περί των μεγεθών και αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης), βασίζεται σε γεωκεντρικό μοντέλο, καθώς είτε είναι προγενέστερο των απόψεών του περί ηλιοκεντρισμού, είτε χρησιμοποιεί το αποδεκτό για την εποχή του σύστημα σε μια εργασία που αφορά αποκλειστικά τις μετρήσεις των αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης από τη Γη και όχι το σύστημα που συμμετέχουν. Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε από διάφορες παραπομπές ότι ο Αρίσταρχος είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο στο οποίο πρότεινε την εναλλακτική υπόθεση του ηλιοκεντρικού μοντέλου.

ΟΙ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΙ
Οι Μυτιληνιοί είναι μεγάλο χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Πυθαγορείου του Δήμου Ανατολικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 1.778 κατοίκους.
Γεωγραφία: Οι Μυτιληνιοί βρίσκονται στο κέντρο του νησιού της Σάμου, στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού Καρβούνης (ή Άμπελος), στο δυτικό άκρο της ομώνυμης κοιλάδας σε υψόμετρο 120 μέτρα. Το χωριό είναι κτισμένο σε τέτοιο σημείο που δεν φαίνεται η θάλασσα. Αυτό δείχνει ότι μπορεί να χτίστηκε σε αυτό το σημείο για τον φόβο των πειρατών που υπήρχαν παλιά. Το χωριό απέχει 7 χλμ. από την πόλη του Πυθαγορείου, 13 χλμ. από την πόλη της Σάμου, 35 χλμ. από την πόλη του Καρλοβάσου και 33 χλμ. από τον Μαραθόκαμπο.
Οι Μυτιληνιοί ήταν το πρώτο αγροτικό κέντρο της Σάμου. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Σάμου σε πληθυσμό και παραγωγή καλών και εκλεκτών προϊόντων. Η Κοινότητα των Μυτιληνιών αρχίζει έξω από το Κοκκάρι και φτάνει κοντά στο Πυθαγόρειο. Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω σε τρείς λόφους και στη μέση της κατάφυτης και πολύ γόνιμης κοιλάδας του Χησίου (μεγάλο ρέμα) και βλέπει ένα μικρό κομμάτι του Επταστάδιου και της ψηλής Μυκάλης.
Η ονομασία του χωριού: Υπάρχουν πολλές απόψεις για την προέλευση της ονομασίας του χωριού. Σύμφωνα με τον Επ. Σταματιάδη, όπως αναφέρει στα «Σαμιακά», το χωριό ονομάστηκε Μυτιληνιοί επειδή οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν σε αυτό κατάγονταν από τη Μυτιλήνη της Λέσβου. Ο πατήρ Αποστολάκης Ανδρέας, αναφέρει στο βιβλίο του, ότι οι πρώτοι έποικοι του χωριού παρουσίαζαν πολλές αρετές. Ήταν έξυπνοι, εργατικοί και φιλότιμοι
Ιστορία του χωριού: Η ιστορία λέει ότι κάποια περίοδο το νησί της Σάμου είχε σχεδόν ερημώσει από τις συνεχείς επιθέσεις των πειρατών. Οι κάτοικοι του αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν στα γύρω νησιά όπως η Χίος, η Μυτιλήνη κλπ. Έπειτα από πρόσκληση του Κιλίτζ Πασά, έφτασαν στη Σάμο οι Μυτιληναίοι και χάρις στη συμπάθεια που τους είχε, τους άφησε να διαλέξουν εκείνοι τον τόπο που θα έχτιζαν το χωριό τους. Προτίμησαν το χώρο που βρίσκεται μέχρι και σήμερα το χωριό των Μυτιληνιών και όπως αποδείχτηκε έκαναν πολύ καλή επιλογή, αφού πρόκειται για ένα όμορφο τόπο με γόνιμο χώμα, άφθονο νερό και πλούσια βλάστηση. Τα χαρακτηριστικά αυτά σε συνδυασμό με το φιλότιμο, την εξυπνάδα και την εργατικότητα των κατοίκων του, είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί πολύ και να ευημερήσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Μυτιληνιοί ήταν κάποτε κωμόπολη. Το 1886 το χωριό είχε 992 σπίτια, έξι ενορίες και σχεδόν 3.500 κατοίκους.
Οι είσοδοι στο χωριό: Το χωριό των Μυτιληνιών έχει δύο κύριες εισόδους οι οποίες καταλήγουν στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Στη μια είσοδο καταλήγει ο δρόμος από την περιοχή της Χώρας. Ξεκινώντας κάποιος τη διαδρομή από τη Χώρα πρoς τους Μυτιληνιούς, περνάει πάνω από το επιβλητικό γεφύρι της Χώρας. Είναι ένα έργο της ηγεμονίας του Παύλου Μουσούρου (1866) και παρόλο που ο ηγεμόνας αυτός δεν ανήκει στην κατηγορία των καλών ηγεμόνων του τόπου, έχει στο ενεργητικό του πολλά και σημαντικά οδικά έργα μεταξύ των οποίων και ο δρόμος αυτός. Αξίζει να αναφερθεί ότι η θέα κατά μήκος όλης της διαδρομής είναι πανέμορφη.
Στη δεύτερη είσοδο καταλήγει ο δρόμος από το Βαθύ της Σάμου, όπου λίγο πριν την είσοδο στο χωριό συναντάμε το γνωστό γεφύρι των Μυτιληνιών το οποίο κατασκευάστηκε πριν 150 χρόνια. Στον κεντρικό δρόμο του χωριού, συναντάμε το φημισμένο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου – Παλαιοντολογικό Μουσείο Μυτιληνιών όπως και το Δημοτικό Σχολείο Μυτιληνιών, όπου κάποτε ήταν η «Ευθυμιάδα Σχολή». Ακολουθεί λίγα μέτρα πιο κάτω η πλατεία Καρακώστα με το μεγάλο μαρμάρινο Ηρώο όπου διακρίνεται ένας οπλίτης να δίνει με το παγούρι του νερό σε τραυματισμένο συνάδελφο του. Επίσης, υπάρχει η κεντρική πλατεία του χωριού με τους δύο μεγάλους πλατάνους που προσφέρουν δροσιά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στους ντόπιους, αλλά και στους επισκέπτες του χωριού. Στην κεντρική πλατεία του χωριού υπάρχουν καφετέριες, εστιατόρια και ψητοπωλεία, ενώ στον κεντρικό δρόμο υπάρχει πλήθος καταστημάτων που εξυπηρετούν τους κατοίκους αλλά και τους επισκέπτες του.
Οικονομία-Ασχολίες κατοίκων: Οι κάτοικοι του χωριού είναι κατά βάση γεωργοί. Κύρια προϊόντα που παράγουν είναι λάδι, κρασί, φρούτα και λαχανικά. Επίσης παράγουν κτηνοτροφικά και πτηνοτροφικά προϊόντα, κυρίως για την κάλυψη των δικών τους αναγκών. Παλιότερα καλλιεργούσαν καπνό και δημητριακά.

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΩΝ ΜΥΤΙΛΗΝΙΩΝ
Το γεφύρι των Μυτιληνιών κατασκευάστηκε πριν από 150 χρόνια και ήταν ένα πολύ μεγάλο έργο για την εποχή του. Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1870 με τη Γενική Συνέλευση των αντιπροσώπων της Ηγεμονίας, υπό την Προεδρία του τότε ηγεμόνα Παύλου Μουσούρου, ο οποίος παρουσίασε για πρώτη φορά το τεχνικό του πρόγραμμα που αφορούσε την κατασκευή αμαξωτών δρόμων και γεφυριών που μέχρι τότε δεν υπήρχαν. Η διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων γινόταν με τα ζώα, μέσα από μονοπάτια ή και λιθόστρωτους δρόμους, από τα χωριά προς τα λιμάνια Βαθέος και Πυθαγορείου στα ανατολικά και Καρλοβάσου και Μαραθοκάμπου στα δυτικά.
Το τεχνικό πρόγραμμα αναφέρονταν στην κατασκευή του δρόμου Βαθέως -Μυτιληνιών – Χώρας και Πυθαγορείου και δυο γεφυριών ένα εκ των οποίων στον χείμαρρο των Μυτιληνιών τον Ύβεττο, όπως ονομάζονταν στην αρχαιότητα. Η πρόταση όμως του Ηγεμόνα δεν έτυχε θερμής υποδοχής. Ο κόσμος δεν μπορούσε να διανοηθεί την εξέλιξη της τεχνολογίας και του πολιτισμού και υπήρχαν και οι αγωγιάτες που φοβήθηκαν ότι θα χάσουν τη δουλειά τους. Το κόστος του έργου ήταν πολύ μεγάλο. Τα χρήματα δεν επαρκούσαν, γι’ αυτό και ο σουλτάνος έδωσε εντολή να δίνονται για το συγκεκριμένο έργο 100.000 γρόσια από τα έσοδα του φόρου κάθε χρόνο για τρία χρόνια, δηλαδή σύνολο 300.000 καθώς και ολόκληρο τον φόρο οδοποιίας που αντιστοιχούσε σε 160.000 γρόσια κάθε χρόνο, για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Το γεφύρι στον χείμαρρο Μυτιληνιών ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1870 και τελείωσε μέσα στον ίδιο χρόνο. Ο δρόμος τελείωσε το 1872. Το κόστος του δρόμου των Μυτιληνιών ήταν 50.000 γρόσια για κάθε χιλιόμετρο και το γεφύρι κόστισε 230.000 γρόσια. Πρέπει να τονιστεί ότι το γεφύρι των Μυτιληνιών είναι το πρώτο που κτίσθηκε, το μεγαλύτερο αλλά και ένα κομψοτέχνημα της αρχιτεκτονικής σε ολόκληρη τη Σάμο. Ακόμη και τα χυτά κάγκελα που τοποθετήθηκαν ήρθαν από την Αγγλία. Ο Πολωνός αρχιτέκτονας Σουρτολέφσκι έκτισε και τα υπόλοιπα γεφύρια της Σάμου, αλλά σε αυτό είχε την ευκαιρία και λόγω του όγκου του, να δημιουργήσει ένα ανεπανάληπτο έργο που το θαύμασαν τότε όλοι, αλλά ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζει με την επιβλητική του παρουσία.
Το Γεφύρι των Μυτιλινιών σήμερα: Τα τελευταία χρόνια, χάριν στις προσπάθειες του προέδρου του χωριού και της τοπικής κοινωνίας, αποφασίστηκε το σπουδαίο αυτό έργο να αναδειχθεί και να προβληθεί όπως αρμόζει σε ένα σημαντικό μνημείο της αρχιτεκτονικής, αλλά και της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Το γεφύρι καθαρίστηκε, κατασκευάστηκαν πέτρινα σκαλιά τα οποία σου επιτρέπουν να κατέβεις στις όχθες του ποταμού, τοποθετήθηκαν πινακίδες με πληροφορίες για τους επισκέπτες του χωριού και φωταγωγήθηκε πλήρως, παρουσιάζοντας τις νυχτερινές ώρες ένα φανταστικό θέαμα.

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΙΓΑΙΟΥ-ΠΑΛΙΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αιγαίου – Παλαιοντολογικό Μουσείο, βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο των Μυτιληνιών. Τα κτήρια καλύπτουν στεγασμένη έκταση 1600 τ.μ. σε τρία επίπεδα (εργαστήρια, εκθετήρια, βιβλιοθήκη, γραφεία). Ο περιβάλλων χώρος του είναι περίπου 20 στρέμματα. Στην είσοδό του υπάρχει χάλκινο άγαλμα του αρχαίου Σάμιου αστρονόμου Αρίσταρχου, ενώ μέσα στο οικόπεδο του Μουσείου υπάρχει ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Το Μουσείο είναι μέλος της διεθνούς ένωσης Μουσείων (I.C.O.M.). Οι σύγχρονες εγκαταστάσεις του ολοκληρώθηκαν το 1994 όπότε έγιναν και τα εγκαίνια.
Οι λειτουργίες του Μουσείου διακρίνονται σε τρείς τομείς: Έρευνας και Περιβάλλοντος, Εκθεσιακός, Εκπαίδευσης.
Το Μουσείο συνεργάζεται με αρκετά Πανεπιστήμια για την πραγματοποίηση των σκοπών του καθώς και με άλλα ιδρύματα και μουσεία της Ελλάδος αλλά και του εξωτερικού.
Ο εκθεσιακός χώρος του Μουσείου κεντρίζει το ενδιαφέρον των επισκεπτών του λόγω των πολλών και εντυπωσιακών του εκθεμάτων και διαθέτει πέντε τμήματα:
1. Παλαιοντολογικό
2. Ορυκτών και πετρωμάτων
3. Θαλάσσιας ζωής
4. Βοτάνων
5. Ζωολογικό
Όλα τα παραπάνω τμήματα υποστηρίζονται από τα αντίστοιχα εργαστήρια. Οι συλλογές του Μουσείου εμπλουτίζονται συνεχώς και περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό ευρημάτων από ανασκαφές που χρηματοδότησε το ίδρυμα, αρκετά είδη ορυκτών και πετρωμάτων, όστρακα, πτηνά, θηλαστικά και ερπετά, καθώς επίσης και μεγάλο αριθμό βοτάνων σε μορφή Herbarium.
Το Καπλάνι της βιτρίνας: Στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου βρίσκεται και το διάσημο «Καπλάνι της βιτρίνας». Πρόκειται για άγριο ζώο που είχε επηρεάσει αρκετά τον αγροτικό κόσμο της Σάμου όταν είχε εμφανιστεί στο νησί. Το άγριο αυτό ζώο, το καπλάνι ή η «θηριοκάκιστη πάρδαλις», εικάζεται ότι κατέφυγε διωκόμενη από τη Μικρά Ασία στη Σάμο. Εμφανίστηκε στο νησί το 1856 και εξοντώθηκε το 1862. Οι μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν ότι ήταν ζώο ορμητικό και ακατάβλητο με ασύλληπτη ταχύτητα. Η εξόντωση του έγινε όταν ομάδα ένοπλων Σαμιωτών κατάφεραν να το οδηγήσουν και να το αποκλείσουν σε σπήλαιο. Το 1870 ένα άλλο καπλάνι εμφανίστηκε και πάλι στη Σάμο χωρίς ωστόσο να επηρεάσει τον αγροτικό κόσμο του νησιού όπως το προηγούμενο. Έκτοτε δεν έχει εμφανιστεί παρόμοιο ζώο στη Σάμο.
Οι επισκέπτες μπορούν έναντι ενός συμβολικού αντιτίμου να περιηγηθούν στους χώρους του μουσείου, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι για τους κατοίκους του χωριού η είσοδος είναι δωρεάν.

Ο ΠΑΓΩΝΔΑΣ
Ο Παγώνδας είναι ένα αγροτικό χωριό της νότιας Σάμου και αποτελεί Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Πυθαγορείου, του Δήμου Ανατολικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 497 κατοίκους.
Γεωγραφία: Ο Παγώνδας βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Σάμου, σε ημιορεινή θέση. Είναι χτισμένος στους ανατολικούς πρόποδες του λόφου Μπουρνιά και έχει θέα προς τον κάμπο της Χώρας και, από ορισμένα σημεία, προς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Το χωριό απέχει περίπου 12 χιλιόμετρα από το Πυθαγόρειο, 26 χιλιόμετρα από την πόλη της Σάμου, 35 χιλιόμετρα από το Καρλόβασι και 30 χιλιόμετρα από τον Μαραθόκαμπο. Η θέση του το συνδέει με τους οικισμούς της νότιας Σάμου και με την περιοχή του Ηραίου, η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά του χωριού.
Η ευρύτερη περιοχή του Παγώνδα χαρακτηρίζεται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η αγροτική γη του χωριού, σε συνδυασμό με τη γειτνίασή του με τον κάμπο της Χώρας, συνέβαλε στην ανάπτυξη γεωργικών δραστηριοτήτων και στη διαμόρφωση της οικονομικής φυσιογνωμίας του οικισμού.
Ιστορία: Ο Παγώνδας αναφέρεται ως ένα από τα πρώτα χωριά της Σάμου μετά την επανακατοίκηση του νησιού. Η δημιουργία του τοποθετείται στον 16ο αιώνα, την περίοδο κατά την οποία άρχισε η συστηματικότερη εγκατάσταση πληθυσμών στη Σάμο, ύστερα από την περίοδο ερήμωσης που είχε προηγηθεί. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις και νεότερες καταγραφές, αρχικά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Σαμιώτες που είχαν καταφύγει στα ορεινά κατά την ερήμωση του νησιού. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και κάτοικοι από τον Παγώνδα της Εύβοιας, οι οποίοι θεωρείται ότι συνέβαλαν στην καθιέρωση της σημερινής ονομασίας του χωριού.
Τοπική Αρχιτεκτονική: Ο Παγώνδας διατηρεί στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Σάμου. Ο οικισμός διαθέτει στενούς δρόμους, παραδοσιακές κατοικίες και κεντρική πλατεία με πλατάνια και μουριές, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για την κοινωνική ζωή του χωριού. Ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί ως οικισμός ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, λόγω της τοπικής αρχιτεκτονικής και της οικιστικής του φυσιογνωμίας. Ο χαρακτηρισμός αυτός συνδέεται με περιορισμούς στην κατασκευή και επισκευή κατοικιών, με στόχο τη διατήρηση του παραδοσιακού χαρακτήρα του χωριού.
Οικονομία: Η οικονομία του Παγώνδα είχε παραδοσιακά αγροτικό χαρακτήρα. Η γεωργία αποτέλεσε βασική δραστηριότητα των κατοίκων, με κύρια αναφορά στην καλλιέργεια της ελιάς και, σε μικρότερη έκταση, στην παραγωγή κηπευτικών και λαχανικών. Παλαιότερα στην περιοχή αναφέρεται και σημαντική παραγωγή που σχετιζόταν με την καλλιέργεια του μεταξιού. Κατά τους νεότερους χρόνους, η διοικητική σύνδεση του Παγώνδα με το Ηραίον, συνέβαλε στη σχέση της κοινότητας με την τουριστική δραστηριότητα της νότιας Σάμου. Το Ηραίον είναι παραθαλάσσιος οικισμός και βρίσκεται κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου, γεγονός που ενισχύει την τουριστική σημασία της ευρύτερης περιοχής.
Πολιτισμός: Σημαντικός πολιτιστικός φορέας του χωριού είναι ο Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων Παγώνδα Σάμου «Ομόνοια», ο οποίος ιδρύθηκε το 1976. Ο Σύλλογος συνδέεται με τη συλλογή και διατήρηση αντικειμένων της τοπικής παράδοσης και με τη δημιουργία του Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου Παγώνδα. Το μουσείο στεγάζεται κοντά στην πλατεία του χωριού. Το μουσείο δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Συλλόγου «Ομόνοια» και στεγάστηκε στο Δημοτικό Σχολείο του Παγώνδα το 1984, έπειτα από περίοδο συγκέντρωσης εκθεμάτων. Αναφέρεται ως το πρώτο λαογραφικό μουσείο της Σάμου. Η λειτουργία του διακόπηκε το 1993, όταν άρχισε η ανακαίνιση του κτιρίου, και επαναλήφθηκε στις 23 Μαρτίου 2008.
Εκκλησίες: Στο χωριό Παγώνδας αναφέρονται δύο ενοριακοί ναοί. Ο ναός της Αγίας Τριάδας ο οποίος είναι τρίκλιτος ναός Bυζαντινού ρυθμού και κατασκευάστηκε το 1878 σε σχέδια του Εμμανουήλ Καψάλη. Ο ναός της Γέννησης του Χριστού αναφέρεται ως παλαιότερος ναός του χωριού, με χρονολόγηση στον 15ο αιώνα.
Η Κοινότητα Παγώνδα: Η Κοινότητα Παγώνδα εκτός από τον Παγώνδα περιλαμβάνει και τους οικισμούς Ηραίο και Κολόνα, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεεται σε 1.294 κατοίκους.

ΤΟ ΗΡΑΙΟ
Το Ηραίο είναι παραθαλάσσιος οικισμός της Κοινότητας Παγώνδα στην Δημοτική Ενότητα Πυθαγορείου του Δήμου Ανατολικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 849 κατοίκους. Εδώ βρίσκονται και τα ερείπια του ομώνυμου ναού της αρχαιότητας, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Χαρακτηριστική εικόνα από το Ηραίο είναι η μια μοναδική κολώνα που παραμένει όρθια. Η περιοχή του Ηραίου ήταν αρχαιότατος τόπος θρησκευτικής λατρείας. Η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το Ηραίον φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν ως τόπος κατοικίας ήδη από το β’ μισό της 5ης χιλιετίας π.Χ., ενώ τεκμηριώνεται η ύπαρξη εκεί σημαντικού οχυρωμένου οικισμού της Μέσης και ύστερης Εποχής του Χαλκού, με μεγάλες οικίες και δημόσια κτίρια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στο Ηραίο της Σάμου, ήταν ο μεγαλύτερος ναός στην Ελλάδα.
Από τα αναθήματα που έχουν βρεθεί και παρουσιάζονται στο μουσείο του Βαθέως, φαίνεται ότι η θρησκευτική επιρροή του ναού απλωνόταν σε όλη την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, μέχρι και την Αίγυπτο, συγκρίσιμη με την επιρροή του Μαντείου των Δελφών.
Μέρος του συμπλέγματος του ναού είναι και η Ιερά οδός, στρωμένη με πέτρα, η οποία οδηγούσε στην πρωτεύουσα της Σάμου (το σημερινό Πυθαγόρειο).
Το Ηραίο έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Ο ΔΗΜΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΑΜΟΥ
Ο Δήμος Δυτικής Σάμου είναι Δήμος της Περιφερειακής Ενότητας Σάμου στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, που αποτελείται από 15 Κοινότητες με 40 συστατικούς οικισμούς. Εδρα του Δήμου είναι το Καρλόβασι ή Νέο Καρλόβασι με πληθυσμό 7.141 κατοίκους.
Η έκταση του Δήμου Δυτικής Σάμου είναι 187,33 τ.χλμ και ο πληθυσμός του 12.242 κάτοικοι.
Δήμαρχος του Δήμου Δυτικής Σάμου είναι ο κ. Θεμιστοκλής Παπαθεοφάνους.
Ο Δήμος Δυτικής Σάμου διαιρείται σε 2 Δημοτικές Ενότητες αυτές του Καρλοβασίου και του Μαραθοκάμπου, με τις Κοινότητες και τους συστατιούς οικισμούς (σε παρένθεση) όπως αναγράφονται παρακάτω:
1. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙΟΥ: Περιλαμβάνει τις Κοινότητες Καρλοβασίου (Νέο Καρλόβασι, Μονή Προφήτου Ηλία, Ποτάμι, Σακουλαίικια, Σουρήδες), Αγίων Θεοδώρων (Αγιοι Θεόδωροι), Δρακαίων (Δρακαίοι, Ορμος Αγίου Ισιδώρου), Καστανιάς (Καστανιά) Κονταιϊκων (Κονταίικα), Κοντακαιϊκων (Κοντακαίικα, Αγιος Δημήτριος, Αγιος Ηλίας, Αγιος Νικόλαος, Βρύσες, Χατζησταμούληδες), Κοσμαδαίων (Κοσμαδαίοι, Νικολούδες), Λέκας (Λέκα, Αγιος Παντελεήμων), Πλατάνου (Πλάτανος), Υδρούσσας (Υδρούσσα).
2. ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟΥ: Περιλαμβάνει τις Κοινότητες Μαραθοκάμπου (Μαραθόκαμπος, Αγία Κυριακή, Βελανιδιά Κ. Μαραθοκάμπου, Κάμπος Κ. Μαραθοκάμπου, Ισώματα, Κάμπος Λιμνιώνας, Ορμος Μαραθοκάμπου, Παλαιοχώρι, Σεβασταίικα), Καλλιθέας (Καλλιθέα), Κουμαιίκων (Κουμαίικα, Βελανιδιά Κ. Κουμαιίκων, Ορμος Κουμαιίκων), Νεοχωρίου (Νεοχώρι), Σκουραιϊκων (Σκουραίικα, Κάμπος Κ. Σκουραϊκων, Πέρρη, Πεύκος).

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙΟΥ
ΤΟ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ
Το Καρλόβασι ή Νέο Καρλόβασι είναι κωμόπολη, Κοινότητα και Δημοτική Ενότητα του Δήμου Δυτικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 7.141 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η κωμόπολη βρίσκεται στα Βορειοδυτικά του νησιού και αποτελείται από 5 συνοικίες: Το Παλαιό Καρλόβασι, το Νέο Καρλόβασι, το Μεσαίο Καρλόβασι, τον Όρμο και το Λιμάνι. και γι’αυτό στο παρελθόν λεγόταν Καρλοβάσια.
Ιστορία: Το καρλόβασι παλιότερα ονομαζόταν «Νεοχώριον». Κτίστηκε γύρω στα 1550 από Σαμίους, την εποχή της ερήμωσης της Σάμου. Τα βυρσοδεψία αποτέλεσαν μεγάλο μέρος στην ιστορία του Καρλοβάσου. Εκεί επεξεργάζονταν το δέρμα από τα ζώα και το έκαναν κυρίως σολοδέρματα. Αυτή τη στιγμή, το μόνο που έχει μείνει είναι ερείπια τα οποία αποτελούν αξιοθέατο για τους πολλούς τουρίστες του νησιού. Οι πρώτες κατοικίες κτίσθηκαν στη θέση Αλωνάκι, πάνω στα ερείπια της Γοργύρας. Το Καρλόβασι την εποχή της Ηγεμονίας υπήρξε σπουδαίο βιομηχανικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο του Αιγαίου. Το 1890 είχε 3.348 κατοίκους. Μαζί με το Μεσσαίο Καρλόβασι και το Παλαιό συνέθεταν ένα σύμπλεγμα πόλεως ισάξιο με το λιμένα Βαθέος την πρωτεύουσα της Σάμου.
Η Σχολή Καρλοβασίου: Στο φιλελεύθερο Καρλόβασι ιδρύεται το 1784 η Σχολή Καρλοβασίου με χρήματα που άφησε για σκοπό αυτό ο φωτισμένος Καρλοβασίτης ΕπΙσκοπος Πορφύριος Ζεμπέτης. Το πρωτοποριακό για την εποχή του σχολείου που αργότερα μετονομάστηκε σε Πορφυριάδα Σχολή προς τιμήν του ιδρυτού της, υπηρέτησε τις ίδιες επαναστάσεις και μορφοποίησε τους ηγέτες της και αναμφισβήτητα πρώτο του Καρλοβασίτη Λογοθέτη Λυκούργο.
Το Κίνημα των Καρμανιόλων: Στο Καρλόβασι ξεκίνησε και βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί προοδευτικά το κίνημα των Καρμανιόλων, το οποίο γέννησε μια επανάσταση πριν από την επανάσταση, φαινόμενο μοναδικό στα Ελληνικά δεδομένα.
Οικονομία: Το Καρλόβασι παράγει ελιές, λάδι, εξαιρετικά κρασιά με παγκόσμια βραβεία, σιτηρά, σταφίδες, μέλι και σύκα. Είχε πολλά βυρσοδεψεία και καπνεργοστάσια τα οποία σταδιακά έκλεισαν λόγω της ανάπτυξης άλλων μορφών βιομηχανίας και τεχνολογίας.
Εκκλησίες: Το Καρλόβασι έχει πολλές εκκλησίες με σπουδαιότερες τον Άγιος Νικόλαο στον Όρμο (1902), το μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Νέο Καρλόβασι (1896), την Αγία Τριάδα στο Παλαιό, καθώς και το ναό της Οσίας Ματρώνας, μεταξύ πολλών άλλων, όπου φυλάσσεται και ο Ηγεμονικός Θρόνος. Ο ναός της Αγίας Ματρώνας αποπερατώθηκε το 1845 από Χιώτες, οι οποίοι έφεραν τη θαυματουργή εικόνα και μέρος από το λείψανο της Αγίας. Αλλες εκκλησίες είναι ο Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος,που χρονολογείται από τον 11ο αιώνα, προς το Ποτάμι Καρλοβασίου, ο Ναός Κοίμησης Θεοτόκου και η Αγία Μαρκέλλα.
Ανάπτυξη: Το λιμάνι Καρλοβασίου ξεκίνησε να κατασκευάζεται στη θέση Σχίνος, δύο χιλιόμετρα από το Νέο Καρλόβασι, στα τέλη του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο της Ηγεμονίας στη Σάμο. Η θέση επιλέχθηκε από τον ισχυρό πολιτικό Ιωάννη Χατζηγιάννη. Σήμερα συνδέει ακτοπλοϊκά την πόλη με τον Πειραιά, τις Κυκλάδες, καθώς και τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και την Καβάλα.
Σημαντικά κτίρια στο λιμάνι Καρλοβασίου είναι το Τελωνείο και το Λιμενικό Ταμείο. Τα τελευταία χρόνια έγινε επέκταση του λιμανιού προς την ανατολική πλευρά, παραπλέυρως της οποίας βρίσκεται το αλιευτικό καταφύγιο. Η περιοχή γνωρίζει οικονομική άνθιση και τουριστική ανάπτυξη με την είσοδο νέων επιχειρήσεων εστίασης και φιλοξενίας.
Αξιοθέατα: Tρία χιλιόμετρα έξω από το Καρλόβασι, στην περιοχή Ποτάμι, βρίσκονται οι περίφημοι φυσικοί καταρράκτες της Σάμου. Οι καταρράκτες αποτελούν μία ιδιαίτερη και εξαιρετική φυσική ομορφιά, ενώ σχηματίζουν δύο μικρές λίμνες, ιδανικές για τους τολμηρούς που επιθυμούν να κολυμπήσουν στα παγωμένα νερά τους • Η Πορφυριάδα εμπορική σχολή, είναι από τα πιο σημαντικότερα κτίσματα της πόλης του Καρλοβάσου. Ιδρύθηκε το 1781 με οικονομική δωρεά από τη διαθήκη του Επισκόπου Προφυρίου. Εκτείνεται σε ένα μεγάλο μήκος της οδού Γοργύρα και ξεχωρίζει λόγω του μεγάλου του όγκου, αλλά και της αρχιτεκτονικής του. Είναι όλο πέτρινο και στην είσοδό του κυριαρχούν 4 μεγάλες κολώνες ύψους περίπου. Μπροστά από την Πορφυριάδα υπάρχει ένα πολύ μεγάλο προαύλιο το οποίο χρησιμοποιείται για συναυλίες, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες όπου το Δημοτικό παραμένει κλειστό • Η Ρίβα παλαιότερα ήταν απάνεμη περιοχή, όπου έδεναν τα καΐκια που μετέφεραν στο Καρλόβασι πρώτες ύλες και έπαιρναν κατεργασμένα δέρματα, λάδι, κρασί και άλλα προϊόντα της δυτικής Σάμου. Το όνομα προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από το ρήμα «αριβάρω», που σημαίνει «φθάνω» και αφορούσε στα πλεούμενα που έφθαναν εκεί ή από την ιταλική λέξη riva που σημαίνει ακτή, παραλία. Η υποχώρηση της βιοτεχνίας δέρματος, αλλά και η καταστροφή της παραλίας από τους βορειοδυτικούς ανέμους οδήγησαν στην παρακμή της περιοχής • Στο Καρλόβασι βρίσκεται η Σχολή Θετικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου με τα τμήματα Μαθηματικών και Στατιστικής. Στεγάζεται σε εξαιρετικά νεοκλασικά κτίρια αλλά και σε βιομηχανικά κτίρια βυρσοδεψίας που του έχουν παραχωρηθεί. Αποτελεί παράρτημα του Πανεπιστημίου Αιγαίου που έχει έδρα τη Μυτιλήνη. Εδρεύει επίσης και το τμήμα Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων, της Πολυτεχνικής Σχολής του ίδιου πανεπιστημίου. Τα τμήματα προσφέρουν προπτυχιακές, μεταπτυχιακές (master’s) και διδακτορικές σπουδές (phd).
Αρχιτεκτονική: Στο Καρλόβασι διασώζονται αρκετά κτίρια αρχιτεκτονικού κάλλους και ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα: Η Χατζηγιάννειος βιβλιοθήκη, όλα τα βυρσοδεψεία (ταμπάκικα) στην παράκτια ζώνη του Καρλοβασίου, το λεπροκομείο, τα αρχοντικά των βυρσοδεψών στην οδό Αγίου Νικολάου, Ο παραδοσιακός οικισμός του Παλαιού.
Πολιτισμός: Στο Καρλόβασι δραστηριοποιούνται οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι Ιωνικός και Ρίβα που έχουν ως σκοπό την διαφύλαξη και την διάδοση της παράδοσης του νησιού και των Παραδοσιακοί χορών.
Πρόσωπα: Από το Καρλόβασι κατάγονταν ο Λυκούργος Λογοθέτης, ηγέτης των Σαμίων κατά την Επανάσταση του 1821.

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙΟΥ “ΙΩΝΙΚΟΣ”
Ο Ιωνικός Αθλητικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Καρλοβάσου δραστηριοποιείται στην διαφύλαξη και διάδοση της τοπικής παράδοσης του νησιού της Σάμου και για το σκοπό αυτό λειτουργεί χορευτικά τμήματα παραδοσιακών χορών αλλά και σύγχρονου χορού, ενώ διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και παράλληλα διατηρεί και τμήματα ρυθμικής διοργανώνοντας και παιδικές εκδηλώσεις.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΟ ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ
Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην κωμόπολη Καρλόβασι, έδρα του Δήμου Δυτικής Σάμου.

Η ΥΔΡΟΥΣΣΑ
Η Υδρούσσα είναι χωριό και Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Καρλοβασίου του Δήμου Δυτικής Σάμου στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 355 κατοίκους.
Γεωγραφία: Η Υδρούσσα είναι παραδοσιακός οικισμός, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 330 μέτρων από την ακτογραμμή, στις νοτιοδυτικές πλαγιές του νησιού. Πρόκειται για ένα μικρό αλλά ζωντανό χωριό, που διατηρεί έντονα τα στοιχεία της λαϊκής αρχιτεκτονικής και της αγροτικής ζωής του Αιγαίου.
Ιστορία: Η Υδρούσσα αποτελεί έναν από τους παλαιότερους παραδοσιακούς οικισμούς του νησιού της Σάμου. Η ιστορία της συνδέεται με τις περιόδους επανακατοίκησης του νησιού μετά την Οθωμανική υποδούλωση. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή αρχεία για την ημερομηνία ίδρυσης, σύμφωνα με τοπική προφορική παράδοση και λαογραφικές αναφορές, το πρώτο σπίτι της Υδρούσσας χτίστηκε γύρω στο 1770, ενώ ο οικισμός άρχισε να αποκτά μόνιμο πληθυσμό από τα τέλη του 18ου αιώνα.
Η ίδρυση της Υδρούσσας συνδέεται με αγροτικές και αμπελουργικές ανάγκες, καθώς η περιοχή διέθετε εύφορα εδάφη και προστασία από τους πειρατές, σε αντίθεση με τις παραθαλάσσιες περιοχές. Το χωριό ιδρύθηκε από λίγες οικογένειες, κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες από άλλες περιοχές της Σάμου ή γειτονικά νησιά που ήρθαν να καλλιεργήσουν τη γη. Η θέση του, σε πλαγιά με θέα προς το νότο, προσέφερε όχι μόνο στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά και δυνατότητα παραγωγής τροφίμων και κρασιού — ενός προϊόντος που αποτέλεσε για δεκαετίες τη βάση της τοπικής οικονομίας.
Η ανάπτυξη του χωριού: Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο πληθυσμός της Υδρούσσας αυξήθηκε σταθερά. Ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και την προσάρτηση της Σάμου το 1912, η Υδρούσσα συνέχισε να λειτουργεί ως γεωργικός πυρήνας, με κατοίκους που δραστηριοποιούνταν κυρίως στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την παραγωγή σαμιώτικου κρασιού. Το χωριό απέκτησε βασικές υποδομές σταδιακά: εκκλησία, δεξαμενή, κοινόχρηστους χώρους και σχολείο, το οποίο λειτούργησε για αρκετές δεκαετίες εξυπηρετώντας τις ανάγκες των παιδιών του οικισμού και των γύρω περιοχών.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πληθυσμός άρχισε να μειώνεται λόγω της αστυφιλίας και της οικονομικής μετανάστευσης. Πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό για να εγκατασταθούν στην Αθήνα, στον Πειραιά ή στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Αυστραλία. Παρ’ όλα αυτά, οι δεσμοί των αποδήμων με τον τόπο τους παρέμειναν ισχυροί, καθώς επέστρεφαν κάθε καλοκαίρι, συντηρούσαν τα σπίτια τους και συμμετείχαν ενεργά στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού.
Η Αρχιτεκτονική του χωριού: Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Υδρούσσας αντικατοπτρίζει τη σχέση του νησιώτικου αυτού τόπου με την ιστορία, τη φύση και την καθημερινή ζωή των κατοίκων του. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό ορεινό αιγαιοπελαγίτικο οικισμό, όπου η αρχιτεκτονική ενσωματώνει στοιχεία λαϊκής Σαμιακής παράδοσης και προσαρμόζεται στις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες του εδάφους. Κυριαρχεί η απλότητα, η λειτουργικότητα και η ανθεκτικότητα, ενώ η γενικότερη αισθητική εναρμονίζεται με το φυσικό περιβάλλον.
Τα σπίτια της Υδρούσσας είναι παραδοσιακά μονώροφα ή διώροφα, χτισμένα κυρίως με τοπική πέτρα και ξύλο, ακολουθώντας την οικοδομική τεχνοτροπία του 18ου και 19ου αιώνα. Οι στέγες είναι σχεδόν πάντοτε κεραμοσκεπείς με δίρριχτη μορφή, ενώ οι τοίχοι είναι λιθόκτιστοι, σοβατισμένοι εξωτερικά με ασβέστη ή πηλό, προσφέροντας θερμική προστασία. Πολλά σπίτια φέρουν ακόμη αυθεντικά ξύλινα κουφώματα, παραθυρόφυλλα με σκαλιστές λεπτομέρειες, καθώς και θολωτές καμάρες στο εσωτερικό τους, που λειτουργούσαν ως στήριξη ή σαν αποθηκευτικοί χώροι.
Τα στενά σοκάκια της Υδρούσσας είναι λιθόστρωτα με παραδοσιακά καλντερίμια, τα οποία ακολουθούν τη φυσική ροή του εδάφους. Η πολεοδομία δεν βασίζεται σε αυστηρή γεωμετρική χάραξη, αλλά σε οργανική ανάπτυξη, προσαρμοσμένη στις ανάγκες των κατοίκων και στη μορφολογία του τοπίου. Οι αυλές είναι φροντισμένες, με γεράνια, βασιλικούς, δενδρολίβανο και άλλα παραδοσιακά φυτά. Συχνά φιλοξενούν πέτρινους φούρνους, παλιά αλώνια και κτιστές στέρνες, που μαρτυρούν την αυτάρκεια της αγροτικής ζωής.
Εκτός από τις κατοικίες, η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του χωριού περιλαμβάνει και παραδοσιακά αγροτικά κτίσματα (αποθήκες, πατητήρια, στάβλους), ενοριακούς ναούς και παρεκκλήσια, όπως αυτό της Ζωοδόχου Πηγής, τα οποία ακολουθούν τη σαμιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική με μονόχωρες λιτές μορφές. Τα περισσότερα κτίσματα του χωριού είναι σήμερα διατηρητέα ή ανακαινισμένα, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση της ιστορικής του ταυτότητας.
Πολιτιαμός και εκδηλώσεις: Το ετήσιο πανηγύρι των Εθελοντών Πυροσβεστών Υδρούσσας διοργανώνεται στις 3 Αυγούστου στο γήπεδο του χωριού, με παραδοσιακή μουσική, χορούς, φαγητό, κρασί και λαχειοφόρο αγορά. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Άγιος Αθανάσιος» διοργανώνει μεγάλο νησιώτικο γλέντι στις 14 Αυγούστου, το οποίο περιλαμβάνει παραδοσιακή μουσική και χορό.
Εκκλησιαστική παράδοση: Το νησί της Σάμου, αν και πέρασε από την Οθωμανική κυριαρχία (μέχρι το 1912), δεν απέκτησε σημαντικό Μουσουλμανικό πληθυσμό, καθώς λειτουργούσε ως Ηγεμονία της Σάμου με ιδιαίτερο αυτοδιοικητικό καθεστώς, που επέτρεπε στους ντόπιους Έλληνες να διατηρήσουν τη θρησκευτική και πολιτισμική τους ταυτότητα. Για τον λόγο αυτό, η Υδρούσσα δεν κατοικήθηκε ποτέ από Μουσουλμανικό πληθυσμό και δεν υπάρχουν τζαμιά ή Ισλαμικά κατάλοιπα στην περιοχή.
Ο θρησκευτικός χαρακτήρας του χωριού εκφράζεται μέσα από τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, τα οποία, εκτός από λατρευτικά κέντρα, λειτουργούν και ως σημεία ιστορικής και αρχιτεκτονικής σημασίας. Οι κάτοικοι του χωριού συμμετέχουν στις μεγάλες γιορτές του Ορθόδοξου εορτολογίου, με επίκεντρο το καλοκαιρινό πανηγύρι της Κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου), το οποίο συνδέεται άμεσα με την κύρια εκκλησία του χωριού.
Ένα από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία του χωριού είναι το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστό και ως «Πεταλούδα», που βρίσκεται έξω από τον κύριο οικισμό της Υδρούσσας, μέσα σε ένα κατάφυτο και ήσυχο περιβάλλον. Το παρεκκλήσιο αυτό ανήκει διοικητικά και πνευματικά στο Πατριαρχικό Σιναϊτικό Μετόχι, δηλαδή συνδέεται με την ιστορική Μονή του Σινά.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Παρεκκλησιού: Η Αγία Τράπεζά του είναι χτισμένη πάνω σε παλαιότερα θεμέλια. Οι τοιχογραφίες του παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: είναι Βυζαντινής τεχνοτροπίας, λιτές αλλά με έντονο χρωματικό βάθος, απεικονίζοντας σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού. Σε κάποιες επιφάνειες διατηρούνται ακόμη ίχνη της αρχικής ζωγραφικής στρώσης.
Το παρεκκλήσι είναι σημείο συνάντησης κατά τις γιορτές της Ζωοδόχου Πηγής.
Τα παραδοσιακά αμπέλια και η οινοποιητική διαδρομή του χωριού: Η Υδρούσσα εντάσσεται στην Οινοποιητική Διαδρομή Καρλοβασίων–Υδρούσσας, αναγνωρισμένη τόσο για την αμπελοκαλλιέργεια όσο και για το πολιτιστικό της ενδιαφέρον. Τα τοπία της περιοχής χαρακτηρίζονται από παραδοσιακούς αμπελώνες, πεζούλες, παλαιές δεξαμενές κρασιού, καθώς και τοπικές αγροικίες. Ο επισκέπτης μπορεί να εντοπίσει σταφυλοδόχους (παραδοσιακές αποθήκες σταφυλιών), καθώς και το παλιό κτίριο του αγροτικού συνεταιρισμού Υδρούσσας.
Τουρισμός και εναλλακτικές μορφές τουρισμου: Η Υδρούσσα αποτελεί έναν ανερχόμενο προορισμό για επισκέπτες που στις μέρες μας αναζητούν εναλλακτικές μορφές τουρισμού, κυρίως φυσιολάτρες, περιπατητές, οικογένειες με ρίζες στο χωριό. Το χωριό δεν διαθέτει τουριστικές υποδομές μεγάλης κλίμακας, όμως υπάρχουν αρκετά παραδοσιακά σπίτια που έχουν ανακαινιστεί και ενοικιάζονται σε επισκέπτες, προσφέροντας όλες τις εποχές του χρόνου τη δυνατότητα διαμονής με όλες τις βασικές ανέσεις και την αίσθηση ενός αυθεντικού τρόπου ζωής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπατητικές διαδρομές που συνδέουν το χωριό με παλιούς αμπελώνες, πέτρινες στέρνες και μικρά ξωκλήσια. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του καλοκαιριού, όπως τα πανηγύρια και οι γιορτές τοπικών προϊόντων (πατάτα, κρασί), συγκεντρώνουν επισκέπτες από όλο το νησί και συμβάλλουν στην οικονομική και κοινωνική αναζωογόνηση του χωριού.
Τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους: Στην περιοχή της Υδρούσσας, η φυσική χλωρίδα αντικατοπτρίζει βιοποικιλότητα, με κυρίαρχη την μεσογειακή βλάστηση, πευκοδάση και σποραδικά πλατάνια σε ρεματιές. Σημαντική παρουσία έχουν δρυς, κουμαριές, ρίγανη, καθώς και ενδημικά φυτικά είδη με οικολογικό ενδιαφέρον που προσελκύουν βοτανολόγους και φυσιολάτρεις. Αυτό το πλούσιο φυτικό περιβάλλον αποτελεί τη βάση για μια εξίσου εντυπωσιακή πανίδα η οποία περιλαμβάνει αγριόχοιρους, αλεπούδες, λαγούς, σκαντζόχοιρους κ.α..
Η Υδρούσα και η ευρύτερη περιοχή της είναι ένας τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους!
Στη φωτογραφία ο Αγιος Αθανάσιος Υδρούσσας.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟΥ
Ο ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟΣ
Το χωριό Μαραθόκαμπος αποτελεί Κοινότητα και Δημοτική Ενότητα του Δήμου Δυτικής Σάμου στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου με πληθυσμό 884 κατοίκους.
Γεωγραφία: Ο Μαραθόκαμπος βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού. Απλώνεται στη νότια πλαγιά του Κέρκη, στις παρυφές του Φτεριά με υψόμετρο περίπου στα 400 μέτρα από τη θάλασσα και «αγναντεύει» νότια τα Δωδεκάνησα, νοτιοδυτικά τους Φούρνους Κορσεών και απέναντί τη Σαμιοπούλα. Η έκταση της περιφέρειάς της αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% της συνολικής έκτασης του νησιού. Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής του Μαραθοκάμπου είναι ορεινό, βραχώδες και άγονο. Σε απόσταση σχεδόν 4 χιλιομέτρων από τον Μαραθόκαμπο βρίσκεται και ο οικισμός του Όρμου.
Αρχιτεκτονική του χωριού: Ο Μαραθόκαμπος του Δήμου Δυτικής Σάμου είναι ένα μεσόγειο παραδοσιακό χωριό χτισμένο αμφιθεατρικά, με καμάρες και στενά δρομάκια στις νότιες παρυφές του Κέρκη. Έχει πανοραμική θέα, προς τον κόλπο, την Πάτμο και το Αγαθονήσι. Είναι ένα από τα πλέον αναπτυσσόμενα τουριστικά κέντρα της Σάμου, καθώς συνδυάζει απέραντες παραλίες, ιστορία και διατηρεί πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά.
Η Κοινότητα Μαραθοκάμπου: Εκτός από τον Μαραθόκαμπο άλλοι οικισμοί της Κοινότητας Μαραθοκάμπου είναι η Αγία Κυριακή, η Βελανιδιά, τα Ισώματα, ο Κάμπος, ο Λιμνιώνας, ο Όρμος Μαραθοκάμπου, το Παλαιοχώρι και τα Σεβασταίικα, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεται σε 1.931 κατοίκους.

ΤΑ ΚΟΥΜΑΙΙΚΑ
Τα Κουμαίικα είναι ένα γραφικό παραδοσιακό χωριό του Δήμου Δυτικής Σάμου, του οποίου αποτελεί Κοινότητα η οποία υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Μαραθόκαμπου, με πληθυσμό 302 κατοίκους.
Γεωγραφία: Τα Κουμαίικα βρίσκονται στο νότιο τμήμα του νησιού στις νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Αμπελος (Καρβούνης). Το χωριό έχει μεγάλη πλατεία με υπεραιωνόβιο πλάτανο που φυτεύτηκε το έτος 1882. Στην περιοχή ανήκει και ο παραθαλάσσιος οικισμός Όρμος Κουμαίικων. Απέχουν από τον Μαραθόκαμπο περίπου 9,5 χλμ., από το Καρλόβασι 14 χλμ., από το Πυθαγόρειο 27 χλμ. και από την πρωτεύουσα Σάμο 40,5 χλμ..
Αξιοθέατα: Η κρήνη στην κεντρική πλατεία του χωριού έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο. Είναι τρίπλευρη και στην πρόσοψή της έχουν εντοιχιστεί τέσσερις μαρμάρινες πλάκες, οι οποίες σύμφωνα με την παράδοση προέρχονται από τη θέση Παλαιομονάστηρο, όπου βρίσκονται κατάλοιπα παλιού οικισμού. Οι δύο μεσαίες πλάκες έχουν παραστάσεις μεσοβυζαντινών ψευδοσαρκοφάγων, η πάνω έχει κύκλο που περιβάλλεται από ρόδακες και έχει την εγχάρακτη τη χρονολογία 1882. Στην κάτω πλάκα βρίσκεται ο κρουνός της βρύσης.
Ιστορία: Το χωριό δημιουργήθηκε από κατοίκους της Κύμης, στην Εύβοια, καθώς η Κύμη καταστράφηκε μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Μοροζίνι το 1688 και οι κάτοικοί της διέφυγαν στα Ψαρά και στη Σάμο.

ΤΟ ΝΕΟΧΩΡΙ ΣΑΜΟΥ
Τα Νεοχώρι είναι χωριό και Τοπική Κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μαραθοκάμπου, του Δήμου Δυτικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου, με πληθυσμό 52 κατοίκους.
Γεωγραφία: Το Νεοχώρι βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του νησιού, στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του βουνού Αμπελος (Καρβούνης), ανατολικά του Μαραθόκαμπου και μετά τα Κουμαίκα και τα Σκουρέικα, με θέα προς τον κόλπο του Μαραθόκαμπου. Το χωριό είναι χτισμένο σε απότομο και άγονο έδαφος. Απέχει 13 χλμ. από τον Μαραθόκαμπο, 16 χλμ. από το Καρλόβασι, 23 χλμ. από το Πυθαγόρειο και 36,5 χλμ. από την πόλη της Σάμου.
Ιστορία: Το Νεοχώρι ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα και ονομάζονταν Ζουραίικα από την οικογένεια Ζουρά. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από γειτονικούς οικισμούς (όπως τα Κατσουρέικα και τα Λαζέικα από τους Σπαθαραίους, καθώς και τα Καμίνια από τον Πλάτανο).
Προς το τέλος του 17ου αιώνα σχηματίστηκε ένα μικρό, νέο χωριό. Η ονομασία «Νεοχώριο» και το υποκοριστικό «Ν’χουράκι» στη Σαμιακή διάλεκτο, φανερώνουν το μικρό του μέγεθος και το γεγονός ότι ήταν νεοσύστατος οικισμός.
Εκκλησίες: Η κύρια εκκλησία του χωριού είναι ο Ιερός Ναός του Αγίου Ταξιάρχη που χτίστηκε το 1797, ενώ στη συνέχεια έγινε γενική επισκευή του κτιρίου το 1888, με το καμπαναριό του ναού να κατασκευάζεται το έτος 1897.

ΤΑ ΣΚΟΥΡΑΙΙΚΑ
Τα Σκουραίικα είναι μικρό χωριό του Δήμου Δυτικής Σάμου με πληθυσμό 112 κατοίκους, αποτελεί δε συστατική Κοινότητα της Περιφερειακής Ενότητας Μαραθοκάμπου, του Δήμου Δυτικής Σάμου, στην Περιφερειακή Ενότητα Σάμου.
Γεωγραφία: Τα Σκουραίικα βρίσκονται στα νότια του νησιού της Σάμου στους πρόποδες του όρους Μπουρνιά, παρακλάδι του όρους Καρβούνι, σε υψόμετρο 181 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Συνορεύουν στα βόρεια με το Νεοχώρι, ανατολικά με τους Σπαθαραίους και δυτικά με τα Κουμαίικα.
Τα Σκουραίικα είναι χτισμένα σε ένα βαθούλωμα στην πλαγία του όρους Μπουρνιά παρακλάδι του όρους Καρβούνι και ανάμεσα σε δύο χείμαρρους: ανατολικά με το ρέμα της «Μουριάς» και δυτικά με το ρέμα «Ξουδμέϊκα». Το έδαφος είναι ημιορεινό και κατά το ήμισυ βραχώδης με έντονη δασική βλάστηση που εναλλάσσεται με ελαιώνες. Οι αρκετές πηγές στη γύρω περιοχή και το γειτόνεμα της περιφέρειας με το ρέμα του Πύργου «Αμφίλυσο», που είναι το πιο πλούσιο σε νερό σε όλο το νησί όλο το χρόνο, έκανε την περιοχή εύφορη με αρκετά ποτιστικά. Όσο κατεβαίνουμε χαμηλότερα προς τις παραθαλάσσιες περιοχές, το έδαφος γίνεται πιο ομαλό έως και πεδινό.
Ιστορία και ονομασία: Το χωριό πήρε το όνομά του από τον πιο πλούσιο κάτοικο εκ των πρώτων οικιστών, τον Γεώργιο Σκούρα. Πρώτος κάτοικος θεωρείται ο γερο-Κοντογιάννης, ονομάσθηκε όμως Σκουραίικα και όχι Κοντογιαννέϊκα, γιατί ο Σκούρας που ακολούθησε τον γερο-Κοντογιάννη ήταν πιο δυναμικός και κάτοχος της μεγαλύτερης περιφέρειας του χωριού. Το χωριό άρχισε να κατοικείται στις αρχές του 17ου αιώνα, σύμφωνα με ένα έγγραφο που σώζεται και αποδεικνύει την αγορά της έκτασής του από τον Γ. Σκούρα έναντι 40 γροσιών. Άλλη μαρτυρία που σώζεται είναι η εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην οποία είναι χαραγμένη η φράση “Δέησης του δούλου του Θεού Γ. Σκούρα 1718” η οποία βρίσκεται και φυλάσσεται στον ναό του χωριού.
Αρχαία χρόνια-Ευρήματα: Στην αρχαιότητα πιθανόν να υπήρχε στην περιοχή κάποια μικρή πόλη γιατί βρέθηκαν κιονόκρανα και αρχαία ερείπια. Στη θέση Δριτζαρέικα φαίνονται ακόμα τα ίχνη από αρχαίες οικοδομές και λίγο παραπάνω από ένα τεχνητό λιμάνι υπήρχε ένα πελεκητό σπήλαιο, μέσα στο οποίο βρέθηκαν δύο σκαλιστοί τάφοι.
Τα είδη της βλάστησης: Η βλάστηση που κυριαρχεί στην περιφέρεια Σκουραιίκων αποτελείται από παραλιακή, λοφώδη και υποορεινή περιοχή με ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis), διακρινόμενη στην (Oleo-Ceratonion) υποζώνη της ελιάς και της χαρουπιάς, με κύριο χαρακτηριστικό τα μεσογειακά δάση Τραχείας Πεύκης (Pinus brutia), τις συστάδες Χνοώδους δρυός (Quercus pubescens anatolica) και εναλλάσσονται με άλλα είδη της ζωνης αυτής, όπως: Αριά (Quercus ilex), Κυπάρισσος η αειθαλής (Cupressus sempervirens), Ελαία η αγρία (Olea sylvestris), Χαρουπιά (Ceratonia siliqua), Σπάρτο (Spartium junceum), Πλάτανος (Platanus orientalis), Kουμαριά (Arbutus unedo), Aγριοκουμαριά (Arbutus andrachne), Λυγαριά (Agnus vitex castus), Τερέβινθος (Pistacia terebinthus), Σχίνος (Pistacia lentiscus), Κουτσουπιά (Cercis siliquastrum), Πουρνάρι (Quercus coccifera), Γκορτσιά-Αγριοαχλαδιά (Pyrus spinosa), Αγριοκυδωνιά (Sorbus domestica), Λαδανιά ή Αξίστης (Cistus creticus), Ρείκι δενδρώδες (Erica arborea), Δάφνη του Απόλλωνα ή Βάγια (Laurus nobilis), Μυρτιά (Myrtus communis), Πικροδάφνη (Nerium oleander) κ.ά..
Το κλίμα: Τα Σκουραίικα έχουν υποτροπικό μεσογειακό κλίμα και χαρακτηρίζεται από ξηρά δροσερά καλοκαίρια και ήπιους υγρούς χειμώνες. Οι μεταβολές της θερμοκρασίας τόσο μέσα στο έτος όσο και μέσα στο εικοσιτετράωρο είναι πολύ περιορισμένες και οι ελάχιστες θερμοκρασίες σπάνια πέφτουν κάτω από το μηδέν. Η απολύτως μέγιστη και η απολύτως ελάχιστη θερμοκρασία που σημειώθηκαν στον Μετεωρολογικό σταθμό Σάμου ήταν 38,2 C και – 4,3 C αντίστοιχα. Η πιο βροχερή εποχή είναι ο χειμώνας, που πέφτει το 60,1% της βροχής, ενώ το καλοκαίρι είναι σχεδόν άβροχο με 4,1% των βροχοπτώσεων. Οι υπόλοιπες βροχές πέφτουν νωρίς την άνοιξη και αργά το φθινόπωρο. Απ’ τα μέσα Απριλίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου οι βροχοπτώσεις είναι ελάχιστες και πολλές φορές επιζήμιες, ιδίως την άνοιξη. Η χιονόπτωση είναι σπάνια, 1 με 2 ημέρες το χρόνο. Οι άνεμοι που επικρατούν στα Σκουραίικα είναι οι βοριάδες που τους θερινούς μήνες πνέουν σχεδόν συνέχεια. Οι νοτιάδες που φυσούν φέρνουν τις περισσότερες βροχές και φυσούν κυρίως την χειμερινή περίοδο.
α Σκουραίικα έχουν 105 σπίτια και είχαν 600 κατοίκους που ασχολούνταν με τη γεωργία, την αλιεία και το εμπόριο. Σήμερα έχουν 120 κατοίκους, στην πλειοψηφία τους γεωργοί και συνταξιούχοι.
Το χωριό σήμερα: Το χωριό Σκουραίικα παράγει ελαιόλαδο εξαιρετικής ποιότητας, οπωροκηπευτικά, κουκιά που έχουν πανσαμιακό χαρακτήρα διότι είναι γλυκά και γρήγορα στο βράσιμο, αμύγδαλα και κρασί στις παραθαλάσσιες περιοχές.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου: Ο Ενοριακός Ιερός ναός Σκουραιίκων του χωριού Σκουραίικα είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο. Είναι ένας μεγαλόπρεπος λιθόχτιστος ναός, βυζαντινού ρυθμού (μονόκλιτος εγγεγραμμένος σταυροειδής μετά τρούλου). Άρχισε να χτίζεται από τους κατοίκους το 1920 και τελείωσε το 1922. Είναι σχέδιο του Γάλλου μηχανικού Ντιμπρέ. Η πρώτη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκονταν στο σημείο του σημερινού Κοινοτικού Καταστήματος, όπου εξυπηρετούσε τους κατοίκους από το 1800 μέχρι το 1920. Η πρώτη ιεροτελεστία στον καινούριο ναό ήταν τη Μεγάλη Τετάρτη η ακολουθία του ιερού ευχελαίου το 1922 ενώ τα εγκαίνια του ναού έγιναν στις 23 Απριλίου 1933 από τον τότε Μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίον.
Η Κοινότητα Σκουραίικων: Στην Κοινότητα Σκουραίκων εκτός από τα Σκουραίικα, ανήκουν και οι οικισμοί: Πεύκος, Παραλία Κάμπος, Παραλία Ψιλή Αμμος, Παραλία Πέρρης, με τον συνολικό της πληθυσμό να ανέρχεται σε 193 κατοίκους.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΜΟΥ
ΟΙ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ
Η Σάμος έχει αρκετές όμορφες παραλίες με γαλάζια κρυστάλλινα νερά. Μερικές από αυτές είναι: Το Μικρό και τo Μεγάλο Σεϊτάνι, η Τσαμαδού, το Κοκκάρι, τα Καλαδάκια, η Ψιλή Αμμος, τα Βοτσαλάκια, το Λιβαδάκι, η Κέρβελη, το Πυθαγόρειο, η Μυκάλη, η Μικρή Λάκκα, ο Μπάλος (όρμος Κοιμαίικων), κ.α..
Στη φωτογραφία η παραλία στον γραφικό οικισμό Κοκκάρι, στην Βορειοανατολική Σάμο.

ΟΙ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΕΪΤΑΝΙ NATURA 2000
Η παραλία Μεγάλο Σεϊτάνι (φωτογραφία) είναι μαζί με την παραλία Μικρό Σαϊτάνι ενσωματωμένες τοποθεσίες στο Natura 2000 όπου εντοπίζονται φώκιες Monachus-Monachus ή αλλιώς Μεσογειακή φώκια, αλλά και δύο ακόμη σπάνια είδη: Κονσολίντα της Σάμου και Πεταλούδα της Ρόδου. Επειδή πρόκειται για περιοχή Natura, δεν επιτρέπονται οι ανθρώπινες παρεμβάσεις και έτσι οι παραλίες είναι προσβάσιμες μόνο περπατώντας ή δια θαλάσσης. Το μονοπάτι που καταλήγει στο Μικρό Σεϊτάνι και εκείνο που ενώνει τις δύο παραλίες είναι πετρώδες και γι’αυτό προϋποθέτει ανάλογο εξοπλισμό από την πλευρά των επισκεπτών. Τόσο το Μικρό όσο και το Μεγάλο Σεϊτάνι, έχουν απότομη διαβάθμιση, χαμηλή θερμoκρασία νερού και ο βυθός τους αποτελείται από άμμο και βότσαλο.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ – ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ ΣΑΜΟΥ “ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ”
Ο Κρατικός Αερολιμένας Σάμου «Αρίσταρχος ο Σάμιος» βρίσκεται περίπου 15 χιλιόμετρα νότια της πόλης της Σάμου, κοντά στο χωριό Πυθαγόρειο. Το αεροδρόμιο συνδέεται με τακτικά δρομολόγια λεωφορείων τόσο με την πόλη της Σάμου, μέσω του Πυθαγορείου όσο και μέσω των Μυτιληνιών με άλλες περιοχές του νησιού.
Το αεροδρόμιο διαθέτει έναν διάδρομο (προσγείωσης-απογείωσης), έναν τερματικό σταθμό, καθώς και πέντε πύλες επιβίβασης, ενώ οι υποδομές για τους επιβάτες μοιράζονται σε δύο ορόφους και περιλαμβάνουν ένα κατάστημα αφορολογήτων ειδών και μια μικρή καφετέρια.

ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ
Η πόλη της Σάμου συνδέεται ακτοπλοϊκώς με τον Πειραιά. Το πλοίο της γραμμής συνήθως πιάνει και στο δεύτερο λιμάνι του νησιού, το Καρλόβασι που βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Σάμου. Επίσης υπάρχει αραιή ακτοπλοϊκή σύνδεση και με τα υπόλοιπα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Υπάρχει επίσης σύνδεση με τουριστικά πλοιάρια με το λιμάνι Κουσάντασι της Τουρκίας, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση ανατολικά.

ΤΟ ΚΤΕΛ ΣΑΜΟΥ
Το ΚΤΕΛ ΣΑΜΟΥ Α.Ε. με έδρα το Βαθύ Σάμου συνδέει με τακτικά και έκτακτα όταν απαιτείται δρομολόγια την πόλη της Σάμου με τα χωριά του νησιού, ενώ εκτελεί δρομολόγια από και προς το αεροδρόμιο, καθώς και από τα λιμάνια του νησιού. Διαθέτει σύγχρονα λεωφορεία και άριστα καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, η δε συνεισφορά του στις συγκοινωνίες του τόπου είναι διαρκής και ανεκτίμητη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό αρχείο – παρακαταθήκη Θεόδωρου Ευαγγελούδη, ιστορία της Ελλάδας, ιστορία της Ευρώπης, Βικιπαίδεια, ιστότοποι Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, των Δήμων Ανατολικής Σάμου και Δυτικής Σάμου, επιλεγμένες ιστοσελίδες και Σελίδες στο διαδίκτυο, καθώς και άλλες σχετικές πηγές, τις οποίες αναγράφουμε στις επιμέρους αναφορές μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για όσους δημιουργούς φωτογραφιών έχουμε στοιχεία, αναγράφουμε το όνομά τους, για όσους δεν έχουμε στοιχεία, αναγράφουμε την πηγή προέλευσης.
ΖΕΙΔΩΡΟΣ | ΕΛΛΑΔΑ ΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΙΣ

